Δεν μπορώ να ξέρω φυσικά πόσο κοντινή ήταν η εμπειρία όσων βρεθήκαμε στο Μέγαρο την Κυριακή με αυτή που είχαν οι θεατές της συναυλίας η οποία πραγματοποιήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1808 στη Βιέννη με ευθύνη και σε διοργάνωση του ίδιου του Λούντβιγκ Βαν Μπετόβεν και «αναβίωση» της ήταν εκείνη που παρακολουθήσαμε εμείς. Για αυτό που είμαι σίγουρος όμως είναι ότι ακούσαμε θαυμάσιες εκτελέσεις αρκετών έργων του.

 

Για να λέμε βέβαια και την αλήθεια μόνον έκπληξη δεν ήταν αυτό, μάλλον απολύτως αναμενόμενο. Ενα μεγάλο μέρος της δραστηριότητας της Καμεράτα τα τελευταία χρόνια είναι η ενασχόληση της με έργα της εποχής του μπαρόκ. Πολλές συναυλίες στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό (εκεί ως Armonia Atenea) αλλά και αρκετοί σχετικοί δίσκοι που κατακτούν διεθνείς διακρίσεις την έχουν καταξιώσει ως μιαν από τις πλέον εξειδικευμένες ορχήστρες σε αυτό το ρεπερτόριο. 

 

Η Καμεράτα πλέον κατέχει τόσο καλά αυτή την περίοδο της κλασικής μουσικής ώστε όταν εκτελεί έργα της θα μπορούσαμε να πούμε ότι κυριολεκτικά... «παίζει στο γήπεδο της». Το μόνο ερώτημα ίσως λοιπόν αυτή τη φορά ήταν αν θα κατάφερνε να διατηρήσει το ίδιο υψηλό επίπεδο που την χαρακτηρίζει σε μια συναυλία τόσο μεγάλης συνολικής διάρκειας ώστε ήταν εφικτό να χωριστεί σε δύο μέρη (με δυνατότητα για τον θεατή να παρακολουθήσει όποιο από αυτά ήθελε ή αμφότερα σε προνομιακή τιμή) που καθένα τους διαρκούσε όσο μια συνηθισμένη άλλη συναυλία! Και η απάντηση μετά το πέρας της ήταν «ναι και μάλιστα με το παραπάνω»...

 

Το «μυστικό» της Καμεράτα που την έχει κάνει όχι μόνο να είναι από τις πιο εξειδικευμένες αλλά και να θεωρείται από τις καλύτερες διεθνώς ορχηστές στο μπαρόκ ρεπερτόριο έχει βέβαια το όνομα «ιστορικά τεκμηριωμένες εκτελέσεις». Και αυτό ακριβώς έβαλε σε ενέργεια και αυτή τη φορά, με ακόμα περισσότερη μάλιστα ίσως προσοχή στη λεπτομέρεια. 

 

Ο ίδιος αριθμός κάθε τύπου οργάνων που ορίζουν οι παρτιτούρες του Μπετόβεν, ενορχηστρώσεις προφανώς πιστές μέχρι κεραίας στις αυθεντικές δικές του και φυσικά όργανα της εποχής του, όλα τα έγχορδα ντε γκάμπα, δηλαδή με εντέρινες χορδές, τα πνευστά απομιμήσεις της μορφής που είχαν τότε και ήταν αρκετά διαφορετική από τη σημερινή και, πάνω από όλα και αυτό που κυρίως έκανε τη διαφορά στα δύο έργα που παίχτηκαν και το περιλαμβάνουν σε σχέση με τις περισσότερες άλλες εκτελέσεις τους, όχι το γνωστό, συνηθισμένο μας πιάνο αλλά φορτεπιάνο. 

 

Το φορτεπιάνο είναι μια προγονική μορφή του σημερινού πιάνου που όμως διαφέρει πολύ από αυτό. Είναι αρκετά μικρότερο σε μέγεθος και κυρίως έχει αλλιώτικο ήχο, με πολύ πιο σύντομη ατάκα και γενικά πιο «κοφτό».

 

Το συγκεκριμένο μάλιστα είναι αυτό που λέμε «συλλεκτικό», κατασκευασμένο το 1820 και μοιάζοντας πολύ με εκείνο στο οποίο έγραφε και χρησιμοποιούσε στις συναυλίες του ο Μπετόβεν! 

 

Από όσο γνωρίζω είναι το μοναδικό τέτοιο που υπάρχει στην Ελλάδα. Ανήκει στην προσωπική συλλογή vintage παλαιών πληκτροφόρων οργάνων του αρχιμουσικού και καλλιτεχνικού διευθυντή της Καμεράτα Γιώργου Πέτρου, ο οποίος προφανώς και διηύθυνε τη συναυλία. Είναι εκείνος άλλωστε που έστρεψε αποφασιστικά την Καμεράτα στο μπαρόκ ρεπερτόριο και επιπλέον εισήγαγε τις ιστορικά τεκμηριωμένες εκτελέσεις, μια πρακτική που ελάχιστα ως καθόλου ίσχυε στην Ελλάδα ως τότε. Για να αποδειχθεί ότι σε μουσικά εγχειρήματα του μεγέθους αλλά και της αξίας της «Μπετόβεν-mania» (που ελάχιστες φορές έχουν πραγματοποιηθεί διεθνώς) όλοι και τα πάντα συνδέονται κάπως μεταξύ τους όταν πρόκειται για ένα αρτιότατο αποτέλεσμα...

 

Σε τέτοιο βαθμό στη συγκεκριμένη περίπτωση που είναι περιττό να αναφερθώ με λεπτομέρειες στα επιμέρους έργα που παίχτηκαν. Πολύ συνοπτικά λοιπόν στην έκτη (ή «ποιμενική») συμφωνία αποδόθηκε γλαφυρότατα η φυσιολατρική αίσθηση που την διακρίνει. Στο πρώτο απόσπασμα από την Λειτουργία Σε Ντο, το «Gloria», η ομάδα των τεσσάρων μονωδών, δηλαδή η σοπράνο Ελένη Σταμίδου, η μέτζο σοπράνο Θεοδώρα Μπάκα, ο τενόρος Γιάννης Φίλιας και ο βαρύτονος Τίμος Σιρλαντζής, ήταν μεν επαρκής αλλά χωρίς κατά τη γνώμη μου να «απογειώνει» το κομμάτι όσο θα έπρεπε ή έστω θα μπορούσε.  

 

Η πρώτη όμως μεγάλη στιγμή ήρθε με το τέταρτο κονσέρτο για πιάνο. Είναι δεδομένο ότι κανείς/ία άλλος/η Έλληνας/ίδα πιανίστας/τρία δεν κατέχει σε τέτοιο βάθος το μπαρόκ ρεπερτόριο όσο η Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση απλά απέδειξε ότι παραμένει κορυφαία ακόμα και όταν παίζει με φορτεπιάνο.

 

Στην αρχή του δευτέρου μέρους/συναυλίας η έβδομη συμφωνία (στη θέση της πέμπτης που υπήρχε στο αυθεντικό πρόγραμμα του Μπετόβεν) αποδόθηκε με θαυμαστή πιστότητα ως προς τη λαμπρότητα των εγχόρδων και κυρίως των πολλών μεταπτώσεων της συναισθηματικής της διάθεσης αλλά και των αρκετών και δύσκολων αλλαγών της ρυθμικής αγωγής της με τον Γιώργο Πέτρου να δίνει υποδειγματικά τέμπι σε πλήρη επικοινωνία με το πνεύμα αλλά και το γράμμα του έργου. Η Ελένη Σταμίδου, χωρίς φυσικά να μπορεί να συγκριθεί για παράδειγμα με την ερμηνεία αναφοράς της Μαρίας Κάλλας, ήταν ικανοποιητικότατη στην άρια «Ah, perfido!», την μία και μοναδική άσκησης ύφους του Μπετόβεν επάνω στην ιταλική σχολή της όπερας.  

 

Το δεύτερο τμήμα που παίχτηκε από τη «Λειτουργία Σε Ντο», το «Sanctus & Benedictus», ήταν κατά πολύ ανώτερο του πρώτου για έναν πολύ απλό λόγο.

 

Σε αυτό πήρε μέρος η (φωνητικό «παράρτημα» της Καμεράτα όταν αυτό χρειάζεται) χορωδία Armonia Atenea. H διδασκαλία του Κωστή Κωνσταντάρα την είχε κάνει σχεδόν να υπερβεί το μεγάλο πρακτικό εμπόδιο που έχουν χορωδίες των οποίων η μητρική γλώσσα δεν είναι λατινογενής όταν τραγουδούν στα λατινικά. Της επέτρεψε έτσι όχι απλά να συμπληρώνει ιδανικά αλλά ακόμα και να «δίνει ώθηση» στους τέσσερις μονωδούς οι οποίοι θα έλεγα ότι ήταν αισθητά καλύτεροι από όσο στο «Gloria». 

 

Η κορυφαία όμως στιγμή της «Μπετόβεν-mania», το αληθινό tour de force της, πιθανότατα ήταν αυτή που, συγκυριακά ή δικαιωματικά, κρατήθηκε για το τέλος. H Φαντασία Για Πιάνο, Χορωδία Και Ορχήστρα είναι ένα από τα πιο ευφυή, απαιτητικά αλλά και σαγηνευτικά έργα του Μπετόβεν. Σαφέστατα ένα είδος προπλάσματος του ζενίθ ίσως της δημιουργίας του, της ενάτης συμφωνίας που θα ακολουθούσε, διαθέτει επίσης μια σπάνια για τον κολοσσιαίο συνθέτη σχεδόν παιγνιώδη διάθεση. Αυτή εκφράζεται κυρίως από το πιάνο, το φορτεπιάνο σε αυτή την περίπτωση και πιο σωστά. Ο Τίτος Γουβέλης την απέδωσε άριστα και με αριστοτεχνική ακρίβεια, τόσο στην αρκετά μεγάλη σόλο εισαγωγή που εύκολα μπορεί να κατρακυλήσει σε δεξιοτεχνική «χαριτωμενιά» όσο και στα αρκετά σημεία του έργου στα οποία είχε πρωταγωνιστικό ρόλο με άψογη βέβαια συνοδεία από την ορχήστρα μα και την χορωδία στα καθόλου εύκολα πολυφωνικά μέρη της. 

 

Η τελική διαπίστωση λοιπόν δεν μπορεί παρά να είναι ένα μεγάλο μπράβο και ειλικρινή συγχαρητήρια σε καθένα προσωπικά μουσικό της Καμεράτα και φυσικά σε όλους μαζί ως σύνολο αλλά και, ας μου επιτραπεί και δίχως την παραμικρή διάθεση προσωπικής κολακείας, ένα παραπάνω στον Γιώργο Πέτρου, τον από πολλές πλευρές «ηθικό αυτουργό» του εγχειρήματος. Τους περιμένουμε να αναλάβουν και άλλες τέτοιες πρωτοβουλίες που σπάνε τη «νόρμα» της κλασικής μουσικής και την φέρνουν πιο κοντά σε ένα ευρύτερο και σε σεβαστό ποσοστό νεανικό κοινό το οποίο με μεγάλη ευχαρίστηση είδα αυτή τη φορά στο Μέγαρο.