To Ergon Ensemble είναι ένα διαφορετικό από τα περισσότερα άλλα σύνολα μουσικής δωματίου που υπάρχουν στη χώρα μας, όχι μόνον εκτελεστικά αλλά και από πλευράς επιλογής ρεπερτορίου. Η κατεύθυνση που του δίνει η καλλιτεχνική διεύθυνση του Αλέξανδρου Μούζα το κάνει να μας έχει ξαφνιάσει ευχάριστα παίζοντας έργα τα οποία πολύ σπάνια εκτελούνται στην Ελλάδα ή και να μας γνωρίσει συνθέτες που μέχρι τότε το ελληνικό κοινό ελάχιστη ή και καμία επαφή δεν είχε με το έργο τους.

Στην τελευταία κατηγορία υπάγεται σίγουρα και ο Claude Vivier που έργα του αποτελούσαν το αποκλειστικό περιεχόμενο της τελευταίας συναυλίας των Ergon Ensemble και είναι σχεδόν άγνωστος όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Ο Γαλλοκαναδός Claude Vivier ήταν μια ιδιάζουσα ως και ιδιόρρυθμη προσωπικότητα, τόσο ως δημιουργός όσο και σαν άνθρωπος.

 

Γεννήθηκε στο Μόντρεαλ του Καναδά το 1948, μεγάλωσε σε καθολικό ορφανοτροφείο και για μεγάλο διάστημα φλέρταρε με την ιδέα του να γίνει ιερέας την οποία τελικά εγκατέλειψε αλλά χωρίς ποτέ να απαρνηθεί την χριστιανική του πίστη. Παράδοξα όμως η συνέχεια της ζωής του μόνο συντηρητική δεν ήταν. Αφενός δεν απέκρυψε ποτέ την ομοφυλόφιλη σεξουαλική του επιλογή και αφετέρου δεν ασχολήθηκε απλά με την μουσική αλλά το συνθετικό του έργο ήταν τολμηρό, άκρως ανανεωτικό, ρηξικέλευθο και σε κάποιες περιπτώσεις σου αφήνει την υποψία ότι μπορεί να ήταν και εσκεμμένα προκλητικό.


Αυτό βεβαίως το εμπόδισε να γίνει δημοφιλές, ακόμα και γνωστό, στη διάρκεια της σύντομης ζωής του. Γιατί και το τέλος του ακόμα δεν ήταν μόνο πρόωρο αλλά και άσχημο και σίγουρα καθόλου συνηθισμένο, το 1983 και μόλις στα τριάντα πέντε του δολοφονήθηκε από έναν περιστασιακό εραστή του στο διαμέρισμα του στο Παρίσι.

 

claude vivier photoMontreal Gazette NEWSite


Το κίνητρο λοιπόν για να παρακολουθήσει κανείς αυτή τη συναυλία δεν μπορεί να ήταν άλλο από το να γνωρίσει το έργο ενός αγνώστου επί της ουσίας, ιδιοσυγκρασιακού και εντέλει αμφιλεγόμενου συνθέτη. Και αυτή την καλώς εννοούμενη περιέργεια την ικανοποιούσε και με το παραπάνω το γενναιόδωρο πρόγραμμα των E. E. αποκαλύπτοντας έναν δημιουργό που προσπάθησε να φτάσει πολύ πιο μακριά από τον δάσκαλο του, τον μέγα εικονοκλάστη Karlheinz Stockhausen. Το αν το κατόρθωσε είναι συζητήσιμο...


Το εναρκτήριο έργο για πολυμελές σύνολο – υπό την στιβαρή διεύθυνση του Kasper De Roo - έδωσε μια αρκετά πλήρη εικόνα της τεχνοτροπίας του Βιβιέ. Το πιανιστικό «Shiraz» όμως που το ακολούθησε διακρινόταν από μιαν έντονη, κάποιες στιγμές ίσως και ενοχλητική αποσπασματικότητα. Ενα πλήθος ετερόκλητων στοιχείων αραδιασμένων χωρίς καμία συνοχή, με έναν τρόπο που σχεδόν έκρυβε τις ανατολίτικες επιδράσεις του (ο τίτλος του είναι το όνομα μιας ιρανικής πόλης στην οποία το εμπνεύστηκε) και σε τέτοιο βαθμό που ούτε η πραγματικά άψογη εκτέλεση του Χρήστου Σακελλαρίδη δεν μπορούσε να το διασώσει. Αντίθετα το «Pulau Dewata» για μεγάλο σύνολο ήταν μάλλον η πιο όμορφη στιγμή της συναυλίας. Σίγουρα πάντως είναι ένα από τα πιο εμπνευσμένα και ώριμα έργα του Βιβιέ το οποίο το E. E. απέδωσε θαυμάσια υπό την «μετά λόγου γνώσεως» διεύθυνση του De Roo.


Η αίσθηση όμως άλλαξε μετά το διάλειμμα. Το «Paramirado» για φλάουτο, βιολί, τσέλο και πιάνο μου έδωσε περισσότερο την αίσθηση μιας μουσικής παραδοξολογίας της οποίας αυτοσκοπός ήταν να αποτελέσει ακριβώς αυτό παρά μιας ολοκληρωμένης σύνθεσης. Για αυτό φυσικά ουδόλως ευθύνονται οι τέσσερις άριστοι μουσικοί οι οποίοι αντίθετα θα έλεγα ότι αδικούσαν τις ίδιες τις δυνατότητες τους στο συγκεκριμένο έργο.


Το φινάλε ήταν και, θεωρητικά τουλάχιστον, το tour de force της συναυλίας. Το «Bouchara», μεγαλόπνοο υπό μιαν έννοια έργο, για σοπράνο, κουιντέτο ξύλινων πνευστών, κουαρτέτο εγχόρδων και κρουστά θα μπορούσε και να θεωρηθεί ως το πιο αντιπροσωπευτικό του Βιβιέ από όσα παίχτηκαν. Και σαν τέτοιο έδειχνε όλα τα θετικά και αρνητικά του...

 

Ο Βιβιέ είχε και ταλέντο και φαντασία και κυρίως πάρα πολλές συνθετικές ιδέες. Κατά δήλωση του ιδίου η μουσική του «δεν πήγαινε προς ένα συγκεκριμένο σημείο όπως των περισσότερων άλλων, ίσως μόνο με έναν δικό μου, πολύ δυσδιάκριτο τρόπο». Εκεί τίθεται το όλο ζήτημα, αν αυτό γινόταν συνειδητά ή μη, με άλλα λόγια αν τελικά δεν ήθελε ή απλά δεν μπορούσε να οργανώσει τις τόσες ιδέες του.


Κατά την ταπεινή μου άποψη ισχύει μάλλον το δεύτερο και γι’ αυτό ίσως συσσώρευε ακόμα περισσότερα επιτηδευμένα πρωτοποριακά στοιχεία στην συνθετική μέθοδο του. Υπήρχε πραγματικός λόγος να επινοήσει μια δική του γλώσσα (!) στην οποία έγραφε τα κείμενα όσων έργων του περιείχαν και φωνητικά; Την απάντηση θεωρώ ότι την πήρα από την ερμηνεία της Αρτέμιδος Μπόγρη, μιας αψεγάδιαστης υψιφώνου που όμως παρά τις εξαιρετικά φιλότιμες προσπάθειες της δεν κατάφερε να δώσει ένα άρτιο αισθητικά φωνητικό αποτέλεσμα γιατί πολύ απλά αυτό που τραγουδούσε της ήταν τόσο ακατανόητο όσο και σε οποιονδήποτε άλλο! Και, παρά κάποιες επιμέρους πολύ ενδιαφέρουσες ή και ωραίες στιγμές, αυτό συνέβη και με το μουσικό σκέλος του «Bouchara», υπονομεύοντας ακόμα και την, για μιαν ακόμα φορά, υποδειγματική απόδοση των εκτελεστών αλλά και την σοβαρή και ακριβή διεύθυνση του De Roo. 

 

Οι εντυπώσεις μου λοιπόν καθώς έφευγα από την Στέγη ήταν ανάμεικτες. Από την μία είχα γνωρίσει το έργο ενός συνθέτη που δεν θα πω ότι δεν θα με πείραζε και να εξακολουθούσε να μου είναι άγνωστο αλλά αναμφίβολα δεν μου παρακίνησε καθόλου το ενδιαφέρον να ασχοληθώ περαιτέρω μαζί του. Από την άλλη είχα μιαν ακόμα ευκαιρία να εκτιμήσω και να απολαύσω το αληθινά κορυφαίο επίπεδο της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων σολίστ σήμερα, στην συγκεκριμένη περίπτωση των μελών του Ergon Ensemble. Προτιμώ να κρατήσω και να μείνω στο δεύτερο...