Είναι ο Jaimeo Brown ένας ακόμα Αμερικανός jazz μουσικός που εμφανίστηκε στην Στέγη; Από μια πλευρά ναι, με το παραπάνω και μάλιστα...«με βούλα» αφού όχι μόνον αμφότεροι οι γονείς του ήταν το ίδιο αλλά και άρχισε όχι απλά να παίζει αλλά και να σπουδάζει ντραμς από τα γυμνασιακά του χρόνια και συνέχισε αργότερα σε πανεπιστημιακό επίπεδο. Το αν είναι όμως και τυπικός εκπρόσωπος του είδους, με μια κουβέντα σαν την συντριπτική πλειοψηφία των υπολοίπων, σηκώνει πολύ μεγάλη συζήτηση.


Πριν από όλα είναι ο συνηθισμένος, έστω και εξαιρετικός, ντράμερ; Οχι ακριβώς αφού (πέραν του γεγονότος ότι έχει σπουδάσει και μελετήσει και εντελώς διαφορετικού τύπου κρουστά όπως η ινδική τάμπλα) δεν περιορίζεται μόνο στα χτυπήματα των χεριών και τις κινήσεις των ποδιών του στα τύμπανα αλλά και χειρίζεται μια πληθώρα samples που ξεκινούν από αποσπάσματα παλαιότερων ηχογραφημάτων και φτάνουν σε φωνές που τραγουδούν ή μη αλλά και φυσικούς ήχους.


Επίσης είναι μόνο jazz; Σαφώς από την jazz ξεκινά, σε αυτήν επιστρέφει συνέχεια και το κυριότερο στοιχείο της, ο αυτοσχεδιασμός, είναι και το δομικό του παιξίματος του. Όμως σε αυτό ενυπάρχουν και στοιχεία ή και θραύσματα ακόμα καταρχήν από hip-hop αλλά και από rock, soul και φυσικά funk, είτε διακρίνονται την στιγμή που τα ακούς είτε περισσότερο τα νιώθεις καθώς η μουσική του ξετυλίγεται. Όλα αυτά μαζί με την κιθάρα του βασικού του συνεργάτη Chris Sholar (ο οποίος σε κάποιες στιγμές χειριζόταν πιο πολύ παρά έπαιζε και synthesizer) δημιουργούν ένα πανίσχυρο groove, έναν «ρυθμό των ρυθμών» που είναι ακατανίκητα χορευτικός, σε ωθεί να κινηθείς ακόμα και αν κάθεσαι χωρίς να το προσπαθεί καθόλου, αν όχι αδιαφορώντας να το κάνει!


Στην πραγματικότητα η jazz προερχόταν – σε αυτή τουλάχιστον την περίσταση γιατί ο αριθμός και η σύνθεση των Jaimeo Brown Transcendence ποικίλουν στις εμφανίσεις τους – από τον τρίτο της υπόθεσης, τον σαξοφωνίστα Jaleel Shaw. Άψογος εκτελεστής όπως και οι άλλοι δύο αλλά όχι απλά βαθύς γνώστης όλης της παράδοσης του ιδιώματος αλλά με αυτήν και ιδίως την πιο «κλασική» της περίοδο, το hard bop και λιγότερο το προγενέστερο του bebop, κυριολεκτικά να ρέουν στις φλέβες του.


Περνώντας σε ένα άλλο επίπεδο, ο Jaimeo Brown είναι επίσης και ακτιβιστής; Φυσικά και ναι, πώς θα μπορούσε να μην είναι κάποιος που χρησιμοποιεί samples από ομαδικά τραγούδια μαύρων της δεκαετίας του ’50, μιας εποχής δηλαδή που ο αγώνας για τα ίσα δικαιώματα τους δεν είχε καν αρχίσει και μάλιστα καταδικασμένων σε ποινή καταναγκαστικών έργων, υπό καθεστώς διπλής δουλείας δηλαδή αν το καλοσκεφτεί κανείς, για να κάνει σύγχρονα «Work Songs» όπως είναι ο τίτλος του δεύτερου album των Jaimeo Brown Transcendence που κυκλοφόρησε πέρυσι; Τραγούδια δηλαδή για τον σημερινό εργαζόμενο ο οποίος δουλεύει σε συνθήκες του πλέον απάνθρωπου, εξοντωτικού καπιταλισμού, στην Αμερική πριν και περισσότερο από οπουδήποτε αλλού.


Ο κοινωνικός αλλά και πολιτικός ακτιβισμός του όμως φτάνει μέχρι του σημείου να είναι και αγκιτάτορας; Και αυτό ακόμα είναι αλλά με έναν δικό του, ήρεμο τρόπο που βρίθει υποσημαινομένων όπως τα βίντεο τα οποία προβάλλονταν συνέχεια. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία με εικόνες από ζώα της ζούγκλας, με ειρηνική συνύπαρξη μελών του ιδίου ή και διαφορετικού είδους, ακόμα και με στιγμές αγάπης τους αλλά και με άλλες γεμάτες από βία και αγριότητα που δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στην εξόντωση ενός ή περισσοτέρων από αυτά. Εικόνες που έλεγαν πολλά περισσότερα από τους στίχους όλων των συνθέσεων του, αν φυσικά αυτοί υπήρχαν.


Τέλος είναι και ένας οξυδερκής παρατηρητής του κοινωνικού του περιγύρου που δεν αρκείται να τον σχολιάζει μόνο μέσα από την μουσική του αλλά δίνει και... διαλέξεις για αυτό τον σκοπό. Και το απέδειξε μετατρέποντας την συνηθισμένη παρουσίαση των δύο άλλων μουσικών του σχήματος στο φινάλε σε έναν γεμάτο κέφι αλλά και αρκούντως φορτισμένο συναισθηματικά...λόγο που διήρκεσε για περισσότερο από δέκα πέντε λεπτά! Και αυτή δεν ήταν παρά μια πρόγευση του «εργαστηρίου», με ελεύθερη φυσικά είσοδο, το οποίο θα έκανε την επομένη το πρωί, για μουσικούς και μη.


Ο Jaimeo Brown λοιπόν είναι ένας ακόμα Αμερικανός jazz μουσικός που έπαιξε στην Στέγη αλλά, όπως λέει και ο ίδιος, «ανήκει στη γενεά του» - είναι τριάντα εννέα ετών – για την οποία η ψηφιακή παράδοση πλέον είναι τόσο δεδομένη όσο και εκείνη της jazz. Επιπλέον όμως διαθέτει μια πολύ διαφορετική αντίληψη της μουσικής, της δύναμης και της σημασίας της από τους περισσότερους συνομηλίκους ομοτέχνους του που τον καθιστά και όλα τα παραπάνω. Και για αυτό ακριβώς είναι και cool as fuck, για όσους /ες τα αγγλικά τους είναι τόσο καλά ώστε να γνωρίζουν τι σημαίνει στην πραγματικότητα αυτή η ιδιωματική έκφραση!