Σαράντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την πρώτη εμφάνιση της Άλκηστης Πρωτοψάλτη στη δισκογραφία και συγκεκριμένα από την Τετραλογία του Δήμου Μούτση. Σαράντα χρόνια που περικλείουν μεγάλες επιτυχίες, σπουδαία τραγούδια (κάποτε αυτά ήταν ταυτόσημα), σημαντικές ερμηνείες, δίσκους ορόσημα στην νεοελληνική δισκογραφία (Κυκλοφορώ κι Οπλοφορώ, Παραδέχτηκα, Ανθρώπων Έργα). Νέα μέτρα και σταθμά στη διασκέδαση, με σκηνοθεσία και κόνσεπτ στην παρουσίαση (Λεωφόροι, Γκάζι, Δημοτικό Θέατρο Πειραιώς). 

 

Καθιέρωση της ομάδας ως δημιουργικού πυρήνα, μέσα στην οποία ταλαντούχοι άνθρωποι έβαζαν τη σφραγίδα τους και το πράγμα προχωρούσε εμπρός. Σαράντα χρόνια ακούραστης δουλειάς, δουλεμένης φωνής, με τις υπερβολές της, τα λάθη της, τα φάουλ της, τα πισογυρίσματά της. Τις συναυλίες σε μεγάλα θέατρα του εξωτερικού αλλά και σε κάθε γωνίας της Ελλάδας. Σαράντα χρόνια διαρκούς αναζήτησης.

 

Γιατί αν θέλαμε να χαρακτηρίσουμε, με μια εικόνα, την Άλκηστη Πρωτοψάλτη θα ήταν αυτή του παιδιού που τρέχει μπροστά, ανακαλύπτει νέα μονοπάτια και με αστείρευτο πάθος και ενέργεια παρασύρει και τους υπόλοιπους να την ακολουθήσουν.

 

Η βραδιά στο Μέγαρο Μουσικής δεν είχε ακριβώς χαρακτήρα αναδρομής (θα χρειαζόταν συναυλία πολλών ωρών γι’ αυτό) αλλά ήθελε να δώσει μια εικόνα της ερμηνεύτριας σε σύμπραξη με συμφωνική ορχήστρα και χορωδία. Η παράσταση ξεκίνησε με το κομμάτι του Νίκου Αντύπα και της Λίνας Νικολακοπούλου Αιγάιο διασκευασμένο όμορφα και κύλησε κατ’ ανάλογο τρόπο.

 

Επιτυχίες της Πρωτοψάλτη (Διθέσιο, Ο άγγελος μου, Δικαίωμα) μπλεγμένες με τραγούδια του διεθνούς ρεπερτορίου (Contepartiro, Canzone arrabbiata) και ορισμένες εκπλήξεις (Η Μαριάνθη των ανέμων). Πρώτο μέρος σε γενικές γραμμές αμήχανο, κυρίως εκ μέρους της ορχήστρας, η οποία δεν εκμεταλλεύτηκε όλη την υφολογική της παλέτα για να χρωματίσει τα τραγούδια και να τους δώσει μοναδική σφραγίδα. Η Πρωτοψάλτη, αν και με κάπως άβολη ενδυματολογική επιλογή, βρισκόταν συνεχώς μπροστά από την ορχήστρα, σε επίπεδο διάθεσης, κεφιού, ερμηνειών (ωραίες στιγμές στο Μυστικό τοπίο, τη Μαριάνθη των ανέμων και την Καταιγίδα) προσπαθώντας να μεταφέρει τη διάθεσή της στους μουσικούς. Το κοινό, πάντως, το είχε κερδίσει από την πρώτη στιγμή μεταφέροντάς το στους στίχους και τις μελωδίες των τραγουδιών της.

 

Στο δεύτερο μέρος τα πράγματα άλλαξαν προς το καλύτερο. Η Πρωτοψάλτη έκανε εντυπωσιακή είσοδο, σημειώνοντας μια από τις πιο καλόγουστες εμφανίσεις της και αμέσως πήρε το νήμα από εκεί όπου το είχε αφήσει. Η ορχήστρα συντονίστηκε καλυτερα μαζί της δίνοντας το τέμπο με ευφάνταστες ενορχηστρώσεις και καλοδουλεμένες ερμηνείες. Από τις πιο όμορφες στιγμές του δεύτερου αυτού μέρους (αλλά και όλης της βραδιάς) το Κοχύλι, του Οδυσσέα Ελύτη σε εξαιρετική μελοποίηση του Στέφανου Κορκολή, το Τρίτο στεφάνι, με την σκαμπρόζικη μουσική του Κραουνάκη και το κλασικό κομμάτι του Μίκη Θεοδωράκη-Οδυσσέα Ελύτη, Του μικρού βοριά, ενορχηστρωμένο και ερμηνευμένο υποδειγματικά.

 

Και εδώ ίσως θα έπρεπε να σταθούμε και να σημειώσουμε πόσο βαθιά και επί της ουσίας συγγενεύει η Άλκηστις Πρωτοψάλτη με, τουλάχιστον, ένα μέρος του ρεπερτορίου του Μίκη Θεοδωράκη. Δωρική, πειθαρχημένη, αυστηρή και αληθινά συναισθηματική μπορεί να προσεγγίσει σήμερα, συνολικά αυτό το ρεπερτόριο με αποτελέσματα αξιώσεων.

 

Η βραδιά στο Μέγαρο Μουσικής έκλεισε με ένα άτυπο αφιέρωμα στον Σταμάτη Κραουνάκη και τη Λίνα Νικολακοπούλου (Κάστρο, Ανθρώπων έργα, Δερβίσης, Δουλειά, Πάτωμα), τους στηλοβάτες της πορείας της Πρωτοψάλτη.

 

Η Άλκηστις Πρωτοψάλτη, μέσα από αυτές της τις εμφανίσεις, «ξαναβλέπει» παλιό της υλικό και το επανασυστήνει με άλλο ήχο, φωτίζοντας μουσικές φράσεις και στίχους με έναν δικό της τρόπο. Αξιολογεί και καταθέτει ορισμένα από τα καλύτερα κομμάτια της βάζοντας πλώρη, ακούραστη, για τα επόμενα σαράντα δημιουργικά χρόνια.

 

* Λόγω της μεγάλης ζήτησης προστέθηκε μία ακόμη συναυλία στις 3 Μαρτίου.