Ο Σωκράτης Μάλαμας ξεκίνησε ως κιθαρίστας. Κι ως κιθαρίστας - όπως έχει πει ο ίδιος - τα πρώτα μαγαζιά που έπαιξε κατεβαίνοντας από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα ήταν σκυλάδικα. Συνεπής στο χειμερινό του ραντεβού τόσο με τους πιστούς ακροατές του, όσο και με τον χώρο που εδώ και δεκαετίες τον φιλοξενεί «επιστρέφει» κάθε Παρασκευή και Σάββατο (από τις 15 Ιανουαρίου) στη σκηνή του Σταυρού του Νότου για να πει τις ιστορίες του. 

«Νομίζω πρέπει να γίνω τραγουδιστής πίστας και να αφήσω την κιθάρα», είπε μειδιάζοντας πάνω στην κορύφωση της βραδιάς την Παρασκευή. Κι όποιος τον ακολουθεί και παρακολουθεί από το ξεκίνημά του ως τραγουδοποιό θα αισθάνθηκε εξαρχής πως αν και «επέστρεψε» πιο συγκεντρωμένος από ποτέ παίζοντας τα ίδια αγαπημένα τραγούδια, με τους ίδιους καλούς συνεργάτες στον ίδιο χώρο … κάτω από τη σκηνή έχουν αλλάξει πολλά.


Γνωρίζαμε ήδη πως η βραδιά ήταν sold out, όπως είναι κι αυτή της επόμενης Παρασκευής. Στο μαγαζί έμπαινε συνεχώς κόσμος μέχρι και τις δύο τα ξημερώματα σε μία ασφυκτικά γεμάτη ατμόσφαιρα και το πλούσιο και γενναιόδωρο πρόγραμμα, που κατά παράδοση κάνει ο Μάλαμας, διήρκεσε 4,5 ώρες με ένα διάλειμμα μισής ώρας. Δεν άφησε κανέναν παραπονεμένο. 


Τα χέρια του στα τάστα της κιθάρας που απεικονίζονται στην αφίσα των φετινών του εμφανίσεων θυμίζουν τον μουσικό και τραγουδοποιό, που στο ξεκίνημά του, έκανε τραγούδια τις σκέψεις που συνήθιζε να μουρμουρίζει μόνος του. Ωστόσο, το πολυσυλλεκτικό και σε πολλές στιγμές φλύαρο κοινό συνέβαλε στο να χαθεί ο άλλοτε ακουστικός ήχος («Πάντα ξένοι», «Ομίχλη» από τη Λαμπρινή Καρακώστα και τον Φώτη Σιώτα), δημιουργώντας κατά τη διάρκεια όλης της βραδιάς μία οπαδική ατμόσφαιρα νυχτερινού κέντρου διασκέδασης.


Δεν είναι ο ερωτικός, κοινωνικός, πολιτικός λόγος των τραγουδιών του, ούτε ο λαϊκός και ενισχυμένα παραδοσιακός ήχος του προγράμματος - με τα αριστοτεχνικά γεμίσματα του βιολιού του Φώτη Σιώτα - που αφυπνίζει το διονυσιακό πνεύμα των θαμώνων. Είναι η εποχή και η αντιμετώπιση της μουσικής από το κοινό (για την οποία φέρουν ευθύνη και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες καμιά φορά, που διαμορφώνουν μαζικά την αισθητική των ακροατών). Πράγμα που έγινε εμφανές όταν κάλεσε στη σκηνή τη Νατάσσα Μποφίλιου, η οποία και αποθεώθηκε στο «Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι».


Ο Μάλαμας τα είπε όλα. Τραγούδια για τους φανατικούς υποστηρικτές («Του χρόνου τα σκυλιά», «Δεκέμβρης 1903» «Της σιωπής», «Ειρηνικός»), για τους νεαρούς «προσκυνητές» («Διάφανος», «Οι πρώτες λέξεις»), τους «σοβαρούς ονειρευτές» («Η φαντασία στην εξουσία», «Ηλιόπετρα» «Γράμμα σ’ έναν ποιητή»), τους λαϊκούς υμνητές («Πριγκηπέσα», «Στα είπα όλα»). Δεν είπε, βέβαια, ούτε ένα λαϊκό – ρεμπέτικο που συνήθως δε λείπει από το πρόγραμμά του. 


Μαζί του οι: Λαμπρινή Καρακώστα/τραγούδι, Νίκος Μαγνήσαλης/τύμπανα, Γιάννης Παπατριανταφύλλου/κοντραμπάσο, Φώτης Σιώτας/βιολί, βιόλα, Κυριάκος Ταπάκης/λαούτο, μπουζούκι.