Από τα πρώτα live μέχρι τη φετινή της παράσταση στο Βοτανικό, η Νατάσσα Μποφίλιου και οι συνεργάτες της έχτιζαν, με ιδιαίτερη προσοχή και ξεχωριστή αγάπη, κάθε της εμφάνιση. Αρχικά απευθυνόμενη σε μικρό αριθμητικά κοινό, το οποίο σημείωσε αύξηση με γεωμετρική πρόοδο, μέχρι τις μεγάλες της συναυλίες στην Τεχνόπολη και σήμερα στο Βοτανικό, το αίτημα ήταν πάντα το ίδιο: η γνήσια συγκίνηση που προέρχεται από την αλήθεια των τραγουδιών και των ανθρώπων.

 

Φέτος, στο Βοτανικό ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος έφτιαξε, ίσως, την πιο ισορροπημένη τους παράσταση. Ιστορίες βγαλμένες από τα σπλάχνα της πόλης, ιστορίες για τους μόνιμους κάτοικους αλλά και τους περαστικούς. Ιστορίες γι’ ανθρώπους που αγαπούν, μεθούν, κλαίνε, ξεχνούν κι αρχίζουν πάλι από την αρχή. Γέλια και δάκρυα χιαστί.

 

 

Και ρωτάω πώς γίνεται το δάκρυ να μην πίνεται

Και ρωτάω ποια μοίρα του δίνει την αρμύρα

Και ρωτάω πώς γίνεται σαν ποταμός να χύνεται

Ποια λέξη το μαγεύει και άξαφνα στερεύει

 

Χιαστί πάνε και τα παλιά τους τραγούδια με τα καινούργια. Τα τραγούδια της Βαβέλ, του νέου τους δίσκου που θα ηχογραφηθεί αμέσως μετά τις παραστάσεις του Βοτανικού, έχουν ήδη βρει τη θέση τους πλάι στα παλαιότερα. Συμπληρώνουν την ιστορία, προσθέτουν στιγμές και βάζουν πολύχρωμες πινελιές στη εικόνα. Τα τραγούδια της Βαβέλ πάλλονται από βαλκανικούς ήχους, λαϊκούς δρόμους και τζαζ αποχρώσεις. Η αφήγηση είναι πολυπρόσωπη και οι ιστορίες αντλημένες από τους ανθρώπους και τους δρόμους της πόλης.

 

Η έναρξη του προγράμματος είναι εντυπωσιακή και δωρική. Η Μποφίλιου βγαίνει στην κορυφή μιας μεγαλοπρεπούς σκάλας, φορώντας ένα λευκό φόρεμα κι ένα μαντήλι στο κεφάλι. Ερμηνεύει ένα από τα καινούργια κομμάτια της Βαβέλ με τίτλο Τα δικά μου τραγούδια, και δίνει μέσω αυτού το στίγμα της βραδιάς. Μέσα στο πρόγραμμα υπάρχουν μικρές θεματικές, η οποίες «κουμπώνουν» με τις μετρημένες διασκευές. Κάποια στιγμή το κέντρο της σκηνής ανυψώνεται και μια αφαιρετική μικρογραφία ενός δωματίου ξενοδοχείου σχηματίζεται. Μια πολυθρόνα κι ένα επιδαπέδιο φωτιστικό αρκούν. Το Ξύπνα αγάπη μου, συνοδεύει το καινούργιο Hotel Vienna, το Belle Reve και το Συνέχεια στα όρια. Λίγο αργότερα οι Δρόμοι παλιοί συνομιλούν με την Αντιγόνη, ένα νέο αιχμηρό πολιτικό τραγούδι και τέλος οι Έρημοι δρόμοι, του Ζαμπέτα, και το Αργοσβήνεις μόνη του Τσιτσάνη, με τα ολόφρεσκα Μεθύσια και το παλαιότερο Μέχρι το τέλος.

 

Τίποτα δε λείπει, τίποτα δεν περισσεύει. Στρατηγικά τοποθετημένα, όλα τα τραγούδια της Μποφίλιου που αγαπήθηκαν ακούγονται στην παράσταση. Ασπιρίνη, Το μέτρημα, Τσιγάρα βαριά, Παρέα, Κοίτα εγώ, Το ονομά μου, Πάμε ξανά, Δεμένη, Μεγάλες αγάπες, Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει, Οι μέρες του φωτός, Εγώ μεγάλωνα για σένα, Σ’ έχω βρει και σε χάνω, Εν λευκώ.

 

Τα τραγούδια δίνονται από την ορχήστρα με νέα πνοή, μιας και σε αυτή έχουν προστεθεί πνευστά (τρομπέτα, κλαρινέτο, σαξόφωνο), ένα ακορντεόν και ένας δυναμικός και εξαιρετικός ντράμερ (Μανώλης Γιαννίκος). Στο βάθος της σκηνής, βίντεο που έφτιαξε ο Χρήστος Γκίνης, εικονοποιούν ευφάνταστα και κάποιες φορές αντιστικτικά (τολμηρή και ενδιαφέρουσα η ιδέα για το Σ’ έχω βρει και σε χάνω) κομβικά σημεία της παράστασης συνδέοντας τα λόγια και το αίσθημα των τραγουδιών με εικόνες της Αθήνας του σήμερα. Να σημειώσουμε επίσης, ότι ο Άγγελος Τριανταφύλλου έχει τη σκηνοθετική επιμέλεια.

 

Η Νατάσσα Μποφίλιου ήταν ξεκούραστη, μετρημένη στις ερμηνείες αλλά γεμάτη πάθος, ενθουσιασμό και λαχτάρα για τη συνάντηση και επικοινωνία των νέων της τραγουδιών με το κοινό. Λιγότερο “ρόλος”, περισσότερη απλότητα και αυθορμητισμός, σε μια παράσταση με έντονα τα θεατρικά στοιχεία στο διάκοσμο (φροντισμένα, μαζί με τη λιτή και καλόγουστη ενδυματολογική επιμέλεια, από την Έλλη Παπαγεωργακοπούλου). Ένας μεγάλος προβολέας, μια πολυθρόνα, ένα λαμπατέρ, ένας καθρέφτης έγιναν οι αφορμές για να αφηγηθεί ιστορίες προσωπικές, με τρόπο διστακτικό, σχεδόν κοριτσίστικο. Να θυμώσει, να κλάψει, να θυμηθεί, να συγκινηθεί. Να δηλώσει παρούσα.

 

Η Νατάσσα Μποφίλιου, ο Θέμης Καραμουρατίδης και ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος βρίσκονται ξανά σε δυναμική ισορροπία. Μέσα από τη βαβέλ των συναισθημάτων που μας κατακλύζουν προκρίνουν, όχι μόνο την αγωνία τους για το καινούργιο αλλά και την πίστη τους σε κάθε τι αληθινό και βιωμένο.

 


Έπαιξαν οι μουσικοί:
Θέμης Καραμουρατίδης (πιάνο, ενορχηστρώσεις), Άρης Ζέρβας (τσέλο, βοηθός ενορχηστρωτή), Γιάννης Δημητριάδης (πλήκτρα, ακορντεόν), Γιώργος Μπουλντής (μπάσο ηλεκτρικό και κοντραμπάσο), Μανώλης Γιαννίκιος (τύμπανα), Περικλής Αλιώπης (τρομπέτα), Γιώργος Κάστανος (κλαρινέτο-σαξόφωνο), Nίκο Μέρμηγκας (λαούτο, λάφτα, μπουζούκι, μαντολίνο)