Εκατό χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση ενός από τους σπουδαιότερους έλληνες τραγουδοποιούς, του Βασίλη Τσιτσάνη. Η αφορμή προσφέρεται για επετιακά αφιερώματα, συγκέντρωση του υλικού του σε καλαίσθητες κασετίνες, δισκάκια με διασκευές.

Μέσα στην προηγούμενη χρονιά είχαν ήδη παρουσιαστεί τρια αφιερώματα στον Τσιτσάνη.

Το πρώτο μέρος των εμφανίσεων της Ελένης Βιτάλη και της Ηρώς Σαΐα στην Ιερά Οδό, υπό τη διεύθυνση του Σταύρου Ξαρχάκου, η παρουσίαση των διασκευών στα κομμάτια του Τσιτσάνη, που έκανε ο Vassilikos στη Μικρή Επίδαυρο, με τη συμμετοχή της Δήμητρας Γαλάνη και της Ελευθερίας Αρβανιτάκη. Μερικούς μήνες μετά, η Ελευθερία Αρβανιτάκη παρουσίασε στο Ηρώδειο, παρέα με την Οπισθοδρομική Κομπανία και τον Σταμάτη Κραουνάκη, τη δική της ματιά επάνω στα τραγούδια του Τσιτσάνη.

 

Το αφιέρωμα που παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής θα μπορούσε να έχει και υπότιτλο “Ο Τσιτσάνης του Σταύρου Ξαρχάκου”. Ο Ξαρχάκος, κατά την προσφιλή του συνήθεια, δούλεψε εξονυχιστικά επάνω στις ενορχηστρώσεις των τραγουδιών του Τσιτσάνη δημιουργώντας έναν ιδιαίτερο και συμπαγή ήχο, επάνω από τον οποίο έπρεπε να περάσουν οι φωνές της Γαλάνη και της Αρβανιτάκη. Με τα έγχορδα να προεξέχουν μουσικά, κάθε τραγούδι είχε μετατραπεί σε ηχητική εμπειρία. Ενορχηστρωτικές ακροβασίες, ακρίβεια στις ερμηνείες και επιλογές όχι από το “εύκολο” ρεπερτόριο του Τσιτσάνη.

 

Κοινός τόπος ότι η Δήμητρα Γαλάνη μπορεί να ανταποκριθεί με απόλυτη επιτυχία σε κάθε είδος ρεπερτορίου. Αν συνυπολογίσει κανείς ότι ο Τσιτσάνης ήταν και δάσκαλός της, τότε δικαιωματικά της ανήκει μια θέση στις σπουδαιότερες ερμηνεύτριες των τραγουδιών του Τσιτσάνη. Στην εμφάνιση στο Μέγαρο ήταν πειθαρχημένη, στέρεη και γήινη. Ερμήνευσε με μοναδικό τρόπο την Αχάριστη (στο Πιάνο-Φωνή ερμηνεύει την Αχάριστη με θυμό, εδώ κυριαρχούσε το συναίσθημα της λύπης) και βαθιά και σπαρακτικά το Σαν απόκληρος γυρίζω, μεταξύ πολλών άλλων.

 

Η Ελευθερία Αρβανιτάκη μπορεί να μην πρόλαβε τον Τσιτσάνη, φέρει όμως στη φωνή της και το ήθος της τα συστατικά στοιχεία όλων των πρώτων ερμηνευτριών του συνθέτη. Γνήσιο λαϊκό αίσθημα, σεβασμό στη μελωδία και τους στίχους, αγάπη για τη μουσική του Τσιτσάνη. Επάξια έπιασε το νήμα από τη Χασκίλ και τη Νίνου και κατέθεσε τις δικές της δυνατές ερμηνείες. Ξεδίπλωσε τις φωνητικές της δυνατότητες χρωματίζοντας άλλοτε με λεπτές και άλλοτε με έντονες αποχρώσεις ανάμεσα στα άλλα τη Ζαΐρα ή τη Ζημιά.

 

Δύσκολα σήμερα μπορεί κάποιος να σκεφτεί δύο άλλες ερμηνεύτριες, με το εύρος και τη δυναμική της Γαλάνη και της Αρβανιτάκη, οι οποίες να έχουν τη δυνατότητα να υπηρετήσουν το ρεπερτόριο του Τσιτσάνη κατ’ αυτόν τον τρόπο.

 

Οι δυο τους αποτελούν σημαντικά κεφάλαια της ελληνικής μουσικής των τελευταίων 40 χρόνων και μέσα από τέτοιες συναυλίες έχουν τη δυνατότητα να κάνουν μια ολοκληρωμένη πρόταση σε ανάλογο ρεπερτόριο. Η συμβολή του Σταύρου Ξαρχάκου απογειώνει το εγχείρημα και του δίνει μια σφραγίδα μοναδικού και ανεξίτηλου στο χρόνο υλικού.