Τρίτο και τελευταίο μέρος των εφετινού κύκλου Μετασχηματισμοί του Ελληνικού Σχεδίου που ολοκλήρωσε την γνωστή από πέρυσι διαδικασία  πραγματοποίησης αυτής της φάσης του. Στο δεύτερο μέρος δηλαδή ακούσαμε το έργο του Ρόμπερτ Σούμαν «Ο Ερωτας Του Ποιητή» (ο τίτλος αυτός δόθηκε από τον συνθέτη στα είκοσι ποιήματα που επέλεξε από την συλλογή «Λυρικό Ιντερμέδιο») όχι όμως με τους αυθεντικούς γερμανικούς στίχους του Χάινριχ Χαίνε αλλά στην ελληνική μετάφραση του Διονύση Καψάλη. Στο τελευταίο μέρος συνέβη κατά μιαν έννοια το αντίστροφο, τέσσερις Έλληνες συνθέτες επέλεξαν ο καθένας έξι από αυτά τα ποιήματα στην μετάφραση του Δ. Καψάλη και τα μετέτρεψαν σε τραγούδια με την δική τους τεχνοτροπία αλλά και αισθητική.

 

Τόσο η γραφή όσο και οι ενορχηστρώσεις του Τάσσου Ρωσόπουλου διακρίνονται από κάτι που τελικά δεν είναι μινιμαλισμός ή απλή λιτότητα αλλά μια συνειδητά αυστηρότατη, στο έπακρο θα έλεγα, αίσθηση οικονομίας των πάσης φύσεως μέσων του. Στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως όχι απλά το χιούμορ αλλά και μια πολύ πιο αποστασιοποιημένη, κάποτε και σχεδόν κυνική, αντιμετώπιση του στιχουργικού υλικού είχαν οδηγήσει στην χαλάρωση της έντασης και, αντίστοιχα, στην απελευθέρωση της πολύ μεγάλης δυναμικής που κρύβεται μέσα σε αυτό το συγκρατημένο και τόσο υπαινικτικό ύφος του στο οποίο οι παύσεις, ακόμα και τα κενά, λένε ίσως περισσότερα από τις νότες και τους ήχους που ακούγονται. Για άλλη μια φορά ήταν η κλασική κιθάρα, της περισσότερο και από άψογης, Κορίνας Βουγιούκα η βάση της εκτέλεσης του έργου. Το μπάσο κλαρινέτο του Μερκούριου Καραλή όμως είχε εξίσου σημαντικό ρόλο, όχι μόνο φέρνοντας κάποια (λίαν ευπρόσδεκτα για εμένα!) jazz στοιχεία αλλά και κάνοντας πολύ συχνά σχεδόν...εύθυμα μουσικά «σχόλια».

 

Αλλά και η Θεοδώρα Μπάκα όχι μόνο δεν απέπεμπε την κάποια περυσινή αμηχανία της αλλά ήταν εξαιρετική. Είχε ενταχθεί απόλυτα στο πνεύμα του έργου και ανταποκρίθηκε στο ακέραιο στις απαιτήσεις του, όχι μόνον αξιοποιώντας ερμηνευτικά την οπερετική φωνή της όσο και όπως ακριβώς έπρεπε αλλά ακόμα και υποκριτικά, απαγγέλλοντας τα εμβόλιμα αποσπάσματα του κειμένου του συνθέτη με την αρμόζουσα....«παιχνιδιάρικη»’ διάθεση.

 

 

Υπό τον, παραπλανητικά «δυσοίωνο» σε πρώτη ανάγνωση, τίτλο «Η μαύρη δόξα του έρωτα» ο ιδρυτής και πρόεδρος του Ελληνικού Σχεδίου, Δημήτρης Παπαδημητρίου, που διανύει την πιο ώριμη περίοδό του δημιουργικά, παρουσίασε έξι τραγούδια που δεν αντιμετώπιζαν απλά κυνικά και, σε ένα βαθμό, ως παίγνιο αλλά και με μια, κάποιες στιγμές ακόμα και σαρωτική, σαρκαστική διάθεση τα ποιήματα του Χάινε! Για άλλη μια φορά το σύνολο που χρησιμοποίησε ήταν το πλέον πολυμελές, εννέα μουσικοί, κάτι που όμως για τον Δ. Παπαδημητρίου δεν αποτελεί μέσο προς άγραν εντυπώσεων και ούτε φυσικά...επίδειξη «μεγαλείου» αλλά απαίτηση της φύσης της μουσικής του. 

 

 

Στην περίπτωση αυτή τα έγχορδα (βιολί, βιολοντσέλο και κοντραμπάσο) μαζί με το πιάνο και δευτερευόντως το κλαρινέτο έπαιζαν τον πρώτο ρόλο δίνοντας την ευκαιρία στον πολύ γοητευτικό συνδυασμό της κιθάρας της Κ, Βουγιούκα, της άρπας της (αναμφίβολα κορυφαίας σολίστ του οργάνου στην χώρα μας και δασκάλας όλων σχεδόν των υπολοίπων) Μαρίας Μπιλντέα και στο μαντολίνο να αναπτύσσουν παράλληλα θέματα με έναν «πανηγυριώτικο» - με την καλύτερη έννοια – χαρακτήρα που έφερναν στο νου ιδιώματα πολύ προγενέστερα της ρομαντικής περιόδου κατά την οποία γράφτηκαν τα ποιήματα. Ο ήχος και των τριών αυτών οργάνων με τον έναν ή τον άλλο τρόπο παραπέμπει στον προγονικό του λαγούτου και μαζί δημιουργούσαν μιαν αίσθηση που ανακαλούσε μουσική πριν από την Αναγέννηση ή ακόμα και από ημιπαγανιστικές τελετές του Μεσαίωνα και η οποία εντεινόταν κάποιες στιγμές από την προσθήκη του ακορντεόν του τόσο «ευέλικτου» ανάμεσα σε πολύ διαφορετικά ιδιώματα βιρτουόζου Ντίνου Χατζηιορδάνου. Το ίδιο «περιπαικτικό» όμως ήταν και το πιάνο του, όπως πάντα θαυμάσιου, Αχιλλέας Γουάστωρ τις λίγες φορές που πρωταγωνιστούσε.

 

 

Υπό την διεύθυνση του συνθέτη το σύνολο απέδωσε στο μάξιμουμ δίνοντας την δυνατότητα και στον ερμηνευτή που, κατά τη γνώμη μου, ταιριάζει αλλά και εκφράζει την μουσική του Παπαδημητρίου περισσότερο από κάθε άλλον/η ομότεχνο/η του, τον Γιώργο Φλωράκη, να υπερβεί ακόμα και τον πάντα άριστο εαυτό του. Ο Φλωράκης κρατήθηκε ακριβώς στο μεταίχμιο της σωστής δόσης συναισθήματος αλλά και μιας κάποιας αποστασιοποίησης την οποία απαιτούσαν τα συγκεκριμένα τραγούδια του δημιουργού συμπληρώνοντας έτσι ένα συνολικό αποτέλεσμα που, ειδικά στξμ περίπτωση του εναρκτήριου τραγουδιού, έφτανε να είναι σχεδόν αριστουρφηματικο.

 

 

Οφείλω να πω ότι δεν έχω ακούσει πολλά από το έργο του Κώστα Μάκρα αλλά ήδη από τις πρώτες νότες αυτού του κύκλου τραγουδιών του που έφερε τον τίτλο  «Του έρωτα η παιδωμή» ήταν φανερά δύο πράγματα. Το πρώτο είναι ότι πρόκειται για κάποιον ο οποίος κατέχει την λαϊκή μας μουσική, ακόμα και εκτελεστικά (παίζει μπουζούκι σε επαγγελματικό επίπεδο) αλλά ταυτόχρονα έχει κάνει και στέρεες σπουδές, κλασικής αλλά και κινηματογραφικής μουσικής. Το δεύτερο είναι το πολύ απλό γεγονός ότι είναι ένας προικισμένος συνθέτης με πλούσιο μελωδικό χάρισμα. Κατά τα φαινόμενα επίσης είναι και πολύ σοβαρός σαν άνθρωπος και έτσι αντιμετώπισε και τα ποιήματα που μελοποίησε. Η αίσθηση αυτής της σοβαρότητας επιτεινόταν από την επιλογή του ενός τυπικού για την κλασική μουσική ενορχηστρωτικού πλαισίου, ενός κουαρτέτου πιάνου, βιολιού, βιολοντσέλου και κλαρινέτου.

 

 

Σε αυτό το σημείο όμως άρχιζε να εντοπίζεται ένα πρόβλημα καθώς η γραφή του μετεωριζόταν ανάμεσα στους δυο πόλους των καταβολών του, την κλασική και την ελληνική λαϊκή μουσική. Δεν μπορώ να ξέρω αν αυτό εντάθηκε με την σειρά του εξαιτίας του Μπάμπη Βελισσάριου, ενός ηθοποιού και λυρικού ερμηνευτή που όμως, εκτός από την όπερα, έχει ασχοληθεί επίσης πολύ με το λαϊκό τραγούδι ή ακριβώς η συνειδητοποίηση του Μάκρα της φύσης του υλικού του τον οδήγησε στην επιλογή του τελευταίου (αν και έχω την υποψία ότι ισχύουν αμφότερα). Οπως και αν έχει αισθανόμουν συνεχώς αυτή την εσωτερική «πάλη» στα, πολύ όμορφα σε κάποιες περιπτώσεις, τραγούδια του καθώς το καλό έργο του μάλλον δεν ολοκλήρωνε τις προθέσεις του δημιουργού του.

 

Η μεγαλύτερη έκπληξη όμως ήταν για εμένα το τελευταίο έργο, η συμμετοχή του Νίκου Ξυδάκη. Θεωρώ το «Του τραγουδιού της μια φράση» ό,τι πιο άρτιο αλλά και καλύτερο έχω ακούσει από τον συνθέτη εδώ και πολλά χρόνια. Και η αιτία για αυτό μια και μόνη, ότι αυτή τη φορά ο Ν. Ξυδάκης δεν είχε κάνει ο ίδιος την ενορχήστρωση αλλά την εμπιστεύθηκε στον εκπληκτικό αλλά και πολύ έμπειρο πιανίστα Δημήτρη Μπουζάνη. Η μελωδική γραφή του Ξυδάκη ανέκαθεν ήταν μινιμαλιστική αλλά αυτή  τη φορά ακόμα περισσότερο. Επίσης – ίσως και λόγω ιδιοσυγκρασίας – ήταν ο μόνος από τους τέσσερις που διατήρησε μιαν επαφή με το σοβαρό και μελαγχολικό, δηλαδή, καθαρά ρομαντικό, πνεύμα του έργου του Σούμαν.

 

 Ο Δ. Μπουζάνης υποστήριξε αυτή την λιτότητα με μιαν ακόμα λιτότερη ενορχήστρωση, αφήνοντας έξω κάποια από τα ανατολίτικα όργανα που πολύ πιθανά θα είχε χρησιμοποιήσει ο ίδιος ο συνθέτης και περιορίζοντας τα μόλις σε τρία, πιάνο, βιολοντσέλο και κλαρινέτο. Αν και μάλιστα ήταν σαφώς το δικό του - και παιγμένο με σχεδόν αισθαντικό τρόπο – αυτό που ομολογουμένως ήταν το επίκεντρο κάθε άλλο παρά επεδίωκε να κυριαρχεί, αντίθετα είχε δώσει ισότιμους ρόλους και στα υπόλοιπα δύο.

 

Η Νανά Μπινοπούλου, αν και οι καταβολές, ακόμα και η φύση της φωνής της δεν θα μπορούσαν να είναι περισσότερο διαφορετικές, απέδωσε όμορφα αυτές τις λεπταίσθητες, θλιμμένες αλλά όχι και καταθλιπτικές, κλασικότροπεςς ελεγειακές μινιατούρες.