Ο Γιώργος Ανδρέου και ο Γιώργος Καζαντζής είναι δύο μουσικοί που έχουν πολλά κοινά. Περίπου συνομήλικοι, κατάγονται από γειτονικούς τόπους της Μακεδονίας και έκαναν πολύχρονες σοβαρές μουσικές σπουδές, κλασικές και όχι μόνον, πριν αρχίσουν να γράφουν τραγούδια. Φαίνεται μάλιστα ότι και σαν άνθρωποι έχουν πολλά κοινά γιατί, κατά την διάρκεια της παραμονής του Γιώργου Ανδρέου στη Θεσσαλονίκη για σπουδές, τους ένωσε μια στενή φιλία η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

 

Ούτε όμως οι κοινές καταβολές και βιώματα ούτε η φιλία τους επαρκεί για να δικαιολογήσει κάτι άλλο, την «εκλεκτική συγγένεια» που έχουν ως δημιουργοί. Η μουσική και των δύο έχει σαφέστατα ελληνικές ρίζες αλλά ακριβώς για αυτό δεν αισθάνεται την ανάγκη να τις «διαλαλεί» συνέχεια, ούτε πολύ περισσότερο να απαρνηθεί τα «δυτικά» στοιχεία της από πλείστα ιδιώματα που κατέχουν τόσο από τις σπουδές τους όσο και σαν ακροατές. Αμφότεροι επίσης δουλεύουν πολύ τις μελωδίες τους που μόνον εύκολες και τυπικές δεν είναι, είναι ικανότατοι ενορχηστρωτές και έχουν ασχοληθεί και με την ορχηστρική μουσική (ο Γιώργος Καζαντζής περισσότερο). Aγαπούν εξίσου την ποίηση την οποία μελοποιούν πολύ τακτικά. Τέλος, έχουν ένα ακόμα κοινό, τεχνικό ίσως μεν αλλά καθόλου ασήμαντο, έχουν και οι δύο ιδιόκτητα στούντιο ηχογραφήσεων.

 

 

Αυτούς λοιπόν τους αναμφίβολα μεν διακριτούς από την άλλη όμως πολύ «κοντινούς» μουσικούς κόσμους τους αποφάσισαν να παρουσιάσουν μαζί σε δύο συναυλίες στο Ιανό και μάλιστα με μια ποικιλία τρόπων. Στην πιο πλήρη (για εμένα και αυτή που προσέφερε περισσότερα στον θεατή) εκδοχή της η συναυλία περιλάμβανε τον Γ. Καζαντζή στο πιάνο και τον Γ. Ανδρέου σε ένα ηλεκτρικό πιάνο και ανάμεσα τους την - ολοένα καλύτερη, πιο ώριμη και με περισσότερη αυτοπεποίθηση – Κορίνα Λεγάκη να ερμηνεύει εναλλάξ τραγούδια τους.

 

 

Τα δύο πιάνα δημιουργούσαν ένα πολύ όμορφο αλλά και ολοκληρωμένο μουσικό αποτέλεσμα. Το παίξιμο των δύο συνθετών δεν ήταν απλά ταιριαστό αλλά θα έλεγα ότι αλληλοσυμπληρώνονται. Ο Καζαντζής έπαιζε τις βασικές μελωδίες των τραγουδιών, ακόμα και αυτών του Ανδρέου, αφήνοντας στην πολύ μεγαλύτερη βιρτουοζιτέ του δεύτερου (λογικό αφού το  πιάνο είναι το βασικό του όργανο το οποίο μάλιστα κατέχει σε σολιστικό επίπεδο) να αναπτύσσει παράλληλα ή και αντιστικτικά θέματα. Συχνά μάλιστα εισήγαγε ή προσέθετε στοιχεία από την κλασική μουσική αλλά και την jazz,  ιδιώματα που αμφότερα γνωρίζει πολύ καλά, εκμεταλλευόμενος στο έπακρο τις επιπλέον δυνατότητες του ηλεκτρονικού πιάνου οι οποίες, ειδικά για την jazz, προσφέρονται ιδιαίτερα.

 

 

Υπήρξαν όμως και άλλες μορφές της σύμπραξης τους.. Συνόδευσαν μόνοι τους την Κορίνα Λεγάκη σε λίγα τραγούδια τους καθένας, με τον Ανδρέου σε αυτή την περίπτωση να κάθεται στο ακουστικό πιάνο. Συνόδευσαν επίσης, ο ένας τον άλλο σε, ακόμα λιγότερα, τραγούδια. Και αν για τον Ανδρέου αυτό δεν είναι τόσο παράξενο καθώς το έχει κάνει τόσοι δισκογραφικά (ένα από τα πιο γνωστά μα και καλύτερα τραγούδια του, το «Άγιος Ο Ερωτας», το ερμήνευσε ο ίδιος) όσο και στις περισσότερες εμφανίσεις του για τον Καζαντζή ήταν μάλλον πρωτόγνωρο.

 

 

Τέλος, το ένα τρίτο περίπου της διάρκειας της βραδιάς ήταν αφιερωμένο στον προσκεκλημένο του Γ. Ανδρέου, τον Πατρινό ποιητή Διονύση Καρατζά, σε στίχους του οποίου είχε κάνει το 2000 το «Χελιδόνια Της Βροχής», στο οποίο βρισκόταν και το «Άγιος ο έρωτας», έναν δίσκο που αγαπά πολύ και αντικειμενικά είναι από τους πλέον σημαντικούς του. Ο Δ. Καρατζάς ανέβηκε στη σκηνή, διάβασε ποιήματα του ανάμεσα σε τραγούδια με δικούς του στίχους που ερμήνευσαν αρχικά ο Ανδρέου και μετά φυσικά η Κ. Λεγάκη και πριν κατέβει είχε μια σύντομη συνομιλία περί ποιήσεως με τον συνθέτη. Την επόμενη βραδιά ο Γ. Καζαντζής φιλοξένησε αντίστοιχα μια ποιήτρια με την οποία έχει συνεργαστεί, την Κική Δημουλά.

 

 

Συνολικά, η συνάντηση αυτή των δύο δημιουργών όχι μόνον ήταν απόλυτα επιτυχημένη αλλά και μια συναυλία «διαφορετική» από τις περισσότερες.  Ακούστηκαν τραγούδια στην πλειοψηφία τους χαμηλών τόνων, γραμμένα με ήθος, μεράκι και αισθητική, σε εκτελέσεις λιγότερο ή περισσότερο διαφορετικές από τις αυθεντικές αλλά εξίσου υψηλής αισθητικής, παιγμένες από δύο ικανότατους μουσικούς σε ένα κλίμα πνεύματος και γνώσης. Κάτι δηλαδή που δεν συμβαίνει και τόσο συχνά...