Η συνοπτική αλλά και πλήρης ταυτόχρονα περιγραφή της συναυλίας θα μπορούσε να είναι η εξής: Οι Tindersticks έπαιξαν καλά και με σωστό ήχο τα γνωστότερα τραγούδια από την περίπου τριακονταετή διαδρομή τους, ικανοποίησαν το κοινό που είχε σχεδόν γεμίσει το Ηρώδειο και μετά πήγαμε κάπου αλλού για να συνεχίσουμε τη βραδιά μας.

 

Ο τακτικός θεατής συναυλιών στο Ηρώδειο όμως θα είχε σίγουρα παρατηρήσει ένα αρκετά ασυνήθιστο γεγονός. Ήδη από το πρώτο ημίωρο είχαν αρχίσει οι αποχωρήσεις θεατών και μάλιστα του κάτω διαζώματος, αυτού δηλαδή με τις ακριβότερες τιμές εισιτηρίων που όμως ήταν sold out ήδη πριν την συναυλία και συνεχίστηκαν – από αμφότερα πλέον τα διαζώματα – με γεωμετρική πρόοδο όσο περνούσε η ώρα. Το συμπέρασμα που προκύπτει από αυτό σε οποιονδήποτε χώρο είναι πάντα το ίδιο, ότι το όνομα το οποίο εμφανίζεται, οι Tindersticks στην προκειμένη περίπτωση, ικανοποίησε μεν το κοινό αλλά δεν το ενθουσίασε, δεν κατάφερε να το συνεπάρει ούτε για μια στιγμή. Το εγκάρδιο αλλά και «χλιαρό» χειροκρότημα μετά από κάθε τραγούδι το επιβεβαίωνε ακόμα περισσότερο. Το ερώτημα λοιπόν είναι γιατί συνέβη αυτό στη συναυλία ενός από τα, κατά γενική ομολογία, πλέον αξιόλογα βρετανικά rock γκρουπ των τελευταίων τριών δεκαετιών;

 

Οι Tindersticks έχουν εμφανιστεί αρκετές φορές στην Ελλάδα και για όσους έχουμε παρακολουθήσει προηγούμενες εμφανίσεις τους η απάντηση δεν μπορεί παρά να βρίσκεται σε αυτές και ιδίως στην τελευταία, την άνοιξη του ’16 στην Στέγη Ιδρύματος Ωνάση. Εκεί, χωρίς μεν να γεμίσουν την κεντρική σκηνή, πραγματοποίησαν μιαν εξαιρετική, σε κάποιες στιγμές ακόμα και συναρπαστική εμφάνιση. Ποιες ήταν οι κυριότερες διαφορές της από αυτή του Ηρωδείου;

 

Με την ίδια πάντα άκρως μελωδική φύση των τραγουδιών τους στη πρώτη περίπτωση οι Tindersticks… rocked, έστω και με τον τρόπο που μπορούν να το κάνουν ενώ στην δεύτερη στο μεγαλύτερο μέρος της συναυλίας ήταν υπερβολικά «ήρεμοι», κάποτε και σχεδόν υποτονικοί. Αντίστοιχα ο τραγουδιστής και ηγετική φυσιογνωμία τους Stuart Staples στη Στέγη ήταν αρκετά ενεργητικός στη σκηνή και ιδιαίτερα επικοινωνιακός ανάμεσα στα τραγούδια, φτάνοντας ακόμα και να δείξει την καλή αίσθηση του χιούμορ που διαθέτει ενώ στο Ηρώδειο ερμήνευε – παίζοντας ή μη ταυτόχρονα την ακουστική κιθάρα του – σχεδόν εντελώς ακίνητος και, παρότι ευγενέστατος και πάλι με το κοινό, όταν έπαιζαν υπήρχαν στιγμές που έδειχνε ακόμα και απόμακρος. Στην δεύτερη περίπτωση επίσης ο Staples χρειαζόταν να διαβάσει (!) τους στίχους κάποιων τραγουδιών και τουλάχιστον σε ένα είτε ο ίδιος μόνον είτε όλοι μαζί έκαναν λάθος στην εισαγωγή με αποτέλεσμα να πρέπει να το ξαναρχίσουν και μάλιστα δύο φορές.

 

Είναι τα δύο τελευταία γεγονότα που, τουλάχιστον σε εμένα, έδειξαν ποιο ήταν το πρώτο και πολύ βασικό πρόβλημα της συναυλίας. Όπως μου είπε σε συνέντευξη ο Staples το σημαντικότερο για αυτούς, ο λόγος που συνεχίζουν να υπάρχουν, είναι για να είναι δημιουργικοί και να εξελίσσονται. Όταν εμφανίστηκαν στη Στέγη είχαν μόλις κυκλοφορήσει δίσκο, τον πιο πρόσφατο τους και έπαιξαν κυρίως τα τραγούδια από αυτόν και μερικά επιλεγμένα παλαιότερα τους. Αντίθετα στο Ηρώδειο, επειδή έτσι προέβλεπε το συμβόλαιο τους ακριβώς λόγω της αίγλης του συγκεκριμένο χώρου, έπαιξαν ένα είδος «greatest hits» τους. Αυτό σημαίνει και, όπως επίσης μου εξομολογήθηκε ο Staples, μερικά τραγούδια από το ξεκίνημα τους που είχαν να παίξουν πολλά χρόνια και τα πρόβαραν ξανά, ειδικά και αποκλειστικά για αυτή τη συναυλία. Ένας και μοναδικός λόγος υπάρχει για να σταματήσει κάνεις να παίζει παλαιότερα τραγούδια του, το ότι έχει αποξενωθεί πλέον από αυτά, δεν σημαίνουν τίποτα για εκείνον. Αναπόφευκτη λοιπόν η διαπίστωση ότι, τουλάχιστον όταν έπαιζαν αυτά τα τραγούδια, οι Tindersticks – και όσο και αν ίσως προσπαθούσαν συνειδητά για το αντίθετο – βαριόνταν, έπλητταν με το ίδιο το υλικό τους.

 

Η δεύτερη πολύ σημαντική διαφορά ανάμεσα στις δύο εμφανίσεις είναι ότι, έστω και με την συγκεκριμένη ακουστική της κεντρικής σκηνής της Στέγης που βέβαια δεν είναι σχεδιασμένη για rock συναυλίες, στην πρώτη υπήρχαν άφθονες δυναμικές. Στην δεύτερη σχεδόν έλαμπαν διά της απουσίας τους και αν δεν υπήρχε ο κιμπορντίστας Neil Fraser (μαζί με τον Stuart Staples και τον κιθαρίστα David Boulter οι μόνοι που έχουν απομείνει από την ιδρυτική σύνθεση του ’91) θα μπορούσες πολύ ωραία να πιστέψεις ότι παρακολουθούσες μιαν ημι-ερασιτεχνική ακουστική rock μπάντα, με αρκετά μάλιστα folk στοιχεία, από κάποια επαρχία της Αγγλίας και όχι ένα συγκρότημα που φημίζεται για τις περίτεχνες ενορχηστρώσεις του.

 

Ένας κούκος, έστω και...χελιδόνι όμως, είναι δύσκολο να φέρει την άνοιξη και μάλιστα το κατακαλόκαιρο. Δεν μπορούσες να μην θυμηθείς τις δύο συναυλίες του Sivert Høyem το φθινόπωρο του ’16 ο οποίος με το ίδιο σχήμα (φωνή, κιθάρα, keyboards, μπάσο και ντραμς) και παρά την δεδομένη μέτρια ακουστική του Ηρωδείου κατάφερε να αποδείξει ότι μπορεί να βγει εκεί αληθινός rock ήχος με full δυναμικές. Οι καταληκτικές διαπιστώσεις λοιπόν δεν μπορούν παρά να είναι δύο. Η μια συνοψίζεται στην αγγλική παροιμία «you can't teach an old dog new tricks». Η άλλη είναι ότι η μουσική κάποιων είναι κατάλληλη τόσο για ανοιχτούς όσο και για κλειστούς χώρους ενώ άλλων ταιριάζει μόνο στους δεύτερους.

 

Καλό θα ήταν το επόμενο ραντεβού μας με τους Tindersticks  να είναι σε έναν τέτοιο...