Η ιδέα της Ραλλούς Βογιατζή, διευθύντριας παραγωγής του Ελληνικού Σχεδίου, η οποία ήδη υπήρξε αφορμή για δύο κύκλους με συνολικά έξι παραμύθια για αφηγητή και ορχήστρα εγχόρδων (το ’13 και το ’14 με την Καμεράτα) εξελίσσεται σε ολοένα και πιο ενδιαφέρουσα. Το τρίτο και πιο πρόσφατο μέρος της με δύο ακόμα μουσικά παραμύθια, αυτή τη φορά για συμφωνική ορχήστρα και αφηγητή, δεν μπορούσε παρά να αφήσει σε κάθε καλοπροαίρετο θεατή θετικές εντυπώσεις.

 

Και αυτό παρά τις επιμέρους ενστάσεις που μπορεί να έχω για το πρώτο από αυτά, το «Ένας παράξενος βασιλιάς». Ο Αχιλλέας Γουάστωρ είναι εξαίρετος μουσικός, θαυμάσιος σολίστ του πιάνου και καλός συνθέτης. Αναμφίβολα όμως διακατέχεται από την «αμερικανική» αντίληψη για την μουσική για παιδιά, κυρίως όπως αυτή διαμορφώνεται εδώ και πολλά χρόνια μέσα από τα soundtracks των ταινιών της Disney. Το συγκεκριμένο έργο του διέθετε και πολλές αρετές και ακόμα περισσότερα όμορφα μουσικά θέματα. Δεν φρόντισε όμως ο ίδιος να τα αναδείξει όσο χρειαζόταν καθώς έδειξε να τον ενδιαφέρει πολύ περισσότερο η δημιουργία – εντυπωσιακότατων ομολογουμένως – ενορχηστρωτικών αλλαγών που συχνά δεν ήταν τίποτα άλλο από μια σειρά «θεαματικών» εφέ μιας ομάδας οργάνων ή και ενός μεμονωμένου.

 

 

Ούτε ο συνθέτης βέβαια μα ούτε και το σύνολο βοηθήθηκαν από δύο άλλους παράγοντες. Ο στιχουργός Κώστας Φασουλάς έκανε μια έντιμη προσπάθεια για ένα κείμενο που να απευθύνεται στα σημερινά παιδιά με ένα παραμύθι που θα μπορούσε να απευθυνθεί και στα παιδιά μιας εντελώς διαφορετικής εποχής. Προσπάθησε να ανατρέψει αυτό το στοιχείο και ως ένα βαθμό το κατάφερε με αρκετά έντονο διδακτισμό στο φινάλε. Με ένα κείμενο που είχε πολύ λίγη θεατρικότητα ο κατ’ επάγγελμα  καραγκιοζοπαίκτης Ηλίας Καρελλάς έβαλε μεν τα δυνατά του αλλά αναπόφευκτα δεν μπορούσε παρά να έχει μιαν απλώς ευπρεπή παρουσία.

 

 

Στην ουσία αυτό που συνέβαινε στο «Το θαρραλέο αγόρι και ο δράκος του πηγαδιού» ήταν το ακριβώς αντίστροφο. Συνδυάζοντας – με τις οδηγίες του συνθέτη – αρκετές παραλλαγές ενός παραμυθιού που συναντάται σε όλη σχεδόν την Βόρεια Ελλάδα ο Γιώργος Κοροπούλης περισσότερο έθεσε ο ίδιος στον εαυτό του παρά ανέλαβε να ανταποκριθεί σε μια μεγάλη πρόκληση. Αυτή συνίστατο στο όχι απλά να εκσυγχρονίσει μέσα από το κείμενο του μιαν επίσης παλαιά προφορική αφήγηση αλλά και να της δώσει μιαν άλλη, σχεδόν φιλοσοφική διάσταση διακινδυνεύοντας όμως έτσι να πάψει να είναι κατάλληλη για παιδιά.

 

Οντας όμως όχι απλά ένας από τους πλέον σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ποιητές αλλά και γενικότερα ένας σπουδαίος άνθρωπος της γραφής το έφερε σε πέρας περισσότερο και από όσο θα περίμενε κανείς. Το κείμενο του περιείχε σκέψεις, ιδέες και απόψεις που θα μπορούσαν να απευθύνονται καθαρά σε μεγάλους αλλά με τρόπο που να είναι απολύτως κατανοητές και από τους ανηλίκους ενώ διατηρούσε την φρεσκάδα και κυρίως την παιδικότητα του αυθεντικού παραμυθιού.  

 

Εχοντας ήδη συνεργαστεί μαζί του αρκετές φορές στο παρελθόν – και όχι μόνο για μουσικά παραμύθια – ο Τάσος Ρωσόπουλος είχε στη διάθεση του ένα άριστο υλικό για να δουλέψει επάνω του και το μόνο που έμενε ήταν να το αξιοποιήσει. Και το έκανε και με το παράπανω γράφοντας ένα όχι μόνο πολύ όμορφο αλλά και πολύ ενδιαφέρον έργο το οποίο  όχι απλά «αγκάλιαζε» το κείμενο αλλά και – σε αντίθεση με αυτό του Αχιλλέα Γουάστωρ – είχε ενιαίο χαρακτήρα, συνεχή εξέλιξη, δεν άφηνε ανεκμετάλλευτο ούτε ένα όργανο αποφεύγοντας όμως ταυτόχρονα τα ενορχηστρωτικά «πυροτεχνήματα» και βέβαια έβριθε από υπέροχα θέματα, σε μερικές περιπτώσεις δανεισμένα με ευφυή και δημιουργικό τρόπο από την δημοτική μουσική μας παράδοση.

 

 

Κυριολεκτικά κερασάκι στην – ήδη πολύ εύγευστη - τούρτα ήρθε η αφήγηση του Μανώλη Μαυροματάκη, σημειωτέον με την μορφή απαγγελίας και όχι ανάγνωσης παρά την μεγάλη έκταση του κειμένου. Από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενεάς του ο Μαυροματάκης απέδειξε για άλλη μια φορά όχι μόνο το ταλέντο αλλά και τις πολύ μεγάλες υποκριτικές του δυνατότητες. Ήταν απόλυτα συντονισμένος τόσο με τον λόγο του Κοροπούλη όσο όμως και με την μουσική του Ρωσόπουλου, αναδεικνύοντας τις διαθέσεις, ακόμα και τα «παιχνίδια» της τελευταίας σχεδόν σα να ήταν ένα ακόμα όργανο της ορχήστρας. Ούτε για μια στιγμή δεν παλιμπαίδισε με χαζοχαρούμενο τρόπο αλλά αντίστοιχα δεν έδωσε ούτε μια φορά την αίσθηση του «μεγάλου» που προσεγγίζει τα «αφελή» παιδιά με πατερναλιστικό τρόπο. Αντίθετα σε όλη την διάρκεια δεν ήταν παρά ένα....ενήλικο παιδί, με όλη την έμφυτη αλλά και έλλογη πλέον αθωότητα που σημαίνει αυτό, όπως ακριβώς δηλαδή έπρεπε να είναι.

 

Συνολικά λοιπόν ένα καλό και ένα άψογο μουσικό παραμύθι που αμφότερα συνόδευσε υποδειγματικά η ΚΟΑ, για πρώτη φορά υπό την κεφάτη αλλά και τέλεια εκτελεστικά διεύθυνση του Γιώργου Μπαλατσινού. Τα συγχαρητήρια λοιπόν τόσο στον μαέστρο όσο βέβαια και στην ορχήστρα είναι τουλάχιστον οφειλόμενα καθώς συνεισέφεραν πάρα πολύ σε μια μουσική εκδήλωση που αντιμετώπιζε τα παιδιά ως «μικρούς ενηλίκους», όπως δηλαδή θα έπρεπε να κάνει και οποιαδήποτε άλλη απευθύνεται σε αυτά.