Ο Γιάννης Αναστασάκης είναι ένας αληθινά πειραματιστής μουσικός, τόσον όσον αφορά στο όργανο του, την ηλεκτρική κιθάρα, όσο και  στην γενικότερη ηχητική πλευρά. Όμως, οι Elektronik Meditation, το οπτικοακουστικό project του με την εικαστικό Deniz Αγγελάκη με άφησε με πολλά ερωτηματικά (και όχι μόνον αναφορικά με την συγκεκριμένη εμφάνιση τους). Στο πρώτο μέρος του σετ που το εκτέλεσαν μόνοι τους η μουσική, παραγόμενη κυρίως από εφέ και άλλα ηλεκτρονικά, ήταν ένα συνεχές μπαράζ από drones με μεγάλο ενδιαφέρον. Τα visuals της Αγγελάκη όμως δεν κατάφερναν να συντονιστούν σχεδόν καθόλου μαζί της, παραμένοντας υπερβολικά αφηρημένα και, όχι μόνο χρωματικά, «άτονα».

 

 

 

Στο δεύτερο μέρος όμως συνέβη το ακριβώς αντίθετο, ήταν το οπτικό στοιχείο που απέκτησε όγκο αλλά και πλαστικότητα, έγινε πιο «ρευστό» και «παλλόμενο» και μπορούσε να ακολουθήσει πολύ πιο άνετα την μουσική η οποία όμως υστερούσε αρκετά. Η αιτία για αυτό είναι μάλλον ότι ο σαξοφωνίστας και φλαουτίστας Θοδωρής Ρέλλος και ο ντράμερ Νίκος Σιδηροκαστρίτης, αμφότεροι όχι μόνον θαυμάσιοι, αλλά και με πολύ μεγάλη αυτοσχεδιαστική πείρα μουσικοί, επικοινωνούσαν μεν άψογα μεταξύ τους αλλά (ειδικά ο δεύτερος) πολύ λιγότερο με τον Γιάννη Αναστασάκη.

 

 

Στο μεγαλύτερο μέρος της διάρκειας του το δεύτερο μέρος ήταν μάλλον μια ασαφής και άμορφή  ηχητική «μάζα» την οποία μάταια προσπαθούσαν να «σχηματοποιήσουν» τα visuals.

 

 

Εν κατακλείδι πιστεύω ότι ο Γ. Αναστασάκης και η D. Αγγελάκη πρέπει να ξεκαθαρίσουν αρκετά περισσότερο τις αισθητικές προθέσεις τους αλλά και το πως τις κάνουν πράξη, έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι ανάλογο του ολοφάνερα όχι ευκαταφρόνητου κόπου τον οποίο επενδύουν σε αυτό...

 

 

Κάθε άλλο παρά ισχύει αυτό για τους Biomass, αφού o Πάνος Κυβελέας γνωρίζει πολύ καλά και το που θέλει να πάει αλλά και την διαδρομή για να φτάσει εκεί. Η abstract electronica του είναι εξαντλητικά δουλεμένη/προγραμματισμένη, οι αναλογικές  «παρεμβάσεις» των drum machines και ακόμα περισσότερο των synthesizers της Κρυσταλίας Θεοδώρου την κρατούν στέρεα «γειωμένη» στο παρελθόν του ιδιώματος και όσο ο ρυθμός γίνεται πιο γρήγορος και έντονος και πλησιάζει ένα σκληρό και «βρώμικο» techno τόσο η όλη ηχητική εμπειρία γίνεται πιο αποτελεσματική.

 

 

Στην περίπτωση αυτή το οπτικό υλικό (στην συντριπτική πλειοψηφία του τυπικά αποσπάσματα τηλεοπτικών ειδήσεων, με μιαν έμφαση σε αυτά που αφορούν πολεμικά γεγονότα) δεν αλληλεπιδρά με την μουσική και ούτε βέβαια τη «σχολιάζει» αλλά μάλλον την «επενδύει», με τον αντίστροφο ακριβώς τρόπο από εκείνον με τον οποίο λειτουργούν τα soundtracks.

 

Πρόκειται για μια πρακτική συνηθισμένη και άρα όχι πρωτότυπη. Από την άλλη όμως σίγουρη και ασφαλής. Όπερ σημαίνει και εγγυημένα λειτουργική...

 

Αν τα δύο προηγούμενα σχήματα, για διαφορετικούς λόγους και σε διαφορετικό επίσης βαθμό το καθένα, προσπαθούν να υπερβούν τα όρια τους οι Tania Giannouli Ensemble δεν το κάνουν σχεδόν καθόλου, προσοχή όμως, όχι γιατί δεν μπορούν αλλά γιατί δεν θέλουν. Η Τάνια Γιαννούλη δεν ενδιαφέρεται για αυτό και, όταν και στον ελάχιστο βαθμό που συμβαίνει, το αφήνει στους μουσικούς της.

Αυτό ισχύει κυρίως για τα σαξόφωνα του Guido De Flaviis (που είναι και εκείνος ο οποίος έχει την μεγαλύτερη σχέση και επαφή με το πνεύμα αλλά και τις τεχνικές της jazz) και λιγότερο για το βιολοντσέλο του εξαίρετου σολίστ Αλέξανδρου Μποτίνη ενώ όσον αφορά στον εαυτό της περιορίζεται στα πολύ σύντομα διαστήματα που παίζει «εντός» του πιάνου.

 

Κακά τα ψέματα όμως, η μουσική της Τάνιας Γιαννούλη (ακόμα περισσότερο δε στο «Transcendence», το έργο που αποτελεί και το περιεχόμενο του ομότιτλου δεύτερου CD  της το οποίο μόλις κυκλοφόρησε και είναι αυτό που παρουσίασαν στη συναυλία οι TGE) είναι απόλυτα καταγεγραμμένη και προσχεδιασμένη, έχει δηλαδή αρχή, μέση και τέλος. Είναι πάντα το πιάνο της αυτό από το οποίο αρχίζει και τελειώνει κάθε σύνθεση της, αυτό σχηματίζει το περίγραμμα αλλά και σκιτσάρει τις βασικές γραμμές του σχεδίου της με το σαξόφωνο και το τσέλο να συμπληρώνουν τις λεπτομέρειες και ακόμα και τα κρουστά του Σόλη Μπάρκι αλλά ως και τα ντραμς του Γιάννη Νοταρά να μην λειτουργούν σχεδόν καθόλου ρυθμικά αλλά να έχουν ηχοχρωματικό, ακόμα και καθαρά χρωματικό (modal) ρόλο.

 

Η Τ. Γιαννούλη έχει βρει την φόρμα της, την έχει κατακτήσει, την κατέχει, αισθάνεται απόλυτα άνετα μέσα σε αυτήν και δεν νιώθει την παραμικρή επιθυμία να την διαρρήξει. Η φόρμα αυτή είναι απαρέγκλιτα τονική και βασισμένη  στην παράδοση που έχει μελετήσει, γνωρίζει σε βάθος και αγαπά, της κλασικής μουσικής, Όσοι λοιπόν περίμεναν, εκείνο το βράδυ στην Στέγη ή οποτεδήποτε άλλοτε, την ανατροπή της αναμένουν επί ματαίω...

 

Τι μπορεί να περιμένει κανείς από αυτή την, απολύτως συνειδητά, όσο πάει και αυστηρότερα καθορισμένη φόρμα; Μα αυτό ακριβώς που χαρακτηρίζει και τους μεγάλους ρομαντικούς συνθέτες στους οποίους κυρίως παραπέμπει η γραφή της Τ. Γιαννούλη, τον Σοπέν, τον Σούμπερτ και τον αγαπημένο της Σούμαν, δηλαδή μια μουσική που εκθέτει ανάγλυφα τον συναισθηματικό και ψυχικό κόσμο της δημιουργού, με την μελωδική λιτότητα των ιμπρεσιονιστών όπως κυρίως ο Ντεμπισί αλλά σε ένα βαθμό και ο Σατί και τόσο έμπλεη εικόνων ώστε τα όμορφα ομολογουμένως βίντεο του Marcantonio Lunardi απλά της προσέθεταν λίγη παραπάνω ατμοσφαιρικότητα.

Στην περίπτωση της συγκεκριμένης συνθέτιδας λοιπόν όσοι ακροατές ξέρουν καλά τι αναζητούν όχι μόνο θα το βρουν αλλά και σε μιαν ωραιότατη εκδοχή του!