Η Manana Roberts γεννήθηκε στο Σικάγο, έμαθε μόνη της σαξόφωνο και αναδείχθηκε αλλά και προωθήθηκε διαμέσου της Association for the Advancement of Creative Musicians. Η AACM είναι ένας «από τα κάτω» αλλά και εξαιρετικά οργανωμένος αυτοδιαχειρζόμενος οργανισμός ο ποιος ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60  συντονίζει την κοινότητα των – μαύρων στην συντριπτική τους πλειοψηφία – κυρίως jazz μουσικών του Σικάγο αλλά και φροντίζει για τα επαγγελματικά τους συμφέροντα. Το πολύ δυναμικό αυτό άτυπο συνδικάτο ήταν λογικό να δημιουργηθεί σε μια πόλη που η jazz και, κατά προέκταση, η πειραματική σκηνή της έχουν μακρόχρονη παράδοση και ισχυρή παρουσία όσο σε λίγες άλλες αμερικανικές.

 

Χάρη στην AACM λοιπόν η Manana Roberts προχώρησε όχι μόνο στο jazz αλλά και στο avant garde κύκλωμα, συνεργάστηκε με αρκετά σημαντικά ονόματα αμφοτέρων και – αν και αυτοδίδακτη, μην το ξεχνάμε – στη Νέα Υόρκη, όπου έχει μετοικήσει εδώ και χρόνια, κατέχει θέσεις ομότιμης υφηγήτριας σε περισσότερα από ένα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Μια καθόλα αξιοσέβαστη φυσιογνωμία συνολικά της σύγχρονης αμερικανικής πρωτοπορίας καθώς οι – σχεδόν πάντα σόλο - ζωντανές εμφανίσεις της δεν είναι απλές συναυλίες αλλά multimedia παραστάσεις στις οποίες η μουσική, ο ήχος του σαξοφώνου της που τον επεξεργάζεται σε πραγματικό χρόνο με διάφορες ηλεκτρονικές μεθόδους, συνδυάζεται με την ιδιότυπη ερμηνεία ή και απαγγελία της και με προβολές βίντεο τις οποίες επίσης επιμελείται η ίδια.

 

Από το ’11 η Roberts έχει ξεκινήσει ένα project με γενικό τίτλο «Coin Coin» που ολοφάνερα αποτελεί το magnum opus της.

 

Πρόκειται για μια σειρά δώδεκα (!) δίσκων με ρυθμό μάλλον ενός κάθε δύο χρόνια. Πέρυσι κυκλοφόρησε το τρίτο μέρος, το «River Run Thee» και αυτό ήρθε για να παρουσιάσει στη Στέγη. Coin Coin ήταν το προσωνύμιο με το οποίο έγινε γνωστή μια θρυλική φυσιογνωμία του αγώνα για τα δικαιώματα των Αφροαμερικανών, μια απελεύθερη σκλάβα που ίδρυσε μια όλως ιδιαίτερη κοινότητα μαύρων στη Λουιζιάνα στην οποία μεγάλωσε ο παππούς της Roberts. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το ότι όχι μόνον όλοι οι δίσκοι του «Coin Coin» θα κυκλοφορήσουν στην Constellation, την εταιρεία των Godspeed You! Black Emperor, αλλά και έχει συνεργαστεί μαζί τους με έκανε να υποψιαστώ κάτι πριν ακόμα παρακολουθήσω την παράσταση της. Και αυτό γιατί το πολιτικό στοιχείο είναι πολύ περισσότερο και από έντονο στο έργο αλλά και την στάση της κολεκτίβας των Καναδών πρωτεργατών του post rock.

 

 

Δέκα λεπτά μετά την έναρξη της παράστασης ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι το ένστικτο ή, αν το προτιμάτε έτσι, η διαίσθηση μου ως κριτικού μουσικής είχε επιβεβαιωθεί και με το παραπάνω. Δεν ξέρω αν η Roberts όταν ξεκινούσε ήθελε να γίνει μόνον μουσικός αλλά αναμφίβολα έχει καταλήξει να είναι απολύτως συνειδητά πολύ περισσότερο ακτιβίστρια παρά αυτό. Το έργο της είναι αυτό που λέμε «στρατευμένο», αν όχι αμιγώς πολιτικοποιημένο. Όχι απλά θεματολογία αλλά και επίκεντρο του πλέον είναι ο – κατά την ίδια – διαρκής αγώνας των Αφροαμερικανών για ίσα δικαιώματα, αν και εκείνη λέει ότι αγωνίζεται για να καταργηθούν οι κάθε είδους διακρίσεις. Αυτό φυσικά είναι όχι μόνον κατανοητό αλλά και απόλυτα σεβαστό. Αποστολή όμως του κριτικού δεν είναι να κρίνει τις ιδεολογικές ή όποιες άλλες προθέσεις του δημιουργού αλλά αισθητικά και συνολικά το έμπρακτο αποτέλεσμα τους, το εκάστοτε έργο του.

 

 

Αυτό που άκουσα και είδα λοιπόν όχι μόνο δεν ήταν συναυλία αλλά ούτε καν μια παράσταση με βασικό στοιχείο της την μουσική. Ήταν μια οπτικοακουστική μπροσούρα ή έστω μανιφέστο στο οποία η μουσική έπαιζε τριτεύοντα και συμπληρωματικό ρόλο, αν δεν αποτελούσε απλά την ηχητική του επένδυση. Δεν θα με ενοχλούσε αν η επένδυση αυτή ήταν τόσο καλή ή έστω ενδιαφέρουσα ώστε τουλάχιστον να μπορούσε απλά να μου διατηρήσει την προσοχή. Δυστυχώς όμως μετά από πολύ λίγη ώρα ακόμα και αυτό έπαψε να συμβαίνει.

 

 

Οι ικανότητες αλά ακόμα και η τεχνική της Roberts στα σαξόφωνο είναι πολύ συγκεκριμένες και σίγουρα όχι μεγάλες. Δεν είναι σπουδαία εκτελέστρια, ούτε όμως – ίσως αναπόφευκτα – και αυτοσχεδιάστρια. Με τα ηλεκτρονικά της καταφέρνει κάπως να το καλύπτει αυτό αρχικά, δημιουργώντας ένα ηχητικό «τοίχο» με καταβολές κατά πρώτο λόγο στην jazz και δευτερευόντως στην soul. Μετά από λίγο όμως είναι αδύνατο να μην προσέξεις ότι αυτό, αν και αρκετά «ζεστό», τελικά είναι πολύ φτωχό σε έμπνευση και φαντασία και μάλλον επαναλαμβανόμενο. Όσο και αν έχει μάθει κάποια πράγματα από τις συνεργασίες της με τον μέγα Antony Braxton δεν μπορεί φυσικά να πλησιάσει ούτε στο ελάχιστο την εκτελεστική του ευφυία.

 

 

Ερμηνευτικά υστερεί ακόμα περισσότερο, η φωνή της είναι απλά τονικά σωστή και τίποτα περισσότερο και οι απαγγελίες της διαθέτουν μόνο την δύναμη της πειθούς. Ακόμα και από τεχνικής πλευράς πρόκειται για κάτι πολύ απλοϊκό, η ηλεκτρονική της επεξεργασία συνίσταται σε live multisampling και δημιουργία λουπών με τη χρήση κυρίως ψηφιακών delays. Τεχνικές δηλαδή που οι Cabaret Voltaire για παράδειγμα χρησιμοποιούσαν ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, έστω και με αναλογικά μηχανήματα που πολλές φορές ήταν απλά μαγνητόφωνα μπομπίνας.

 

 

Το σύνολο μουσικής, λόγου, εκφοράς του, εικόνας, ακόμα και της αξιοποίησης της πλέον σύγχρονης για την εποχή τεχνολογίας (ένα laptop που σίγουρα θα έκανε τα πράγματα πολύ πιο σύνθετα, άρα και ενδιαφέροντα, σχεδόν... διαλαλούσε την απουσία του!) ήταν πάρα πολλές βαθμίδες κατώτερα από το όραμα και την δημιουργική φαντασία των αναλόγων – και εξίσου, αν όχι πολύ περισσότερο, έμπλεων σε νοήματα αλά και μηνύματα – εγχειρημάτων της Laurie Anderson σαράντα χρόνια πριν! Μπορεί λοιπόν όλο αυτό να θεωρηθεί έστω και «υψηλή πρωτοπορία» που όλα θυσιάζονται στο βωμό της; Κατά την ταπεινή μου γνώμη όχι, είναι αδύνατον να το θεωρήσεις τέτοια. Και αυτό που απέμενε δεν ήταν αρκετό  για να κρατήσει το ενδιαφέρον...