Εδώ και πολλά χρόνια έχω μια – σίγουρα περισσότερο ή λιγότερο αιρετική για πολλούς – θεωρία για την Μαρία Φαραντούρη και θα την εκφράσω πλέον και δημόσια. Αντίθετα με την πιθανότατα κοινή άποψη, ότι ο Μίκης Θεοδωράκης και τα τραγούδια του, έκαναν μεγάλη ερμηνεύτρια την Μαρία Φαραντούρη πιστεύω ότι ούτως ή άλλως ήταν και θα ήταν μεγάλη ερμηνεύτρια, ανεξάρτητα από το αν είχαν συναντηθεί ή όχι. Στον Μίκη Θεοδωράκη πιστώνεται φυσικά το ότι διέβλεψε από πολύ νωρίς, από την εφηβική της ακόμα ηλικία, το μέγεθος του ταλέντου της, την και το εμπιστεύθηκε και στη συνέχεια έγραψε αρκετά τραγούδια ειδικά για την φωνή της και αξιοποιώντας την.

Αξίζει όμως να αναλογιστεί κανείς τι θα συνέβαινε αν, σε ένα παράλληλο σύμπαν, η Φαραντούρη δεν είχε συναντήσει ποτέ τον Θεοδωράκη. Αναμφίβολα δεν θα ήταν καταξιωμένη, διάσημη αν το θέλετε έτσι, διεθνώς όπως είναι σήμερα, εξίσου σίγουρο όμως είναι ότι θα ήταν και πάλι μια ερμηνεύτρια η οποία θα είχε αφήσει την σφραγίδα της στο ελληνικό τραγούδι. Τι είδους ερμηνεύτρια; Η απάντηση σε ατό το υποθετικό μεν αλλά όχι και άνευ σημασίας ερώτημα νομίζω ότι βρίσκεται σε έργα όπως τα «Η Μεγάλη Αγρυπνία» της Ελένης Καραϊνδρουυ και «Σκοτεινή Μητέρα» του Μάνου Χατζιδάκι, πολύ διαφορετικά μεν μεταξύ τους αλλά το ίδιο σημαδιακά καθώς αμφότερα διαφοροποιήθηκαν δραστικά σε σχέση με το ελληνικό μουσικό γίγνεσθαι της εποχής τους, σε ένα βαθμό ίσως και με το υπόλοιπο των ίδιων δημιουργών και τα οποία ερμήνευσε εξολοκλήρου. Σε αυτά ακούμε την εκ φύσεως και βαθύτατα λυρική Φαραντούρη την οποία το περισσότερο ή λιγότερο επικό ύφος πολλών τραγουδιών του Θεοδωράκη επισκίαζε ή και εξαφάνιζε. Η συγκεκριμένη (διαρκείας περισσοτέρων από τριών ωρών, γεγονός που, σε συνδυασμό με τις άβολες θέσεις του Ηρωδείου και την υπέρμετρη θερμοκρασία, προκαλούσε αληθινή σωματική κόπωση) συναυλία με περιεχόμενο τραγούδια από τον ελληνικό και διεθνή κινηματογράφο λειτούργησε ως μια ακόμα επιβεβαίωση αυτής της άποψης.

 

Όπως επίσης επιβεβαίωσε μιαν άλλη, καθαρά μουσικολογική, θέση μου, ότι στην περίπτωση αφιερωματικών συναυλιών με τραγούδια του παρελθόντος καλό είναι οι ενορχηστρωτές να μην υπερβαίνουν τους μάξιμουμ τρεις και να συνεννοούνται κάπως μεταξύ τους ώστε να υπάρχει μια ομοιογένεια ύφους, ακόμα και στιλ. Σε αυτή τη συναυλία ήταν συνολικά έντεκα (!) συν κάποια τραγούδια που παίχτηκαν στις αυθεντικές ενορχηστρώσεις τους με αποτέλεσμα να υπάρχουν πολλές διακυμάνσεις, τόσο στο ύφος όσο και στο στιλ. Έστω και έτσι όμως, ακόμα και σε τραγούδια που δεν θα την φανταζόσουν να ερμηνεύει ή και κάποια που δεν ταίριαζαν στη φωνή ή και στην ψυχοσύνθεση της – ήταν η Φαραντούρη που ξέρουμε με το μεγάλο ταλέντο και τις καθόλου λίγες ερμηνευτικές αρετές, εμπλουτισμένες ακόμα περισσότερο από την τεράστια πείρα της.

 

Το βιμπράτο – σήμα κατατεθέν και η βαθιά και «ζεστή» μεσαία περιοχή της, είναι πάντα εκεί. Αυτή διέσωζε και την κατάσταση σε μερικές λίγο «αμήχανες»  στιγμές όπως για παράδειγμα όταν η αρκούντως «πλαδαρή» ενορχήστρωση του εξαίρετου πιανίστα και σολίστ της συναυλίας Χρίστου Παπαγεωργίου (υπεύθυνου  μαζί με τον αείμνηστο Κώστα Κλάββα για την πλειοψηφία των ενορχηστρώσεων) στο «La Vie En Rose» της Edith Piaf έκανε και την ερμηνεία να «διαχέεται» υπερβολικά ή όταν ο ίδιος πάλι επέλεξε να την συνοδεύσει στο «The Windmills Of Your Mind» του αείμνηστου και μέγιστου Michel Legrand μόνο το πιάνο του απογυμνώνοντας το από το εκπληκτικό «σπειροειδές» θέμα των εγχόρδων το οποίο του προσδίδει ένα πολύ μεγάλο μέρος της μυστηριακής γοητείας του.

 

Έχω αναφερθεί αρκετές φορές στο πόσο καλός ερμηνευτής και χαρισματικός performer είναι ο Θοδωρής Βουτσικάκης. Σε αυτή την περίπτωση όμως για πρώτη φορά όλες οι ερμηνείες του απέπνεαν έναν υπερβολικό αυτοθαυμασμό που έκανε για παράδειγμα το «Μη Τον Ρωτάς Τον Ουρανό» του Χατζιδάκι να χάσει την τόση ευαισθησία του και να γίνει αδικαιολόγητα πομπώδες. Mind the gap between self confidence and self importance… Όσο για την εκτέλεση του «Love Of My Life» των Queen με μόνη συνοδεία μιαν ακουστική κιθάρα (ποιος αλήθεια αποφάσισες και έκανε την ενορχήστρωση;) ήταν κυριολεκτικά εκτός τόπου και χρόνου και με τόση σχέση όχι με το ύφος αλλά ακόμα και με το πνεύμα του Freddie Mercury όσο η μουσική των πυγμαίων Μπάκα με νησιώτικο τραγούδι του Αιγαίου!  

 

Αντίθετα η Κορίνα Λεγάκη  - που για κάποιον ανεξήγητο σε εμένα λόγο το πρόγραμμα ανέφερε ότι «συνέπραττε» και όχι ότι συμμετείχε κανονικά -  έδωσε εξαρχής μια θαυμάσια και αληθινά κινηματογραφική  ερμηνεία του «Despedida» της Shakira (από την ταινία «Ο Έρωτας Στα Χρόνια Της Χολέρας») «πατώντας» στην εμπνευσμένη και αληθινά latin ενορχήστρωση του Γιώργου Ανδρέου και όχι μόνο στη μελωδία.

 

Ο καλός ηθοποιός Γιάννης Στάνκογλου ήταν άριστος ως αφηγητής (διαβάζοντας τα με γνώση αλλά και αγάπη και μεράκι γραμμένα κείμενα του Γιώργου Μονεμβασίτη, ο οποίος ήταν επίσης και σύμβουλος προγράμματος της συναυλίας) ενώ και οι μετρημένες ερμηνευτικές συμμετοχές του, κυρίως δίπλα στην ίδια την Μαρία Φαραντούρη ήταν τουλάχιστον ευπρόσδεκτες. Η Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ υπό την μελετημένη και σοβαρή διεύθυνση του (επίσης καλλιτεχνικού διευθυντή των μουσικών συνόλων της ΕΡΤ) Αναστασίου Συμεωνίδη, παρά τις μεταπτώσεις λόγω της τόσης ποικιλίας ενορχηστρωτικών υφών, απέδωσε με άνεση και επάρκεια.