Mια ομάδα νέων – και ηλιακά αλά κυρίως από την πλευρά ότι δεν είναι τόσο γνωστοί και ιδίως προβεβλημένοι στο ευρύ κοινό – συνθετών κλήθηκε να  γράψει από δύο τραγούδια έκαστος/η πάνω σε ποιήματα από πολύ γνωστών μέχρι και σχεδόν εντελώς αγνώστων Ελλήνων ποιητών, εν ζωή και μη (η επιλογή ήταν δική τους και οι περισσότεροι, με δύο μόνον εξαιρέσεις, επέλεξαν να μελοποιήσουν δύο διαφορετικούς ποιητές).

 


Διαβάστε ακόμη: 9 νέοι συνθέτες «μαρτυρούν» στο MusicPaper.gr το στίχο που τους οδήγησε στη μελοποίηση για τη μεγάλη συναυλία της Στέγης


Με δυο λόγια επρόκειτο για την συστηματοποιημένη επανάληψη μιας καθιερωμένης διαδικασίας η οποία συμβαίνει εδώ και δεκαετίες στο ελληνικό τραγούδι και βέβαια έχει δώσει αριστουργήματα αλλά σε μερικές περιπτώσεις και...τερατουργήματα. Άρα το όλο ζήτημα ετίθετο ως προς το πως την εξέλαβε και την εφάρμοσε καθένας από αυτούς τους συνθέτες και εντέλει όλοι μαζί συλλογικά.

 

Αφού ξεκαθαρίσω λοιπόν ότι και τα δεκαοκτώ νέα τραγούδια που ακούστηκαν εκείνο το βράδυ ήταν από ευπρεπέστατου και άνω επιπέδου, θα πω ότι στην πλειοψηφία τους δεν μου επιφύλασσαν καμία έκπληξη. Ήταν αυτό ακριβώς που περίμενα πηγαίνοντας στη ΣΓΤ. Και αυτό δεν ήταν άλλο από περισσότερο ή λιγότερο εμπνευσμένες εφαρμογές του προτύπου που έχει θέσει για περισσότερο από δύο δεκαετίες πια το εγχώριο λόγιο (ή «έντεχνο» αν επιμένετε και για να συνεννοούμαστε καλύτερα) τραγούδι με μόνη παραλλαγή ότι μερικές είχαν περισσότερα παραδοσιακά κυρίως παρά λαϊκά στοιχεία από τις άλλες.

 

Ελάχιστοι αξιοποίησαν ακόμα και την έξυπνη επιλογή των οργάνων του συνοδευτικού συνόλου (πιάνο, βιολί, βιολοντσέλο, κοντραμπάσο, κλαρινέτο, κρουστά αλλά και όλων των ειδών οι κιθάρες και φυσικά μπουζούκι, όπου χρειαζόταν, με την επιμέλεια του έμπειρου πιανίστα και ενορχηστρωτή Αχιλλέα Γουάστωρ). Αλλά, ακόμα περισσότερο από συνθετικά και ενορχηστρωτικά, τα πράγματα ήταν πρόδηλα στο ερμηνευτικό μέρος το οποίο, εκτός πολύ λίγων περιπτώσεων, είχαν αναλάβει οι ίδιο οι δημιουργοί. Ως προς αυτό άκουγες λίγη Αλεξίου εδώ, λίγο ή και περισσότερο Θηβαίο και Μαχαιρίτσα εκεί, μια ιδέα από Β. Παπακωνσταντίνου παρακάτω και τους περισσότερους από τους άλλους «συνήθεις υπόπτους» του ιδιώματος...

 

Εξαιρέσεις βέβαια υπάρχουν σε κάθε  κανόνα και μια τέτοια προσπάθησε συνειδητά και πολύ σκληρά, ίσως και υπέρ του δέοντος, να είναι η Φένια Χρήστου. Ειδικά στην μελοποίηση του ποιήματος Ο Τρόμος του Κ. Π. Καβάφη, στην οποία επίσης έπαιξε και πιάνο η πληθώρα των μουσικών στοιχείων μα και η υπέρμετρη θεατρικότητα της ερμηνείας της κατέληγαν όχι απλά υπερβολικά αλλά ίσως ακόμα και να προκαλούν...σύγχυση στον ακροατή. Είναι από τις περιπτώσεις που όχι μόνον αρμόζει το «ουκ εν τω πολλώ τω ευ» αλλά και μπορεί πολύ ωραία να ισχύει το ακριβώς αντίστροφο...

 

Οι αληθινές λοιπόν εξαιρέσεις ήταν τρεις από τους εννέα συνθέτες, αυτές που ακούν στα ονόματα Απόλλων Ρέτσος, Νεφέλη Λιούτα και Δημήτρης Μαραμής, Ο πρώτος με την προσωπικότατη προσέγγισή του, τόσο στην τραγουδοποιία όσο και στην ερμηνεία, η δεύτερη με την ολοένα πιο ολοκληρωμένη και επιτυχημένη ευφυέστατη ισορροπία της ανάμεσα στην «κλασικίζουσα» σύνθεση και ενορχήστρωση και την ιδιότυπα βασισμένη στην παράδοση μας ερμηνεία της οι οποίες εντοπίζονται και στον πρόσφατο δίσκο της όπως ανέφερα στην παρουσίαση μου για αυτόν (εδώ) και ο τρίτος με την μεταφορά των τεχνικών και μεθόδων της κλασικής σύνθεσης που κατέχει τόσο καλά στο πλαίσιο του τραγουδιού το οποίο υποστήριξε ιδανικά με την ερμηνεία του ο – επίσης με κλασική αλλά και θεατρική παιδεία – Θοδωρής Βουτσικάκης.

 

Το περιεχόμενο, ίσως κάπου και το νόημα της συναυλίας, μάλλον το συνόψισε άψογα ο ιδρυτής και πρόεδρος του Ελληνικού Σχεδίου Δημήτρης Παπαδημητρίου στη σύντομη τοποθέτηση του μετά το πέρας της. Θα συμφωνήσω λοιπόν απόλυτα μαζί του ότι «εδώ έχουμε να κάνουμε με μια γενεά με κοινές αναφορές και αισθητική αλλά και με διακριτές προσωπικότητες» αλλά, όσο και αν το πρώτο μόνο μεμπτό δεν είναι βέβαια, σημασία έχει ποιο είναι το ποσοστό του δεύτερου και ποιο κυριαρχεί στην μεταξύ τους αναλογία.

 

Και αυτό μόνον όσον αφορά στον μέσο όρο... Γιατί δεν χρειάζεται να πω εγώ στον Δ. Παπαδημητρίου ότι στην ηλικία και στο στάδιο όπου βρίσκονται οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες μπορεί μεν να έφερε – και ορισμένες φορές και έντονα – τις επιρροές του από την διεθνή μουσική αλλά ήδη δεν έμοιαζε καθόλου με κανέναν και όλους μαζί τους σύγχρονους Έλληνες ομοτέχνους του, το γνωρίζει πολύ καλά ο ίδιος.

 

Όπως το γνωρίζουν πολύ καλά και οι τρεις προαναφερθέντες δημιουργοί γιατί κάτι τέτοιο δεν προκύπτει ποτέ τυχαία ή συγκυριακά. Συμβαίνει μόνον όταν κάποιος συνειδητοποιήσει ότι μπορεί να είναι ωραίο το αίσθημα κοινότητας που σου δίνει μια κοινή αισθητική, ίσως ακόμα και το να ανήκεις σε μια «σχολή», μπορεί ακόμα και να σου παρέχει μια ασφάλεια αλλά αναμφίβολα έχει και ένα τίμημα το οποίο χρειάζεται μεγάλο θάρρος και δύναμη για να σταματήσεις να το καταβάλλεις. Γιατί για να ξεχωρίσεις πρέπει να αποφασίσεις συνειδητά να διαφοροποιηθείς και αυτό δεν είναι κανόνας αλλά νόμος της ίδιας της ζωής και ως τέτοιος δεν επιδέχεται καμία εξαίρεση...