Είναι εύκολο να παρεξηγήσει ή να μην κατανοήσει κανείς τους Lumen Drones καθώς το ελληνικό κοινό, ακόμα και το πλέον «υποψιασμένο», δεν έχει ιδιαίτερη πείρα από τέτοια ακούσματα. Δεν βοήθησαν βέβαια σε αυτό και τα όσα είχαν γραφτεί ενόψει της συναυλίας τους, ξεκινώντας από την ίδια την αναφορά σε αυτούς στο πρόγραμμα της Στέγης. Εκεί υπήρχε για πρώτη φορά η λέξη «ψυχεδελικοί» που στη συνέχεια αναπαρήχθη σε όσα κείμενα γράφτηκαν για αυτούς...

Αχ αυτή η ψυχεδέλεια και όλα τα παράγωγα της στην Ελλάδα! Ο.τι δεν καταλαβαίνουμε ή δεν μπορούμε να το εντάξουμε σε ένα από τα συνηθισμένα/ευρύτερα γνωστά ιδιώματα – ή ακόμα και στα «καλούπια» τα οποία έχουμε φτιάξει στο μυαλό μας – το βαφτίζουμε με το όνομα ενός τελικά απολύτως οριοθετημένου χρονικά και χωρικά, ακόμα και μουσικολογικά πλέον, είδους και ξεμπερδεύουμε. Και ούτε φυσικά οτιδήποτε ηχεί «παράξενο» μπορεί να αναχθεί σε «soundtrack ταινιών του David Lynch», αν μη τι άλλο γιατί αυτά τα ιδιόρρυθμα soundtracks ήταν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τους έργα του Angelo Badalamenti, δηλαδή ενός σύγχρονου συνθέτη απολύτως συγκεκριμένης προέλευσης και τεχνοτροπίας και όχι λαϊκών ή και αυτοδίδακτων μουσικών.


Στη περίπτωση του νορβηγικού τρίο η σύγχυση επιτεινόταν ίσως αν κανείς, προσπαθώντας να κατατοπιστεί λίγο καλύτερα για αυτό που θα παρακολουθούσε ζωντανά, άκουγε τον ένα και μοναδικό μέχρι στιγμής δίσκο τους στην ECM. Γιατί, όσο και αν φυσικά σέβεται απεριόριστα την ουσία της μουσικής όσων συνεργάζεται, ο ήχος που έχει δημιουργήσει και τελειοποιήσει μετά από τόσες δεκαετίες στο στούντιο του Μονάχου ο Manfred Eicher μπορεί κατά μιαν έννοια να λειτουργήσει και ως μια ελαφρά παραμορφωτική «οπτική γωνία» που να σε ξεγελάσει ως προς τη μορφή της.


Στη συναυλία βέβαια και χωρίς την ambience της ηχογράφησης της ECM τα πράγματα ξεκαθάρισαν αμέσως. Αυτό που κάνουν οι Lumen Drones είναι απλά κάτι που συμβαίνει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη ειδικά της Ευρώπης (και με την χώρα μας φυσικά να μην αποτελεί εξαίρεση) επί δεκαετίες, την προσέγγιση δηλαδή της παραδοσιακής μουσικής ενός τόπου με έναν διαφορετικό, ανανεωτικό τρόπο. Ο τρόπος που έχουν επιλέξει εκείνοι είναι διαμέσου του πρίσματος του post rock.


Επίκεντρο δηλαδή του ήχου αλλά και της σκηνικής τους παρουσίας είναι ο Nils Økland, ένας ταλαντούχος και δεξιοτέχνης μα ολοφάνερα λαϊκός μουσικός και συμπαθέστατος άνθρωπος (όχι ότι οι άλλοι δύο δεν είναι αλλά αυτός είναι και, όσο του επιτρέπει το φράγμα της γλώσσας, ιδιαίτερα επικοινωνιακός!). Το όργανο του είναι το παραδοσιακό νορβηγικό βιολί hardanger, ένα βιολί δηλαδή σαν όλα τα άλλα που όμως, όπως εξήγησε ο ίδιος, έχει συμπαθητικές χορδές (όπως και μια συγκεκριμένη ποικιλία της κρητικής λύρας, θα σημειώσω όχι συμπτωματικά). Τα μελωδικά μέρη του εξελίσσονται πάνω σε - στην πλειοψηφία τους ρυθμικά – εκείνα της κιθάρας και των ντραμς και αυτή είναι πάνω – κάτω η αρχιτεκτονική όλων των κομματιών τους.

 

Kristoffer Oen Lumen Drones print04 2 p

 


Οσον αφορά στην ουσία του αποτελέσματος η ομορφιά των μελωδιών της νορβηγικής folk το καθιστά συνολικά καλό και κάποιες στιγμές, όταν η λιτότητα των βιολιστικών μερών επικοινωνεί αληθινά με τους «κενούς χώρους» που φέρουν τα άλλα δύο μέλη του γκρουπ από του συγκρότημα τους, τους Low Frequency In Stereo, αγγίζει κάποιες σχεδόν ambient κορυφώσεις οι οποίες είναι ταυτόχρονα γαλήνιες μα και συναρπαστικές.


Αυτό ήταν όλο το «παράξενο» ακρόαμα.


Πιο ενδιαφέρον ίσως από το ίδιο θα έλεγα ότι ήταν το να ανιχνεύεις πίσω του τις ρίζες όλης της ευρωπαϊκής παραδοσιακής μουσικής, η οποία ξεκίνησε εκεί, στη Σκανδιναβία, με τους Υπερβόρειους, τα πρώτα δηλαδή ινδοευρωπαϊκά φύλα που έφτασαν στην ήπειρο μας. Στη συνέχεια, ανάλογα με το που έφτασε η φυλή η οποία εποίκισε όλη την Ευρώπη, ο πρωταρχικός αυτός μουσικός πυρήνας διαμορφώθηκε και εξελίχθηκε με διαφορετικούς τρόπους. Άλλη είναι για παράδειγμα η κελτική folk των βρετανικών νήσων και άλλη η ελληνική καθώς και την χώρα μας φυσικά την εποίκισαν οι Ινδοευρωπαίοι υποκαθιστώντας σταδιακά τους Προέλληνες (να γιατί ανέφερα την κρητική λύρα) αλλά με ορατές μετά από χιλιάδες χρόνια της κοινές τους καταβολές.


Και η καλύτερη απόδειξη για αυτό ήταν όταν πριν από ένα κομμάτι ο Økland μας είπε, με σχεδόν παιδική χαρά, το πόσο εξεπλάγη όταν διαπίστωσε ότι η πεντατονική κλίμακα της παραδοσιακής νορβηγικής μουσικής στην οποία βασίζεται συναντάται επίσης και στην Ελλάδα και στο Ιράκ. Αν είχε στοιχειώδεις γνώσεις εθνομουσικολογίας δεν θα είχε εκπλαγεί καθόλου καθώς θα ήξερε ότι μιλούσε για έναν από τους τυπικότερους τροπικούς (modal) δρόμους που ανιχνεύονται στην περιοχή της Μικράς Ασίας και στην ευρύτερη Ανατολία, τον χώρο δηλαδή που με τις προεκτάσεις του θεωρείται πλέον γενικά ως η κοιτίδα των Ινδοευρωπαίων. Τελικά είναι ένας μικρός κόσμος, τουλάχιστον μουσικά...