Ήταν μια παράσταση και συνάμα συνολικά μια παραγωγή που ανέδειξαν τις τεράστιες - και ανεκμετάλλευτες σε πολύ μεγάλο ποσοστό – δυνατότητες του έμψυχου μουσικού δυναμικού το οποίο διαθέτουμε στην Ελλάδα αλλά και την ανάγκη να αναπτυχθεί ένας προβληματισμός και στη συνέχεια ένας διάλογος για πολλά κρίσιμα ζητήματα του σύγχρονου θεάματος μα και ακροάματος.

Και μόνον η επιλογή του έργου κατ’ αρχήν είναι πολύ σημαντική και δεν μπορείς παρά να επαινέσεις τους υπευθύνους της Στέγης Γραμμάτων Και Τεχνών για το ότι όχι μόνο την δέχθηκαν αλλά και την υποστήριξαν πολύ. Η βασισμένη στο ομότιτλο διήγημα δυστοπικής πολιτικής φαντασίας του Φραντζ Κάφκα όπερα του Philip Glass ανήκει σε μια σειρά έργων που ανανέωσαν αποφασιστικά το ιδίωμα στα τέλη του προηγούμενου αιώνα. Αλλά και μεμονωμένα κατέχει ξεχωριστή θέση μέσα σε αυτές τις ανανεωτικές τάσεις της όπερας και ίσως και εμβληματική ακόμα για το πως τις προσέγγισε η μινιμαλιστική σχολή και, ως εκ τούτου, φυσικά και εντός του πλαισίου του συνολικού έργου ενός από τους λαμπρότερους εκπροσώπους της όπως είναι ο Glass.


Ο κόσμος έδειξε να το αντιλαμβάνεται αυτό εκδηλώνοντας ένα απρόσμενα μεγάλο ενδιαφέρον το οποίο οδήγησε όχι μόνο στο να γίνουν sold out οι αρχικά τρεις συναυλίες αλλά και να προστεθούν άλλες δύο. Είναι ένα καθόλου συνηθισμένο φαινόμενο για τα δεδομένα μιας τέτοιας παράστασης και με πολλαπλή σημασία το οποίο χρήζει περαιτέρω ανάλυσης που όμως δεν είναι μέσα στους σκοπούς του παρόντος κειμένου.


Η λέξη «μινιμαλισμός» είναι βέβαια η κομβική αναφορικά με το συγκεκριμένο έργο καθώς ο Glass, απολύτως συνειδητός εφαρμοστής αυτής της θεώρησης τόσο για το περιεχόμενο όσο και για την αισθητική οποιουδήποτε προϊόντος της ανθρώπινης δημιουργικότητας και όχι μόνο για την μουσική, δεν επέλεξε φυσικά συμπτωματικά αυτό το διήγημα του Κάφκα και ούτε παράγγειλε το αγγλικό λιμπρέτο του να γραφτεί με έναν επίσης πολύ συγκεκριμένο τρόπο. Χωρίς να είναι σκηνοθέτης ο ίδιος είναι φανερό ότι είχε κατά νου έναν δεδομένο τρόπο ανεβάσματος του τον οποίο κατά τη γνώμη μου οι συντελεστές κάθε επόμενου οφείλουν να σεβαστούν.


Ήδη διαβάζοντας στο πρόγραμμα ότι η παράσταση θα πραγματοποιείτο στη Διπλάρειο Σχολή και όχι στη μεγάλη σκηνή της Στέγης όπως θα ήταν αναμενόμενο μου είχαν δημιουργηθεί κάποια ερωτήματα αλλά και μερικές αυθόρμητες επιφυλάξεις. Λίγο μετά την έναρξη της συναυλίας κανένα από τα πρώτα δεν είχε απαντηθεί ενώ αντίθετα όλες σχεδόν οι δεύτερες είχαν επιβεβαιωθεί.

 

Camerata Kafka Glass c yiannis soulis 53 p


Καλή δηλαδή η ιδέα, ακόμα και η νοοτροπία της site specific performance αλλά μήπως πρέπει να εξετάζονται και να λαμβάνονται πολύ σοβαρά υπόψη οι ιδιαιτερότητες κάθε μιας τέτοιας; Η επιλογή της Διπλαρείου Σχολής λόγω της θέσης της, στην πλατεία Θεάτρου, στο επίκεντρο μιας από τις πλέον υποβαθμισμένες περιοχές του συνολικά παρακμάζοντος τα τελευταία χρόνια κέντρου της Αθήνας, μπορεί να φαίνεται αρχικά εύλογη, μήπως θα έπρεπε όμως να έχουν κλείσει τα πολλά και μεγάλα παράθυρα της αίθουσας γιατί η θέα των γύρω μπαλκονιών, μερικές φορές και οι δραστηριότητες σε αυτά των ενοίκων (στη συντριπτική τους πλειοψηφία μεταναστών προφανώς) μπορεί για ορισμένους θεατές να αποσπούσε την προσοχή τους από την παράσταση αντί να προσθέτει στην ambience και στο «χρώμα» της;


Δεν ήταν όμως αυτό το μόνο πρόβλημα του χώρου και, ακόμα περισσότερο ίσως, του τρόπου που αξιοποιήθηκε. Και οι ευθύνες για τον τελευταίο, θετικές και αρνητικές, δεν μπορούν παρά να αποδοθούν στον Πάρι Μέξη, όχι μόνο σκηνοθέτη αλλά και σχεδιαστή της παραγωγής. Το να τοποθετηθεί δηλαδή η ορχήστρα σε σημείο που δεν ήταν ορατή – εκτός από τον μαέστρο και αυτόν όμως μέσω οθόνης – πέραν του το ότι ξένιζε την αδικούσε, στερώντας της την άμεση επαφή με το κοινό και τις αντιδράσεις του (και το αντίστροφο φυσικά). Προκαλούσε όμως και ένα πρακτικό πρόβλημα καθώς υποχρέωνε το κοινό να ακούει από...ηχεία, κάτι που σαφώς δεν είναι το καλύτερο για μια ορχήστρα εγχόρδων και της στερεί ένα μεγάλο μέρος της φυσικής σαγήνης της.


Το κυριότερο όμως είναι ότι μέσα σε ένα εκ φύσεως και εκ των πραγμάτων μινιμαλιστικό σκηνικό (το οποίο ήταν επαρκές στη συγκεκριμένη περίπτωση) και με τους δύο όλους και όλους ομιλούντες ρόλους να είναι εσκεμμένα πολύ σχηματικοί και με τους διάλογους τους να υπονοούν πολλά περισσότερα από όσα λέγονται οι ερμηνευτές χρειάζονται μια στιβαρή σκηνοθετική καθοδήγηση. Άριστοι τόσο ο Γιάννης Φίλιας ως επισκέπτης όσο και ο Σωτήρης Τριάντης ως αξιωματικός (την ημέρα που παρακολούθησα την παράσταση και με κατάδικο τον Τίμο Σιρλαντζή, κάποιες άλλες συνέβαινε το αντίστροφο) ανταποκρίθηκαν πλήρως στις φωνητικές απαιτήσεις των χαρακτήρων τους αλλά ήταν έκδηλη η σκηνική, κάποιες στιγμές ακόμα και η αμιγώς υποκριτική αμηχανία τους.


Τι απομένει από μια παράσταση όπερας; Μα όχι απλά το κυριότερο αλλά και το καλύτερο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό που μόνο του ήταν αρκετό για να αντιστρέψει τις εντυπώσεις και να κερδίσει την παρτίδα, δηλαδή η μουσική.

 

Το «Η Σωφρονιστική Αποικία» είναι ένα από τα αληθινά καλύτερα και ταυτόχρονα πιο σκοτεινά, ατμοσφαιρικά μα και υπαινικτικά έργα του Philip Glass. Αυτό όμως συνεπάγεται – ειδικά όταν πρόκειται για τον Glass – ένα μουσικό κείμενο απίστευτης πυκνότητας και εξοντωτικής σχεδόν ακρίβειας!


Με πολύ μεγάλη χαρά λοιπόν θα πω ότι αυτή η πολύπαθη, τόσο ως μονάδες όσο και σαν σύνολο, ορχήστρα εγχόρδων που ακούει στο όνομα Καμεράτα Ορχήστρα Φίλων Της Μουσικής και η οποία τα τελευταία χρόνια σε κάποιες περιστάσεις είχε δυστυχώς φτάσει να είναι και σκιά του εαυτού της αυτή τη φορά δεν ήταν κάτι λιγότερο από άψογη. Τα οκτώ βιολιά, οι δύο βιόλες, τα τρία βιολοντσέλα και το κοντραμπάσο που την αποτελούσαν απέδωσαν εξαίσια τις αναρίθμητες λεπτομέρειες και τα τόσο σύνθετα εφέ της τόσο πλούσιας μέσα στην εγγενή επαναληπτικότητα της και απαιτητικής στο έπακρο παρτιτούρας του Glass. Και σημειωτέον ότι με την γνώμη μου ταυτίζεται και η μετά λόγου γνώσεως φίλου σολίστ του βιολιού, όπως και της εξίσου έμπειρης πιανίστριας συζύγου του, που μαζί τους παρακολούθησα την συναυλία.


Με δύο άλλους μαέστρους να την έχουν προετοιμάσει πολύ καλά στην διάρκεια των προβών ο αρχιμουσικός και καλλιτεχνικός διευθυντής της Γιώργος Πέτρου διηύθυνε την Καμεράτα όχι μόνο αντάξια με την διεθνή πλέον φήμη του αλλά και αποδεικνύοντας την μουσική ευφυία του. Ο βαθμός δυσκολίας του έργου τον έκανε να υπερβεί, συχνά και κατά πολύ, τα όρια της ήδη πολύ υψηλής συγκέντρωσης και πλήρους κατανόησης της ιδιοσυστασίας και των δυναμικών κάθε έργου που τον χαρακτηρίζουν στο πόντιουμ οδηγώντας σε ένα αληθινά λαμπρό αποτέλεσμα.


Εδώ θα μπορούσε να ανοίξει μια άλλη πολύ μεγάλη συζήτηση περί της προσοχής που, ειδικά εντός της ατελεύτητης κρίσης στην χώρα μας, τυγχάνουν οι εκτελεστές, τόσο προσωπικά καθένας/ία τους όσο και όταν συναποτελούν ορχήστρες και μικρότερα σύνολα. Οπως επίσης και μια άλλη για τη δυνατότητα αλλά και την αναγκαιότητα ανανέωσης του ορχηστρικού ρεπερτορίου, ακόμα και με έργα που παίζονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα όπως σε αυτή την περίπτωση, ώστε να γαλουχηθεί μια νέα γενεά ακροατών σοβαρής μουσικής.


Αμφότερες όμως δεν εμπίπτουν εντός των ορίων αυτού του κείμενου...Εμπίπτει όμως και με το παραπάνω να ξαναπώ δημόσια ένα πολύ μεγάλο «μπράβο» στον Γιώργο Πέτρου και την Καμεράτα γιατί με τις παραστάσεις αυτές τίμησαν μιαν άκρως σπουδαία και συνήθως τρομερά υποτιμημένη παράμετρο του μουσικού γίγνεσθαι, την εκτελεστική.