Το ξεκίνημα διαφορετικό από οποιαδήποτε άλλη ίσως συναυλία συμφωνικής ορχήστρας... Ο μαέστρος αντί να βρίσκεται στο πόντιουμ κάθεται στο πιάνο που βρίσκεται στην άκρη της σκηνής και παίζει, αρχικά σχεδόν διστακτικά, μια μινιμαλιστική, γλυκόπικρη μελωδία. Ένα παιδί μετράει τα ασπρόμαυρα πλήκτρα του πιάνου μέχρι που μαθαίνει καλά πόσα είναι και ποιες νότες βγαίνουν από αυτά ώστε στη συνέχεια αρχίζει να τις τοποθετεί συγκροτημένα εντός μουσικών μέτρων...το παιδί έχει γίνει πια συνθέτης.

Ο μαέστρος σηκώνεται από το πιάνο, κατευθύνεται στο πόντιουμ, παίρνει την μπαγκέτα του και με ένα νεύμα του η ορχήστρα αρχίζει να παίζει την κανονική εισαγωγή του έργου μετά το πιανιστικό πρελούδιο της αρχής. Αν έπρεπε να περιμένεις το φινάλε για να διαπιστώσεις αντικειμενικά ότι αυτό είναι ένα από τα δυο – τρία καλύτερα έργα του Δημήτρη Παπαδημητρίου και πέραν πάσης αμφιβολίας το πλέον ώριμο του μέχρι τώρα από την αρχή ήδη καταλάβαινες ότι δεν είναι απλά το πιο προσωπικό του αλλά κυριολεκτικά αυτοβιογραφικό.


Για την επόμενη μιάμιση περίπου ώρα – αφαιρώντας το διάλειμμα – παρέλασαν από τα δάκτυλα των μουσικών της ορχήστρας όλα σχεδόν τα ιδιώματα τα οποία αγάπησε ο συνθέτης και στα περισσότερα εκ των οποίων επιδόθηκε και ο ίδιος: Η ελληνική μουσική, πρώτιστα δηλαδή ο Μάνος Χατζιδάκις (υπήρχαν στιγμές που πίσω από τα περίτεχνα γκλισάντι των εγχόρδων φαινόταν, αδιόρατο όπως πάντα, «Το Χαμόγελο Της Τζοκόντας», όχι όμως ως έστω και μίμηση αλλά σαν σχεδόν...σωματικά βιωμένη πια αγαπημένη μουσική μνήμη) αλλά και η grandiose χρήση της ορχήστρας στα κινηματογραφικά scores, η πιο λιτή ως προς τα εκφραστικά της μέσα προσέγγιση των θεατρικών μουσικών επενδύσεων, ένας ελαφρός ανατολικός αέρας που έπνεε τόσο από την Ασία, την Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας όσο και από την Αφρική, την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου (αντίστοιχα γενέθλιας πόλης και εκείνης που πέρασε τα παιδικά του χρόνια ο δημιουργός) μεταφέροντας μισοξεθυμασμένα ίσως αλλά ακόμα σαγηνευτικά αραβικά αρώματα.


Πριν και πάνω από όλα όμως η αρχική και βασική παιδεία του, αυτή που τον καθόρισε για τη συνέχεια, δηλαδή η κλασική μουσική. Το έβλεπες στο ότι το μεγαλύτερο βάρος των αναπτύξεων των μερών του έργου είχε εναποτεθεί στο θεμέλιο κάθε συμφωνικής ορχήστρας, στα έγχορδα, το διέκρινες στις λεπτομερειακές αντιστίξεις και ισοκράτες των θεμάτων και το αναγνώριζες στις γενναιόδωρες, ολοκληρωμένες μελωδίες, βγαλμένες κατευθείαν από την λαμπρότερη παράδοση της μεγαλύτερης μουσικής του αγάπης, των ρομαντικών συνθετών, αν και κάποιες φορές η γαλατική φινέτσα των ιμπρεσιονιστών έκανε για λίγο την κομψή και χαριτωμένη εμφάνιση της μέσα στις διακριτικές κινήσεις των πνευστών.


Στην πορεία βέβαια προστίθεντο και κάποια ακόμα μεμονωμένα στοιχεία, τα «μουσικό πασπαρτού» που ακούν στο ονόματα ακορντεόν και μαντολίνο και όχι συμπτωματικά είναι από τα αρκετά όργανα – πλην των δύο βασικών του, καταρχήν της κλασικής κιθάρας και μετά βέβαια του πιάνου – με τα οποία έχει ασχοληθεί ο ίδιος εκτελεστικά, αμιγώς ελληνικά όπως η κρητική λύρα αλλά και δυτικά σαν το σαξόφωνο. Παρόντα φυσικά και τα τραγούδια, τέσσερα τον αριθμό, τα οποία όχι μόνον επίσης αγαπά πολύ και υπηρετεί με ήθος, σεβασμό και συνέπεια αλλά είναι και αυτά για τα οποία, κυρίως ή και μόνο, τον γνωρίζει ένα πολύ μεγάλο μέρος του κοινού.


Αν και στη συνέντευξη του (εδώ) αναφέρθηκε στο spleen κατά τη γνώμη μου το κυρίαρχο συναίσθημα του έργου είναι η έμφυτη έσωθεν μελαγχολία – που κάποιες φορές μετατρέπεται και σε οδύνη – της πεπερασμένης ανθρώπινης ύπαρξης. Σε κάποια στιγμή του δεύτερου μέρους μου έφερε πολύ στο νου ακριβώς την...αβάσταχτη βαρύτητα του είναι όπως την αποτύπωσε συγκλονιστικά ο Ennio Morricone στο soundtrack του «Once Upon A Time In America» του Σέρτζιο Λεόνε. Με τα επιπλέον όμως επίμονα και απροσδόκητα «θορυβώδη» εφέ των εγχόρδων να την «γειώνουν» ακόμα περισσότερο σε μια ολοένα και πιο οχληρή καθημερινότητα που με τις ευτελείς έννοιες της εμποδίζει τον άνθρωπο από το να επικεντρωθεί στα ουσιώδη.


Ιδιαίτερα αποκαλυπτική ως προς την διάσταση του ταξιδιού της ανθρώπινης ζωής διαμέσου του χρόνου η επιλογή των δύο τελευταίων (προηγούντο από ένα των Ρίλκε και Μποντλέρ) ποιημάτων που μελοποίησε ως τμήματα του κατά τα άλλα ορχηστρικού έργου, των «Παιδικά Γλυκά Μου Χρόνια» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και «Τριαντάφυλλα Στο Παράθυρο» του Ανδρέα Εμπειρίκου. Και ακόμα πιο αποκαλυπτική η επιλογή του τρόπου ερμηνείας τους, από γυναικεία φωνή με συνοδεία ανδρικής το πρώτο και από παιδική με συνοδεία των δύο άλλων το δεύτερο.


Αποκαλυπτικότερη όμως όλων η θεατρικότητα του έμπλεου συμβολισμών φινάλε. Ο μαέστρος παραδίδει την μπαγκέτα του στο παιδάκι και κατευθύνεται πάλι στο πιάνο όπου, περιστοιχισμένος από τους τρεις ερμηνευτές, παίζει ένα ακόμα σύντομο, όμορφο και σχεδόν τρυφερό κομμάτι....θα μπορούσε να είναι ένα ιντερμέτζο αλλά είναι η coda.


Ή αλλιώς η επιστροφή στην βαθύτερη μοναξιά της ύπαρξης που για τους δημιουργούς οποιουδήποτε χώρου είναι μεγαλύτερη από τους περισσότερους άλλους. Ανέκαθεν πίστευα ότι η τόσο έντονη αίσθηση της εσωτερικής μοναξιάς, της εκ γενετής μοναχικότητας αν το προτιμάτε έτσι, είναι – από κοινού φυσικά με το ταλέντο – το στοιχείο που χαρακτηρίζει όλους τους σπουδαίους δημιουργούς. Και ταυτόχρονα το κίνητρο τους για να επικοινωνήσουν με άλλα, διαφορετικά και περισσότερα μέσα, από αυτά που μετέρχονται οι άλλοι.


Δεν θα κουραστώ να επαναλαμβάνω την αναλογία μιας επιτυχημένης ή μη συμφωνικής ορχηστρικής εκτέλεσης με αυτήν ενός καλού και γερού ή μη οικοδομήματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα υλικά, η παρτιτούρα δηλαδή, ήταν πρώτης ποιότητας. Οι τεχνίτες, τόσο ως μονάδες όσο και σαν σύνολο, με άλλα λόγια οι μουσικοί που απαρτίζουν την ΚΟΑ και η ίδια, εξαιρετικοί και σε ιδιαίτερα καλή φόρμα. Απέμενε ο κατάλληλος...«εργοδηγός»!


Ο Γιώργος Πέτρου απέδειξε οριστικά ότι, πέραν του ότι είναι από τους κορυφαίους μαέστρους όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι μακράν ο Έλληνας αρχιμουσικός που ξέρει και μπορεί να προσαρμόζεται καλύτερα στην συγκεκριμένη φύση και όχι απλά στο ιδίωμα κάθε έργου το οποίος διευθύνει. Είναι ένα ανυπολόγιστα σημαντικό προσόν για ένα μαέστρο που στη συγκεκριμένη περίσταση προστέθηκε σε ένα ακόμα, το ότι ξεκίνησε την μουσική του διαδρομή ως βιρτουόζος σολίστ του πιάνου, γεγονός βέβαια που εκμεταλλεύθηκε στο έπακρο και μάλιστα δύο φορές ο Δημήτρης Παπαδημητρίου επιλέγοντας εκείνον και για να διευθύνει το συγκεκριμένο έργο.


Ααπό τις καλύτερες νέες σοπράνο μας η Μυρσίνη Μαργαρίτη ήταν για άλλη μια φορά άψογη και με υποδειγματικό έλεγχο των ψηλών περιοχών της φωνής της, ειδικά στα απαιτητικά vocalizing μέρη που είχε σε κάποια σημεία. Αν και άκουσα για πρώτη φορά τον βαρύτονο Χάρη Ανδριανό δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να με εντυπωσιάσει με την ωριμότητα αλλά και την εκφραστικότητα του. Η αποκάλυψη όμως ήταν ο δεκατριάχρονος Δημήτρης Παπαϊωάννου, αν η φωνή του δεν «σπάσει» στην εφηβεία έχουμε σίγουρα να κάνουμε με έναν σπουδαίο μελλοντικό λυρικό ερμηνευτή!


Όλοι και όλα μαζί συναποτελούσαν μια άριστη παράσταση ενός θαυμάσιου έργου η οποία ευχής έργον θα ήταν να επαναληφθεί, με τους ίδιους ακριβώς συντελεστές, τουλάχιστον μερικές ακόμα περισσότερες φορές από τις μόλις δύο που θα πραγματοποιηθεί στην Στέγη.