Ο Κώστας Θεοδώρου είναι γέννημα θρέμμα Μακεδόνας. Γεννήθηκε στην Έδεσσα, την πρωτεύουσα του νομού Πέλλας, με καταγωγή όμως από ένα κοντινό χωριό, την Ξανθόγεια. Άρχισε να τραγουδάει και να παίζει κιθάρα στα 15 του και ένα χρόνο μετά εγκατέλειψε το σχολείο για να πάει στη Θεσσαλονίκη και να γίνει μουσικός επιλέγοντας πλέον ως όργανο του το κοντραμπάσο. Αν και αυτοδίδακτος τα κατάφερε και σύντομα ήταν εκλεκτό μέλος της ευρύτερης jazz σκηνής της πόλης αλλά αυτό δεν του αρκούσε.

 

 

Αποφάσισε έτσι να ζήσει και τη ζωή του «μουσικού του δρόμου» και ταξίδεψε σχεδόν σε όλο τον κόσμο με αποτέλεσμα να έρθει σε επαφή όχι μόνο με πολλά και διαφορετικά μουσικά ιδιώματα, αλλά και συνολικά με τις κουλτούρες πολλών τόπων. Κάποια στιγμή αποφάσισε να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη – χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι έπαψε να επισκέπτεται για συντομότερα διαστήματα άλλες χώρες – και λίγο αργότερα, από το ’01, έγινε μέλος των Primavera En Salonico, της «ανεπίσημης μπάντας» της Σαβίνας Γιαννάτου.  Μόνο που σε αυτούς – προφανώς λόγω της παρουσίας του «ιερού τέρατος» του οργάνου, του Μιχάλη Σιγανίδη – δεν παίζει κοντραμπάσο αλλά κρουστά, είναι η χαρακτηριστική φιγούρα η οποία στις συναυλίες του σχήματος κάθεται πάντα στο...πάτωμα.

 

 

Ο Κώστας Θεοδώρου όμως δεν είναι μόνον εκτελεστής αλλά και συνθέτης. Μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει δύο δίσκοι με συνθέσεις του, μέρη μιας τριλογίας μάλιστα, το ’99 και το ’10. Τον δεύτερο, το «Rousilvo», παρουσίασε σε αυτές τις δύο συναυλίες στη Στέγη.

 

 

Μπορούσε να δει κανείς αυτή την παράσταση με δυο τρόπους. Ο πρώτος είναι έτσι όπως δήλωνε ο υπότιτλος της, «Ηχόδραμα σαν Ιστορία», ένα μάθημα Ιστορίας δηλαδή. Την ιστορία μιας ομάδας πολιτών του που το ελληνικό κράτος έκανε ότι δεν έβλεπε μέχρι που και αρκετοί άλλοι άνθρωποι, συμπολίτες των πρώτων, άρχισαν να υποκρίνονται το ίδιο. Και τελικά όλοι μαζί, κράτος και ορισμένοι πολίτες του, όταν δεν μπορούσαν πια να συνεχίζουν να θεωρούν τους άλλους «αόρατους» τους μασκάρεψαν σε κάτι άλλο, κάτι που δεν ήταν.

 

Ενα από τα αποτελέσματα αυτής της εκβιαστικής μασκαράτας ήταν ότι ένα χωριό, το Ρουσίλβο του τίτλου, άρχισε να αδειάζει και τελικά απέμεινε έρημο και εγκαταλελειμμένο.

 

Την ιστορία αυτή, πολύ περισσότερο από τον ήχο, την μουσική δηλαδή, την αφηγούνταν τα μοιρολόγια που αποτελούσαν τα φωνητικά μέρη της Ευδοξίας Γεωργίου και της Μάρθας Μαυροειδή. Αλλά και τα άλλα μοιρολόγια που ακούγονταν στο άφθονο οπτικό υλικό, αρχειακό (παλαιές κιτρινισμένες φωτογραφίες) και μη, δηλαδή γυρισμένα στη σύγχρονη εποχή βίντεο. Σε αυτά «πρωταγωνιστούσαν» τόσο μερικές γυναίκες του χωριού Ρουσίλβο όσο και κάποιοι μουσικοί/«ηθοποιοί», ορισμένοι από τους οποίους βρίσκονταν και στη σκηνή και άλλοι όχι.

 

Μπερδευτήκατε μήπως; Τότε θα έπρεπε να υιοθετήσετε τον δεύτερο τρόπο παρακολούθησης της παράστασης, δηλαδή σαν μια συναυλία πολύ καλής βαλκανικής jazz. «Βαλκανική jazz» στην συγκεκριμένη περίπτωση σήμαινε πάνω – κάτω τα εξής: Από την μία  ο Τάκης Φαραζής και αυτό ήδη σημαίνει πάρα πολλά. Γιατί αν ο Γιώργος Κοντραφούρης είναι ο πλέον ευρηματικός Έλληνας jazz κιμπορντίστας (αφού εκτός από πιάνο παίζει και Hammond) ο Τ. Φαραζής είναι ο κατά τεκμήριο πιο εύκολα προσαρμόσιμος σχεδόν στα πάντα και αβίαστα μελωδικός jazz πιανίστας, με ένα κυριολεκτικά απίστευτο δεξιό χέρι. Ενα παραπάνω σε αυτή την περίπτωση που το αριστερό του πολύ συχνά δεν βρισκόταν στο κλαβιέ αλλά μέσα στο σώμα του οργάνου «πειράζοντας» σαγηνευτικά τις χορδές του...

 

Το πιάνο του Φαραζή όμως δεν ήταν μόνο του, είχε μαζί του το κοντραμπάσο του Κ. Θεοδώρου και τα ντραμς του Κώστα Αναστασιάδη. Επί της ουσίας δηλαδή ένα κλασικό jazz πιάνο τρίο με αρκούντως μεγάλες αυτοσχεδιαστικές ικανότητες μάλιστα, προεξάρχοντος φυσικά του Φαραζή.

 

 

Και από την άλλη η τρομπέτα του Παντελή Στόικου, το σαξόφωνο και λιγότερο το φλάουτο του Δήμου Αναστασίαδη και το ούτι του Κυριάκου Ταπάκη. Με άλλα λόγια μνήμες από τα πνευστά της Φλώρινας αλλά και από τους άνυδρους ορεινούς όγκους της δυτικής Μακεδονίας μα και της Ηπείρου ακόμα μέσα από  το ούτι. Προφανώς όμως με την τρομπέτα να παραπέμπει και στον Goran Bregovic.   

Διότι ποιος χωρίζει τι και πως σε αυτή την πολύπαθη χερσόνησο; Κάποιες γραμμές στον χάρτη που κάποιοι χάραξαν κάπως ενώ θα μπορούσαν πολύ ωραία να έχουν χαράξει αλλιώς, αφήνοντας ένθεν και ένθεν διαφορετικές περιοχές; Γιατί ναι, για να υπερθεματίσω την Σαββοπουλική ρήση, εδώ όντως είναι Βαλκάνια... και αυτό σημαίνει ελάχιστα «παίξε», ούτε καν μουσική, μόνον ίσως βρώμικα παιχνίδια εξουσίας. Αρα και καθόλου «γέλασε», αντίθετα θρήνησε, όπως συνέβαινε σε όλη την διάρκεια της παράστασης...

 

Μήπως λοιπόν τελικά η μεγαλύτερη αλήθεια που ακούστηκε αυτή την βραδιά ήταν εκείνο  που είπε στη συζήτηση την οποία ακολούθησε την συναυλία ο Dine Doneff; Οτι το μεγαλύτερο δεινό που επέφερε η κατά τα άλλα ακόμα και αναγκαία Γαλλική Επανάσταση ήταν η δημιουργία των κρατών – εθνών;

 

Ποιος είναι πάλι αυτός ο Dine Doneff; Μα φυσικά ο Κώστας Θεοδώρου, όπως ακριβώς το Ρουσίλβο δεν είναι παρά η Ξανθόγεια. Τι δεν καταλαβαίνετε; Τίποτα; Τότε κακώς δαπανήσατε τον χρόνο σας διαβάζοντας όλα τα παραπάνω...

 

Ετσι και αλλιώς θα ήταν μάλλον αδύνατο να καταλάβετε καθώς το μυαλό σας είναι πολύ απασχολημένο να μασκαρεύει την τεράστια ανθρωπιστική κρίση που ήδη σοβεί στην Ειδομένη και σε άλλα σημεία και αναπόφευκτα θα επηρεάσει και εμάς τους γηγενείς, περισσότερο δυστυχώς από τους πολίτες οποιασδήποτε άλλης ευρωπαϊκής χώρας, σε εισβολή «λαθραίων» - στην ίδια την ζωή άραγε; - που ένα μόνον επιζητούν. Να εξοντώσουν και να πάρουν την θέση του υπερτρισχιλιετούς περιούσιου όμαιμου, ομόγλωσσου και, φυσικά, ομόθρησκου έθνους μας...