«Πώς η Ιστορία γίνεται σιωπή» ήταν το κεντρικό σύνθημα της αφιερωματικής συναυλίας στον Άλκη Αλκαίο και ο ιθύνων της επιλογής αυτής θα είχε προφανώς το σκοπό του.  Προσωπικά όμως ο λόγος που ανηφόρισα στο Ηρώδειο, ήταν ο πρώτος στίχος του εμβληματικού διστίχου της «Ρόζας»: «Πώς η ανάγκη γίνεται Ιστορία». Γιατί χάρις σε αυτή την ανάγκη του Αλκαίου υπάρχουν σήμερα ως παρακαταθήκη ορισμένα από τα πιο στέρεα και «ηχηρά» στιχουργικά σημεία αναφοράς του νεοελληνικού τραγουδιού της μεταπολίτευσης και εν γένει του κοινωνικοπολιτισμικού πλαισίου της.

 

Συνεπώς η βραδιά δεν ήταν ούτε αναμνησιολογίας,, ούτε απολογισμού και πολιτικής –διαχρονικής ή επικαιρικής- κριτικής. Ήταν κατ’ αρχάς μια βραδιά ευχαριστιών σε έναν άνθρωπο που για τους δικούς του λόγους έμεινε ένας αθέατος πρωταγωνιστής, στρέφοντας τους προβολείς της δημοσιότητας στις προσωπικές και συλλογικές ιστορίες που απέκτησαν «φωνή» μέσα από το λόγο του, όπως μελοποιήθηκε και ερμηνεύτηκε από το 1978, όταν και πρωτοεμφανίστηκε στη δισκογραφία ως ανακάλυψη του Μικρούτσικου. Επομένωςη συνθήκη της βραδιάς «απαιτούσε» «ήχο» και όχι «σιωπή»,  ως κεντρικό «μήνυμα».  
 
Τριάντα τραγούδια ακούστηκαν στο Ηρώδειο, από όλο το φάσμα της στιχουργικής του Αλκαίου. Μια καλή ευκαιρία, ειδικά για τους νεότερους, να ακουστεί, ως μια ενότητα, η παρουσία του Αλκαίου στο ελληνικό τραγούδι, μέσα σε αυτήν την κατακερματισμένη και αχανή (και) μουσική περίοδο. Μια καλή ευκαιρία να ακουστεί η διαστρωματική δυναμική του λόγου του Αλκαίου και η τέχνη τού να κατεβάσεις την ποίηση από τα άστρα στη γη (όπως έλεγαν αντιστοίχως για τον φιλόσοφο Σωκράτη και τη δική του τέχνη) δηλαδή από τις υποθετικές σελίδες ενός βιβλίου, στις ειδικές συνθήκες και στους όρους ενός μουσικού έργου προορισμένου για ακρόαση, χωρίς να αποδυναμώνεται ούτε η «ανάγνωση» ούτε η ακρόαση. Μια καλή ευκαιρία, η οποία όμως τελικά δεν κατάφερε να εκπληρωθεί φέρνοντας μάλιστα και –για ακόμα μια φορά-  την «επώδυνη» διαπίστωση:
 

το δυσαναπλήρωτο κενό του Δημήτρη Μητροπάνου, όχι μόνο ως τραγουδιστή και σκηνικού εκφραστή είτε των επονομαζόμενων «τραγουδιών συγκυρίας» είτε των τραγουδιών της λαϊκής κινητοποίησης, αλλά ως οντότητας. 

 
Για αυτό και παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες του Μίλτου Πασχαλίδη και την πληθωρικότητα του Θάνου Μικρούτσικου, η σκηνή φάνταζε ελλιπής, γεγονός που το επιβάρυναν τόσο η εκτός κλίματος εξωστρεφής παρουσία του Χρήστου Θηβαίου όσο και η κακή φωνητική μέρα του Μπάμπη Στόκα, αλλά και η επιλογή του Σωκράτη Μάλαμα να είναι απών  [λόγω Ηρωδείου]. Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου τίμησε τον Αλκαίο, με τον δικό του, όπως πάντα τρόπο, έχοντας για αυτό και τη δική του ορχήστρα. Μια επιλογή όμως που μπορεί να ήταν συνεπής ως προς την ιστορία της (αυτός είναι ο Αλκαίος του Παπακωνσταντίνου) τελικά όμως αφαίρεσε τη συνεκτικότητα της παράστασης λειτουργώντας ως ξένο σώμα μέσα σε ένα ενορχηστρωτικό σύνολο στο οποίο ναι μεν έγινε μια μικρή προσπάθεια να υπάρξουν νέες «θεάσεις»   τραγουδιών (π.χ. «Φύλλα Αλκαλικά», «Πάντα γελαστοί«), θα περιμέναμε, όμως, ένα πολύ καλύτερο ηχητικά δουλεμένο και εμπνευσμένο αποτέλεσμα.  
 

Γιατί αν δεν αφήνεται ένα καλλιτεχνικό αποτύπωμα, όταν έχεις τέτοια δεδομένα (μουσικούς και τραγουδιστές πρώτης γραμμής, εμβληματικό συναυλιακό χώρο, θετικό οικονομικό πρόσημο παραγωγής κ.ά.) τότε ποιοι, πότε και με ποια μέσα στις μέρες μας θα το πετύχουν;  

 
Τα τραγούδια του Άλκη Αλκαίου θεωρώ, λοιπόν,  ότι άξιζαν καλύτερης διαχείρισης όχι στο πλαίσιο ενός από τα δεκάδες αφιερώματα που ευδοκιμούν τα τελευταία χρόνια ως προσκλητήρια-συναθροίσεις  της μιας απροβάριστης βραδιάς, αλλά ως ένα γεγονός με καλλιτεχνικές προεκτάσεις που δεν εξαντλείται μόνο στο συγκινησιακό του χαρακτήρα.
 
Μια τιμή στο «τραγούδι», αυτό που αγάπησε ο Βαγγέλης Λιάρος και  εξέφρασε περίτεχνα  ο Άλκης Αλκαίος.