Το «Αόρατος» είναι μια δισκογραφική εργασία σε μουσική Περικλή Κανάρη και στίχους Μάνου Ελευθερίου που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο από τον Μετρονόμο και σίγουρα είναι από τις καλύτερες μα και πιο ενδιαφέρουσες της χρονιάς. Ο Περικλής Κανάρης είναι Έλληνας φυσικά συνθέτης που όμως εδώ και αρκετά χρόνια είναι εγκατεστημένος στη Νέα Υόρκη όπου ασχολείται κυρίως με την κινηματογραφική μουσική. Εκεί άλλωστε παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του ’14 ο κύκλος τραγουδιών που στη συνέχεια αποτέλεσε το υλικό του πρώτου του δίσκου. 

 

 

Με μερικά ταξίδια του μέσα στο καλοκαίρι ο δημιουργός προετοίμασε πολύ προσεχτικά την μία και μοναδική – τουλάχιστον για πολύ μεγάλο διάστημα – συναυλία παρουσίασης του «Αόρατος» στην Αθήνα. Αυτό φάνηκε ήδη από την πολύ ασυνήθιστη επιλογή χώρου για πρωτοεμφανιζόμενο δισκογραφικό, το μεγάλης χωρητικότητα «Παλλάς» το οποίο σημειωτέον κατάφερε σχεδόν να γεμίσει. Γινόταν όμως ακόμα πιο φανερό από την στιγμή που έφτανες εκεί και, ακόμα περισσότερο, κατά την διάρκεια της συναυλίας.

 

Χάρη δηλαδή στις αρκετές χορηγίας τις οποίες κατάφερε να εξασφαλίσει από εύρωστες οικονομικά επιχειρήσεις – κάτι που όχι μόνον αρνητικό δεν είναι αλλά αντίθετα του αξίζουν έπαινοι για τον έξυπνο και αποτελεσματικό τρόπο με τον οποίο κινήθηκε – ο Περικλής Κανάρης κατόρθωσε να παρουσιάσει το ντεμπούτο του με έναν τρόπο πολύ διαφορετικό αλλά και ασύγκριτα ανώτερο, τεχνικά αλλά και αισθητικά, από αυτόν με τον οποίο γίνονται οι ζωντανές παρουσιάσεις δίσκων στη χώρα μας. The American way αν το προτιμάτε έτσι, τον οποίο προφανώς κατέχει πλέον πολύ καλά...

 

Στη σκηνή καταρχήν βρέθηκε ένα πολυμελές σχήμα, δέκα άτομα συγκεκριμένα (δύο κιθάρες με τον εκτελεστή της μίας να παίζει και μαντολίνο, δύο μπουζούκια με τον εκτελεστή του ενός να παίζει και ούτι, ακορντεόν/φυσαρμόνικα, τρομπέτα, κρητική λύρα, βιολοντσέλο, μπάσο και ντραμς) που το συναποτελούσαν η μόνιμη πενταμελής μπάντα του από τη Νέα Υόρκη και ισάριθμοι Αθηναίοι μουσικοί. Με την βοήθεια λοιπόν και της πολύ καλής ακουστικής του χώρου και ενός έμπειρου ηχολήπτη το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνον απολύτως άρτιο αλλά και εξαιρετικά πλούσιο ηχητικά.

 

 

Ο ίδιος ο συνθέτης έπαιξε πιάνο και keyboards – εκτός από λίγες στιγμές που τον αναπλήρωσε ο Αμερικανός ακορντεονίστας – ενώ παράλληλα διύθυνε τα τεκταινόμενα διακριτικά, με σεμνότητα αλλά και με όλη τη αναγκαία για την περίσταση αυτοπεποίθηση. Το ηχητικό μέρος συνόδευε αρμονικά ένα καλαίσθητο οπτικό με την σκηνοθετική επιμέλεια του Λευτέρη Γιοβανίδη. Ήταν μια προβολή βίντεο που συνδύαζε με όμορφο τρόπο πλάνα από τα έργα της – επίσης μόνιμα εγκατεστημένης στη Νέα Υόρκη – εικαστικού Λυδίας Βενιέρη τα οποία αποτελούν το όντως εντυπωσιακό artwork του δίσκου.

 

 

Ο Περικλής Κανάρης είχε διανθίσει τις ζωντανές εκτελέσεις των τραγουδιών του «Αόρατος» με διασκευές άλλων, κάτι που προσέθετε στο ακρόαμα μιαν ευπρόσδεκτη ποικιλία. Ακούστηκαν τραγούδια οκτώ εκ των σημαντικότερων Ελλήνων συνθέτων, των - με αλφαβητική σειρά - Ανδριόπουλου, Θεοδωράκη, Κουγιομτζή, Μικρούτσικου, Μούτση, Νικολόπουλου, Ξαρχάκου και Σπανού (ο μόνος που απουσίαζε παράδοξα ήταν αυτός που κατά την γνώμη μου είναι, μετά τον Θάνο Μικρούτσικο, η κυριότερη εξ Ελλάδας επιρροή του, δηλαδή ο Μάνος Χατζιδάκις). Ο Κανάρης διασκεύασε αυτά τα τραγούδια με τον χαρακτηριστικό του ενορχηστρωτικό τρόπο, δίνοντας έμφαση στον ηλεκτρικό, κάποτε ακόμα και ξεκάθαρα rock, ήχο της μπάντας του και, όπου χρειαζόταν, στην τρομπέτα ή στο πιάνο του. Τα μπουζούκια, το ούτι και την λύρα τα χρησιμοποιούσε πολύ μετρημένα και μάλλον συμπληρωματικά, δίνοντας τους πρωταγωνιστικό ρόλο σε ελάχιστες στιγμές.

 

 

Άφησα για το τέλος τις ερμηνείες. Ο ίδιος ο Περικλής Κανάρης ήταν επαρκής, όσο ήταν αναμενόμενο από έναν συνθέτη που δεν δηλώνει τραγουδιστής. Η Λαμπρινή Καρακώστα, σε μιαν από σπάνιες εμφανίσεις της μακριά από το πλευρό αλλά και την «σκιά» του Σωκράτη Μάλαμα, έδειξε ότι διαθέτει μια πολύ ιδιαίτερη φωνή που καλό θα ήταν να ακούσουμε κάποτε και σε δικό της ρεπερτόριο.

 

 

Ο Κώστας Μακεδόνας έπειθε περισσότερο όταν ήταν ο...εαυτός του, όχι τόσο δηλαδή στα τραγούδια του δίσκου όσο στις διασκευές λαϊκών των άλλων δημιουργών που ερμήνευσε. Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου ευτύχησε να έχει, τόσο στον δίσκο όσο και στη συναυλία, το πιο «αβανταδόρικο» – μουσικά αλλά και στιχουργικά – τραγούδι που θα μπορούσε και να έχει γραφτεί ειδικά για αυτόν. Το ομότιτλο του «Αόρατος» συνδυάζει την «ροκ» ορμή, ίσως ακόμα και οργή, του ξεκινήματος του με την συγκροτημένη εσωτερική ένταση που μπορεί να έχει, όταν βέβαια το επιθυμεί, στην κατασταλαγμένη πια ωριμότητα του.

 

 

Εκείνη όμως που κυριολεκτικά και μεταφορικά έκλεψε την παράσταση ερμηνεύοντας πολύ λίγα τραγούδια ήταν η Ρίτα Αντωνοπούλου. Δεν είναι μόνον η ποιότητα και η έκταση της φωνής της αλλά και η θεατρικότητα που χαρακτηρίζει τις ερμηνείες της δίχως ποτέ να γίνεται υπερβολική και να καταλήγει... «μελόδραμα», ο υποδειγματικός αυτοέλεγχος της και το πως κυριαρχεί στον χώρο  χωρίς καν να το προσπαθεί και όσο ακριβώς χρειάζεται, δίχως ποτέ να επιδιώκει να γίνει το επίκεντρο εκτοπίζοντας τους άλλουςς συντελεστές οι οποίοι είναι παρόντες στη σκηνή, αυτά που με κάνουν να την θεωρώ μακράν την πιο ολοκληρωμένη νέα Ελληνίδα ερμηνεύτρια αυτή την στιγμή. Και αυτό σημαίνει επίσης και εκείνη που με έργα και όχι με προθέσεις ή λόγια υπόσχεται μια πολύ καλύτερη και πιο συναρπαστική συνέχεια!

 

 

Ακριβώς το ίδιο όμως ισχύει και για τον Περικλή Κανάρη, τον δημιουργό που ήδη με την πρώτη συναυλιακή του παρουσία έδωσε πολύ διακριτά το ξεχωριστό στίγμα του.