Η Μελεντίνη είναι η πιο ξεχωριστή τραγουδοποιός και ερμηνεύτρια που ανέδειξε η σύγχρονη ελληνική μουσική σκηνή εδώ και πολλά χρόνια. Η Μελεντίνη δεν μοιάζει με καμία και κανέναν άλλο εγχώριο ομότεχνό της γιατί πολύ απλά είναι τόσο πολύ ο εαυτός της και μόνο. Ναι, είναι αυτοαναφορική στο έπακρο αλλά όχι εξαιτίας οποιουδήποτε συνδρόμου ανωτερότητας ή, ακόμα χειρότερα, επειδή σνομπάρει άλλους Έλληνες – και μάλιστα και σχετικά ομοειδείς της – μουσικούς αλλά γιατί έχει αφομοιώσει τόσο καλά τις rock, jazz, κλασικές και τόσες άλλες επιρροές της ώστε πλέον να είναι μέρος του είναι της.

 

Όπως όλοι οι πολύ σπουδαίοι δημιουργοί βρίσκεται πια σε ένα καθαρά, απόλυτα δικό μουσικό – στην περίπτωση της ίσως και προσωπικό...- σύμπαν, σε αυτό ανήκει, μέσα σε αυτό λειτουργεί, αυτό εκφράζει και διαμέσου αυτού εκφράζεται. Και όπως οι περισσότεροι σημαντικοί και τόσο προσωπικοί δημιουργοί όχι μόνον αποδέχεται τις – μουσικές και μη – εμμονές της αλλά είναι παραδομένη σε αυτές και πολύ καλά κάνει αφού είναι αυτές κυρίως που δίνουν τροφή στην έμπνευση της! Τελικά η Μελεντίνη (και μαζί της και η Running Blue Orchestra η οποία την συνοδεύει μόνιμα πια) είναι μοναδική για τα δεδομένα της χώρας μας και είναι ίσως ακριβώς αυτό που την έσπρωξε να μετοικήσει στο Βερολίνο. Το άσχημο της υπόθεσης είναι βέβαια ότι ακριβώς για αυτό οι ούτως ή άλλως πολύ λίγες συναυλίες της όπως η εν λόγω, την Παρασκευή 28 Μαρτίου, θα γίνουν ακόμα πιο σπάνιες...

Μετά από ένα τέτοιο support τί να πεις για τον Matt Elliott; Επίθετα όπως «ευαίσθητα», «ενδοσκοπικά» και «πηγαία μελωδικά» σου έρχονται αυθόρμητα στο νου για να περιγράψεις τα τραγούδια του και σίγουρα είναι μία από τις πιο σημαντικές φυσιογνωμίες της νέας folk και όχι μόνο για την Βρετανία. Ακούγοντας τον όμως να τα παρουσιάζει τόσο λιτά, μόνο με την φωνή και την ηλεκτρακουστική κιθάρα του (αν και με παράδοξα αρκετά έντονη σε κάποια σημεία την παρουσία πρηχογραφημένων μερών, ειδικά φωνητικών) στο πραγματικά κατάμεστο από κόσμο «Tin Pan Alley», δεν μπορούσα να μην σκεφτώ πόσο πιο ενδιαφέρουσες ήταν και παραμένουν οι «άναρθρες», ίσως ακόμα και άναρχες με την καλύτερη έννοια της λέξης, ηλεκτρονικές δομές των Third Eye Foundation με τις οποίες τον γνωρίσαμε πριν σχεδόν είκοσι χρόνια. Μήπως είναι καιρός να τον ξαναδούμε με αυτή του την περσόνα;