Το... μαθηματικό παράδοξο του τίτλου αναλύεται ως εξής: Καταρχήν έχουμε δύο δίσκους που κυκλοφόρησαν πρόσφατα από την Μικρή Άρκτο, τα «Απ’ Το Μηδέν» του Ζαχαρία Καρούνη και «Mosaic» της Κορίνας Λεγάκη. Το πρώτο περιέχει τραγούδια σε μουσική  και - στην πλειοψηφία τους - στίχους του Σπύρου Παρασκευάκου και το δεύτερο διασκευές (και όχι απλές επανεκτελέσεις, υπάρχει σημαντική διαφορά) παλαιότερων και σύγχρονων κυρίως ελληνικών αλλά και μερικών ξένων τραγουδιών. «Καταλύτης» της εξίσωσης ο τέταρτος συντελεστής της, ο Γιώργος Ανδρέου, ενορχηστρωτής και όχι απλά παραγωγός μα έχοντας επιμεληθεί καλλιτεχνικά αμφοτέρους τους δίσκους.

 

 

Στα περισσότερο ή λιγότερο μακρόχρονα προγράμματα με πιο πολλές από μία «φωνές» ο κυριότερος παράγοντας για το αν θα κριθούν ή όχι επιτυχημένα είναι πάντα η επί σκηνής «χημεία» των κατόχων τους. [Και εκτός από την ιδανική περίπτωση στην οποία αυτοί/ές ταιριάζουν απόλυτα και αλληλοσυμπληρώνονται υπάρχουν και αρκετές άλλες που, κατά τη γνώμη μου, υπό μιαν έννοια ακόμα και...κοροϊδεύουν το κοινό. 

 

Υπάρχουν κατ’ αρχήν οι «φίρμες», οι πολύ γνωστοί έστω, οι οποίοι απλά συνυπάρχουν στην ίδια σκηνή για καθαρά εμπορικούς λόγους χωρίς να έχουν την παραμικρή σχέση, ούτε καν επαφή μεταξύ τους, φαινόμενο που έγινε πολύ συχνότερο στην εποχή της κρίσης. Υπάρχουν εκείνοι που καλύπτονται πίσω από την δήθεν «φιλία» τους για να δικαιολογήσουν μια συνύπαρξη η οποία όμως στην ουσία δεν υφίσταται. Και υπάρχουν τέλος και αυτοί που ξεγελούν τους εαυτούς τους με την φιλία, έστω την στενή σχέση τους, για να μην βλέπουν την παντελή έλλειψη σκηνικής χημείας τους καθώς κανένα από τα δύο δεν αποτελεί προϋπόθεση και ούτε φυσικά εγγύηση για το άλλο.]

 

Η Κορίνα Λεγάκη και ο Ζαχαρίας Καρούνης έχουν πολλές περισσότερες διαφορές από το ότι ανήκουν σε... αντίθετα φύλα. Ελληνοσουηδικής καταγωγής και μιλώντας περισσότερες ακόμα γλώσσες από τις... δύο μητρικές της η πρώτη και επιπλέον έχοντας σπουδάσει jazz τραγούδι είναι ολοφάνερο από την πρώτη φορά που θα την ακούσεις ότι, όσο και αν αγαπά και κατέχει επίσης το ελληνικό τραγούδι, το προσεγγίζει μέσα από μια «διεθνιστική» οπτική και θεωρώντας το, συνειδητά ή μη, ένα ακόμα τμήμα μιας πολύ ευρύτερης γεωγραφικά μουσικής παράδοσης.

 

 

Αντίθετα ο δεύτερος - και όσο και αν είναι ικανότατος και σε νεότερες εκδοχές του, πιο πρόχειρο παράδειγμα ο συγκεκριμένος τελευταίος δίσκος του – εξίσου φανερά ανήκει ψυχή τε και σώματι στην ελληνική μουσική και μόνο σε αυτή. Και όχι μόνο στην λαϊκή, η φωνή του έχει κάτι και από τον «λυγμό» της παραδοσιακής ενώ κάποιες στιγμές πηγαίνει ακόμα πιο πίσω, στην θρηνητική απόχρωση που κυριαρχεί στην βυζαντινή.  

 

Ποιο κοινό στοιχείο λοιπόν μπορούν να έχουν; Ενα και μόνο, την αληθινή αγάπη τους για αυτό που κάνουν, όχι μόνο για το τραγούδι αλλά συνολικά την μουσική. Μιαν έμφυτη αγάπη που τους κάνει να εκτιμούν και όποιον/α άλλο/η την υπηρετεί εξίσου καλά όσο και οι ίδιοι.

 

 

Αυτό και μόνον όμως ήταν και με το παραπάνω αρκετό για να δημιουργήσει, τουλάχιστον στην συγκεκριμένη παράσταση, μια άριστη σκηνική χημεία μεταξύ τους. Το άκουγες, το έβλεπες, το αισθανόσουν όχι μόνο στα όχι και πολλά ντουέτα τους αλλά και στο πως καθένας τους χαιρόταν πραγματικά με τα τραγούδια που ερμήνευε ο άλλος και συμμετείχε, είτε σιγοτραγουδώντας τα είτε ακόμα και συνοδεύοντας αυθόρμητα σε κάποια σημεία.

 

Αυτό όμως, το πόσο «έδεσαν» μεταξύ τους, ήταν ένας παράγοντας αρκετός για να εξασφαλίσει περίπου το πενήντα τοις εκατό της ποιότητας της βραδιάς, δηλαδή μια καλή συναυλία. Το υπόλοιπο που έφτανε συνολικά τουλάχιστον μέχρι το ενενήντα τοις εκατό, κάνοντας την θαυμάσια, οφείλεται στην επιμέλεια της από τον Γιώργο Ανδρέου.

 

Μια επιμέλεια που κάθε άλλο παρά εξαντλήθηκε στην επιλογή του ρεπερτορίου η οποία, αναγκαστικά αφού ακούστηκαν πολλά περισσότερα τραγούδια από όσα υπάρχουν στους δύο δίσκους, περιλάμβανε αρκετά παλαιότερα δικά του - ερμηνευμένα κυρίως από την Κ. Λεγάκη αλλά μερικά και από τον Ζ. Καρούνη - μα και άλλων δημιουργών. Επεκτάθηκε επίσης, μάλλον αυτό ήταν το κυριότερο στοιχείο της, στο καθαρά μουσικό σκέλος της υπόθεσης.

 

 

Εκεί δηλαδή που οι περισσότεροι άλλοι, ειδικά στον μικρό χώρο του «Ιανού», θα «ξεπέταγαν» αυτή τη συναυλία με μόνη συνοδεία το πιάνο που θα έπαιζαν οι ίδιοι – πράγμα που άλλωστε συνέβη σε ένα σύντομο μέρος του προγράμματος – ο Γ. Ανδρέου είχε επιλέξει ένα απολύτως συγκεκριμένο, ολιγομελές μεν αλλά επαρκέστατο, οργανικό σχήμα, το είχε ενορχηστρώσει προσεχτικά και προβάρει εξαντλητικά.

 

 

Κατά βάση επρόκειτο για ένα πιάνο τρίο – αν και με ηλεκτρικό μπάσο αντί κοντραμπάσου – που τις καταβολές του από την jazz υπογράμμιζε η παρουσία της τρομπέτας ενώ ιδιαιτέρως ευφυής ήταν η αξιοποίηση και του έτερου συνθέτη και επίσης κιμπορντίστα, του Σπύρου Παρασκευάκου, του οποίου το ακορντεόν προσέθετε πολλά στο μελωδικό μέρος, συμπληρώνοντας το πιάνο του Ανδρέου. Αν και όμως όλοι οι μουσικοί ήταν εξαίρετοι θα σταθώ ιδιαίτερα στην τρομπέτα του Νίκου Σακελλαράκη που δεν χρωμάτιζε απλά ή έστω «γέμιζε» ως είθισται αλλά αντίθετα πολλές φορές είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στα τραγούδια.  

 

Τα περισσότερα συναυλιακά προγράμματα αποτελούν μια παρέλαση ερμηνευτικών στιγμών για μιαν ή περισσότερες φωνές. Έχω καταλήξει ότι το μεγαλύτερο προτέρημα αυτών που επιμελείται ο Γ. Ανδρέου είναι ότι αποτελούνται από τραγούδια, δηλαδή άρρηκτες ενότητες φωνητικής ερμηνείας και μουσικής ενορχηστρωμένης, έστω και για λίγα όργανα, έτσι ώστε να επιτρέπει στους άξιους εκτελεστές τους όχι μόνο να έχουν λόγο ύπαρξης στη σκηνή αλλά και να είναι εξίσου σημαντικό με τη φωνή μέρος του συνολικού ακροάματος, σε κάποια σημεία, όταν χρειάζεται ή και επιβάλλεται, ακόμα και το επίκεντρο του. Αυτό δηλαδή που οφείλει να είναι κάθε ολοκληρωμένη μουσική εμπειρία...

 

 

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα όχι μόνο δεν αποτελούσε εξαίρεση αλλά αντίθετα ήταν από τα καλύτερα και πλέον απολαυστικά του Ανδρέου, σχεδόν δυόμισυ ώρες με ένα σύντομο διάλειμμα που δεν καταλάβαινες πως περνούσαν. Θα ήταν άδικο λοιπόν να μείνει μόνο σε τρεις παραστάσεις εκ των οποίων μάλιστα η πρώτη δεν πραγματοποιήθηκε λόγω των...αγροτικών κινητοποιήσεων. Δεν μπορώ λοιπόν παρά να ευχηθώ σε όλους τους συντελεστές να υπάρξουν και άλλες, εντός και ίσως εκτός Αθήνας και, σε αυτή την περίπτωση, θα σας προέτρεπα ανεπιφύλακτα να τις παρακολουθήσετε.