Δίκαια ο Μιχάλης Σουγιούλ θεωρείται ένας από τους σημαντικούς συνθέτες της ελληνικής μουσικής και όχι μόνο του ελαφρού τραγουδιού, χώρος στον οποίο δραστηριοποιήθηκε περισσότερο. Εύκολα μπορεί κάποιος να το πιστοποιήσει αυτό βλέποντας την παράσταση «Ας ερχόσουν για λίγο» που παρουσιάζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο «Θέατρον» του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός κόσμος» και – κυρίως – ακούγοντας τα τραγούδια του που επέλεξε να συμπεριλάβει στη συγκεκριμένη παράσταση ο συγγραφέας και σκηνοθέτης της Δημήτρης Μαλισσόβας.

 

 

Βρισκόμαστε στα καμαρίνια ενός σημερινού θεάτρου όπου ηθοποιοί, μουσικοί και τραγουδιστές συζητούν, διαφωνούν, αλληλοπειράζονται, τσακώνονται και – παράλληλα - ετοιμάζονται για μια παράσταση στην οποία παρουσιάζονται οι σημαντικότεροι σταθμοί και τραγούδια της ζωής και της πορείας του Μιχάλη Σουγιούλ στην ελληνική μουσική. Τελευταίος στη σκηνή εμφανίζεται ο Γιάννης Μπέζος ντυμένος στα άσπρα (όπως ο Μίμης Φωτόπουλος στον κινηματογραφικό «Ουρανοκατέβατο»), ο οποίος ουσιαστικά είναι η ψυχή, το πνεύμα του Μιχάλη Σουγιούλ και δεν είναι ορατός από τους υπόλοιπους, εκτός ίσως από τον ηθοποιό του σύγχρονου θιάσου που έχει αναλάβει να τον ενσαρκώσει επί σκηνής και που μαζί του σχολιάζει τα διάφορα γεγονότα του βίου του.

 

Το ταξίδι λοιπόν ξεκινάει από τα παιδικά χρόνια του συνθέτη στη Μικρά Ασία, τη μετεγκατάσταση της οικογένειας στην Ελλάδα, τα χρόνια στην Τρίπολη, την επιστροφή στην Αθήνα, την οικογενειακή του κατάσταση και φθάνει στην καθιέρωση, τη συνεργασία με σημαντικούς Έλληνες και διεθνείς καλλιτέχνες (από τον Eduardo Bianco ως τη Σοφία Βέμπο), τα «πολεμικά» τραγούδια του 1940, τη φιλία, τα ανέκδοτα, τις πλάκες με τον Αλέκο Σακελλάριο και τον Χρήστο Γιαννακόπουλο και τις μεγάλες επιτυχίες φυσικά στο τραγούδι, τον κινηματογράφο και το θέατρο (με αποκορύφωμα τη «γέννηση» των αρχοντορεμπέτικων τραγουδιών στην επιθεώρηση «Άνθρωποι-Άνθρωποι» του θεάτρου «Μετροπόλιταν» το 1948)... μέχρι τον θάνατό του.

 

Και όλα πλημμυρισμένα με τις μελωδίες του Μιχάλη Σουγιούλ που δεν ακολουθούν πάντοτε χρονολογική σειρά στην παράσταση, αλλά εξυπηρετούν περισσότερο τις διάφορες σκηνές-σταθμούς στη ζωή και το έργο του συνθέτη.

 

Ρομάντζες, τάνγκο και βαλς, αρχοντορεμπέτικα, ανατολίτικα και δημοτικοφανή, φοξ και λάτιν ρυθμοί που καταδεικνύουν φυσικά το ταλέντο και την προσαρμοστικότητα του συγκεκριμένου δημιουργού στις ανάγκες του κινηματογραφικού έργου ή της θεατρικής παράστασης στην οποία κάθε φορά έγραφε τη μουσική, αλλά και τη μεγάλη ποικιλία και την ευκολία με την οποία έγραφε για τη δισκογραφία της εποχής.

 

Εκτός από το καλλιτεχνικό μέγεθος του πρωταγωνιστή Γιάννη Μπέζου, ο οποίος ερμηνεύει και μεγάλο μέρος των τραγουδιών της παράστασης, σημαντική είναι η παρουσία της Ελένης Καρακάση, της Γιάννας Παπαγεωργίου και της Βαλέριας Κουρούπη στους «σουμπρετίστικους» ρόλους τους, καθώς και ο Σακελλάριος του Σταύρου Νικολαΐδη.

 

Ιδιαίτερη μνεία ωστόσο πρέπει να γίνει στην εξαιρετική Τάνια Τρύπη στις διάφορες τραγουδιστικές της εμφανίσεις ως Σοφία Βέμπο, Σπεράντζα Βρανά και Ζωζώ Σαπουντζάκη. Δεν αρκείται στην αναπαράσταση, αλλά έχει η ίδια το ταλέντο, τη φωνή και την επίγνωση ώστε να φέρει το άρωμα, τη γοητεία και τη θηλυκότητα της καθεμιάς ξεχωριστά. Όλα αυτά με τη συνοδεία μιας πολύ αποτελεσματικής ορχήστρας υπό τη διεύθυνση του Γιάννη Παπαζαχαριάκη.

 

Ο Μιχάλης Σουγιούλ έφυγε από τη ζωή το 1958, σε ηλικία μόλις 52 ετών. Έφυγε δηλαδή σε μικρή ηλικία παρά το μέγεθος του έργου που άφησε πίσω του – όπως άλλωστε συνέβη με τον Νίκο Γούναρη, τον Μανώλη Χιώτη, τον Μάνο Λοΐζο και αρκετούς άλλους που νομίζουμε ότι αναχώρησαν «πλήρεις ημερών» λόγω του όγκου του πολιτιστικού πλούτου που μας κληροδότησαν.

 

Ο Σουγιούλ έφυγε σε μια εποχή που άρχισε να αλλάζει το ελληνικό τραγούδι, που η δισκογραφία περνούσε από τις 78 στις 45 στροφές, που οι παλιότεροι – αλλά ενεργοί – συνθέτες του ελαφρού τραγουδιού είτε συνέχισαν να κάνουν για κάποια χρόνια ακόμα αυτό που ήξεραν καλά, είτε αποχώρησαν από το καλλιτεχνικό προσκήνιο, είτε στράφηκαν σε παραπλήσια μουσικά είδη. Μακάρι ο Μιχάλης Σουγιούλ να ζούσε για αρκετά χρόνια ακόμα. Εκτός των άλλων, θα είχε ιδιαίτερο μουσικό ενδιαφέρον να γνωρίζαμε τη μουσική του άποψη στη δεκαετία του 1960 σε σχέση με τους ομότεχνούς του και σε συνδυασμό φυσικά με τη μουσική του ευελιξία και το καλλιτεχνικό γίγνεσθαι της τότε εποχής. Αλλά δυστυχώς αυτό δε θα το μάθουμε ποτέ.

 

 


O Σιδερής Πρίντεζης είναι ραδιοφωνικός παραγωγός στο Δεύτερο Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Το κείμενο αναδημοσιεύεται από τη σελίδα του στο facebook.