Η σχέση του συνθέτη Γιώργου Ανδρέου με τον σκηνοθέτη και στιχουργό, Θοδωρή Γκόνη, αριθμεί πολλά χρόνια σύμπλευσης. Δισκογραφικά συναντήθηκαν στον πρώτο δίσκο του Ανδρέου, «Κορίτσι και γυναίκα» (1990) και έκτοτε συνταίριαξαν σε δίσκους, soundtrack κινηματογραφικής ταινίας («Λουκουμάδες με μέλι», 2004), θεατρικές παραστάσεις.

 
Το καλοκαίρι του 2007, στο Αίθριο του Μεγάρου Μουσικής παρουσίασαν το μουσικό-θεατρικό έργο «Καρόλου Ντηλ και Τσιμισκή» (κυκλοφόρησε ως βιβλίο του Γκόνη από τις εκδόσεις Άγρα, το 2008, ενώ προϋπήρχε στην έμμετρη του μορφή, επίσης από τις εκδόσεις Άγρα, το 2004)  το οποίο αποτελεί μια σύγχρονη απεικόνιση της ιστορίας οκτώ επωνύμων και ανωνύμων γυναικείων προσώπων το μεσαιωνικού και νεώτερου Ελληνισμού, όπως της Άννας Δαλασσηνή, μητέρας του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού,
 
[κατά Καβάφη: “Εις το χρυσόβουλλον που έβγαλ’ ο Aλέξιος Κομνηνός/ για να τιμήσει την μητέρα του επιφανώς,/ την λίαν νοήμονα Κυρίαν Άννα Δαλασσηνή —/ την αξιόλογη στα έργα της, στα ήθη —/ υπάρχουν διάφορα εγκωμιαστικά: /εδώ ας μεταφέρουμε από αυτά/ μια φράσιν έμορφην, ευγενική/ «Ου το εμόν ή το σον, το ψυχρόν τούτο ρήμα, ερρήθη»” ]
 
 
και της  Αμερικανογαλλίδας, κόρης Γάλλου διπλωμάτη και συζύγου του Δούκα της πόλης της Βορείου Ιταλίας, Πλακεντία (Πιατσέντσα), Σοφί ντε Μαρμπουά Λεμπρέν ή αλλιώς Δούκισσα της Πλακεντίας, η οποία εν μέσω προσωπικών δραμάτων (έχασε τη μονάκριβη κόρη της Ελίζα κ.ά.)  ενίσχυσε τον απελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων του ’21 κ.ά. 
 
Οι οκτώ, αυτοί, θεατρικοί μονόλογοι και συνολικά δεκατρία τραγούδια (στο δεύτερο μέρος παρουσιάστηκε το ανέκδοτο μουσικό έργο: «Ο γάιδαρός μου κι ο άγγελός του») αποτέλεσαν το υλικό της παράστασης  «Στουρνάρα και Πατησίων Γωνία». Στους μονολόγους οι ηθοποιοί Ελένη Κοκκίδου και η Μυρτώ Γκόνη καθώς και ο συγγραφέας τους Θοδωρής Γκόνης. Ερμήνευσαν η Ελένη Τσαλιγοπούλου, η Κορίνα Λεγάκη και η Γιώτα Νέγκα (στην πρώτη παράσταση). Επί σκηνής στο πιάνο, ο συνθέτης των τραγουδιών και των ορχηστρικών μουσικών της παράστασης, Γιώργος Ανδρέου συνοδευόμενος από τον Μιχάλη Πορφύρη στο τσέλο. 
 
Παρακολουθώντας την τρίτη και τελευταία παράσταση, η εικόνα που μου άφησε είναι πως πρόκειται για ένα ολοκληρωμένο μουσικό έργο, παρόλο το μινιμαλισμό της σκηνικής του απόδοσης (με δύο όργανα) και μιαν εν εξελίξει θεατρική παράσταση. Πιο συγκεκριμένα, τα δεκατρία τραγούδια που ακούστηκαν, είχαν τον πολυσυλλεκτικό ηχόχρωμα του Ανδρέου όπου χωρίς να κραυγάζει την ταυτότητα της σύνθεσης, καταφέρνει να συγκεράσει  υπογείως διαφορετικά μουσικά είδη λόγιας και λαϊκής κατεύθυνσης, αναδεικνύοντας το λόγο και τοποθετώντας το συναίσθημα ως οδηγό ανάγνωσης και όχι ως κινητήριο μοχλό ψυχικής εκτόνωσης.
Έτσι, οι δεκατρείς ιστορίες που ακούστηκαν είτε ως έμμετρη απόδοση των μονολόγων στο Ά  μέρος είτε ως  υλικό του ανέκδοτου μουσικού έργου στο Β΄, απέκτησαν μελωδίες που ενίσχυσαν τον αφηγηματικό χαρακτήρα, τη διακειμενικότητα και ποιητικότητα των ιστοριών-στίχων του Γκόνη, με λιγότερο όμως επιτυχημένη τη μουσική έκφραση της θεατρικότητάς, όπου υπήρχε. Οι ερμηνείες της Τσαλιγοπούλου και της Λεγάκη ενσωματώθηκαν στο υλικό και όχι το αντίστροφο, υπήρξαν, δηλαδή, εντός του πλαισίου δράσης των αναγκών των τραγουδιών, εσωτερικές και προσγειωμένες.
 
Ο τρόπος όμως θεατρικής μεταφοράς του υλικού, δεν υπήρξε το ίδιο συμπαγής όπως η μουσική απεικόνισή του, δίνοντας την εντύπωση μιας θεατρικής ιδέας που βρίσκεται εν προόδω και όχι ως τετελεσμένη συνθήκη. Κι αυτό είτε σε σχέση με τη θεατρική ροή η οποία εμφάνισε έναν ασπόνδυλο χαρακτήρα κυρίως όμως σε σχέση με τα θεατρικά ευρήματα που θα μπορούσαν να «συμπληρώσουν» τα κείμενα και τη μουσική. Αισθάνθηκα ότι χρειαζόταν μια πρωτογενή, αυθύπαρκτη  ιδέα, μια θεατρική συνθήκη που θα συμπλήρωνε και αναδείκνυε το νοηματικό πλαίσιο πχ. το ιλαροτραγικό της Κοκκίδου ως «Δούκισσα της  Πλακεντίας» πέραν της αναγνωστικής της έκφρασης ή τη «γυμνή» δραματικότητα της Μυρτώς Γκόνη κατανοώντας βεβαίως το δύσκολο της φύσης των διηγηματικών κειμένων και τη φύση των μονολόγων. 
 
Συνοπτικά πρόκειται για μια παράσταση στην οποία πρωτοστατούν η ιστορία μέσα από το «σήμερα» και το «τώρα» μέσω της ιστορίας, η μουσική Δύση και Ανατολή,  τα ωραία ελληνικά, -κείμενο και στίχοι- και η ευγενής πολυμάθεια και όχι ακκισμοί των δημιουργών της.