Η προσέγγιση συνθέσεων γιγάντων της κλασικής μουσικής όπως ο Μπαχ και ο Μότσαρτ αλλά και απλά σπουδαίων δημιουργών της όπως ο Σατί και ο Σοστακόβιτς διαμέσου της ανατολικής μουσικής παράδοσης και με όχημα τρία όργανα, που δεν έχουν καμία σχέση με αυτήν,  είχε λόγο και αιτία  και παρήγαγε ένα άρτιο, κάποιες στιγμές ακόμα και πολύ σαγηνευτικό αποτέλεσμα. Τα δύο όργανα ανήκουν στην ανατολική παράδοση και το άλλο ανθεί στο χώρο της jazz (κανονάκι, ούτι και σαξόφωνο0), αντίστοιχα και οι εκτελεστές τους. 

 

Με χαρά μάλιστα διαπίστωσα ότι μερικοί ενδόμυχοι αισθητικοί φόβοι μου αποδείχθηκαν αβάσιμοι.  Παρά δηλαδή την απουσία τοξωτών (με δοξάρι) εγχόρδων, άρα και τη έλλειψη δυνατότητας για glissandi, το «Air On A G String» του Μπαχ αποδόθηκε χωρίς να χάσει το παραμικρό από την πηγαία ομορφιά του. Από την άλλη, βέβαια, ίσως αυτό να οφείλεται και στην τεράστια δύναμη που εμπεριέχει ως σύνθεση, η μελωδία του είναι τόσο ισχυρή ώστε τίποτα να μην μπορεί να την αγγίξει, ούτε καν να την «θολώσει».

 

Στα αποσπάσματα της ανατολικής μουσικής που παίχτηκαν, παραδοσιακά ή και νεότερα λόγια τραγούδια, δεν υπήρχε προφανώς καμία αμφιβολία για το αποτέλεσμα καθώς σε αυτά τουλάχιστον οι δύο από τους τρεις μουσικούς ήταν στο στοιχείο τους. Γενικότερα το πρόγραμμα της συναυλίας διακρινόταν από μιαν ήπια ίσως αλλά και αισθητή πειραματική και δεόντως αυτοσχεδιαστική διάθεση. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν αναγραφόταν λεπτομερώς καθώς μέχρι και την τελευταία ακόμα στιγμή διαμορφωνόταν. Ήταν άλλωστε φανερό και στους αυτοσχεδιασμούς που άνοιξαν τα τρία μέρη, έναν από κάθε μουσικό και όλοι τους άριστοι, τόσο ως δομή και ανάπτυξη όσο βέβαια και εκτελεστικά καθώς άπαντες είναι βιρτουόζοι στα όργανα τους.

 

Άφησα για το τέλος το κυριότερο στοιχείο, τους ίδιους τους μουσικούς. Γιατί ένα τέτοιο, τόσο «ρευστό» από την φύση του project πριν από όλα βασίζεται, αν δεν εξαρτάται, στους εκτελεστές του. Με διαφορετικά όργανα ή και με τα ίδια αλλά με άλλους εκτελεστές το αποτέλεσμα σίγουρα θα ήταν πολύ διαφορετικό, πιθανά και κατώτερο γιατί πολύ δύσκολα πραγματικά μπορώ να το φανταστώ να φτάνει σε ανώτερο επίπεδο σε οποιαδήποτε περίπτωση.

 

Ο Πάνος Δημητρακόπουλος στο κανονάκι ήταν η ήρεμη – και με γνώση – δύναμη που ολοφάνερα λειτουργούσε αν όχι ηγετικά πάντως αναμφίβολα ως ο «συντονιστής» της υπόθεσης, τόσο αναφορικά με τη συνολική προσέγγιση όσο και εκτελεστικά. Τον συμπλήρωνε κάτι περισσότερο και από επάξια ο Θωμάς Κωνσταντίνου (με τον οποίο συνυπάρχουν και στους θαυμάσιους Takim και η «όσμωση» τους ήταν κάτι περισσότερο και από προφανής στον τρόπο που συνδύαζαν το παίξιμο τους) ο οποίος μάλιστα με εξέπληξε κάποιες στιγμές με τους παράξενους και λίαν απροσδόκητους και εκτός των ορίων του οργάνου ήχους που κατάφερνε να... «εκμαιεύει» από το ούτι του.

 

Για εμένα όμως όχι μεν αυτός που έκλεψε την παράσταση αλλά – ηθελημένα ή μη – ο πρωταγωνιστής της ήταν ο Δημήτρης Τσάκας. Και δεν αναφέρομαι φυσικά στο κομμάτι του John Coltrane, το μοναδικό που ανήκει στο ιδίωμα της jazz, εκείνο δηλαδή το οποίο υπηρετεί και ο ίδιος. Ήταν εντυπωσιακός ο τρόπος που κατάφερνε να εντάσσεται, με ένα όργανο που το ηχοχρώματα του ουδεμία σχέση έχει με των άλλων δύο, ακόμα και στα «ανατολικά» κομμάτια.

 

Ακόμα περισσότερο όμως συνέβαινε αυτό στα κλασικά έργα. Αποκορύφωμα το «Air On A G String» στο οποίο, αν το κανονάκι και το ούτι απέδωσαν σωστά την ατμόσφαιρα του, ήταν το σαξόφωνο του Τσάκα που σήκωσε μόνο του αυτή την πανέμορφη μελωδία την οποία, μην το ξεχνάμε, ο Μπαχ την έγραψε συγκεκριμένα για σύνολο εγχόρδων! Και σε αυτό το σημείο δεν μπόρεσα να μην αναλογιστώ κάτι, ότι τόσο χρονικά όσο ακόμα και τοπικά η παράδοση από την οποία προέρχεται ο Τσάκας είναι πολύ πιο κοντινή στην κλασική μουσική από όσο μπορεί να νομίζουμε. Αν το καλοσκεφτούμε ούτε δύο αιώνες δεν χωρίζουν την στιγμή που ο Μπαχ έγραψε αυτό το αριστούργημα της δυτικής μουσικής από την γέννηση της jazz. Και η jazz γεννήθηκε στην Αμερική, στον Νέο Κόσμο όπως τον ονόμασαν οι Ευρωπαίοι που τον εποίκισαν.

 

Με άλλα λόγια η jazz ήταν το πιο σύγχρονο από όσα ιδιώματα ακούστηκαν σε αυτή την συναυλία. Αντίθετα οι ρίζες της ανατολικής μουσικής παράδοσης πάνε πολύ πίσω, σε προηγούμενους αιώνες και πριν την Αναγέννηση που θεωρείται η απαρχή της κλασικής μουσικής, Και εκτός από τα Βαλκάνια, την Ευρώπη δηλαδή, βρίσκονται εξίσου, αν όχι και περισσότερο, στην σημερινή Μέση και Εγγύς Ανατολή, στην Αραβία, ακόμα και στα βάθη της Ανατολίας, φτάνοντας μέχρι και την Ινδία.

Αν λοιπόν προκύπτει ένα δίδαγμα για το μέλλον από το επιτυχημένο εγχείρημα των συγκεκριμένων Μετασχηματισμών κατά τη γνώμη μου είναι ακριβώς αυτό.

 

Τέτοιες προσεγγίσεις που εστιάζουν στον συγκερασμό ετερόκλητων – όπως και να το κάνουμε....- μουσικών ιδιωμάτων πρέπει να εκκινούν από το πιο κοντινό στο σήμερα ιδίωμα αλλά και το εγγύτερο τοπικά, στην παράδοση η οποία αποτελεί τον βασικό άξονα, γεωγραφικό μα και πολιτισμικό σημείο. Μόνον από αυτή την αφετηρία μπορείς να οδηγήσεις  με ασφάλεια μέχρι το πέρας της διαδρομής, ένα αποτέλεσμα ουσιώδες αλλά και γόνιμο για ακόμα πιο νόστιμους και θρεπτικούς καρπούς που θα δρέψεις στο μέλλον.