Δεν είναι καθόλου παράξενο ότι ο Γιώργος Πέτρου είναι ο περισσότερο καταξιωμένος διεθνώς Έλληνας μαέστρος αυτή την στιγμή ούτε ότι η ορχήστρα με την οποία έχει συνδέσει το όνομα του περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη, η Καμεράτα – Ορχήστρα Φίλων Της Μουσικής, όντας καλλιτεχνικός διευθυντής και αρχιμουσικός της για αρκετά χρόνια και εξακολουθώντας να συνεργάζεται μέχρι σήμερα πολύ τακτικά μαζί της, έχει αναγνωριστεί στο εξωτερικό (με το όνομα της για εκεί, δηλαδή Armonia Atenea) πιο πολύ από οποιοδήποτε άλλο ορχηστρικό σχήμα της χώρας μας. Οφείλεται ακριβώς στο ότι με την έμπνευση και την καθοδήγηση του πρώτου η δεύτερη έχει εξειδικευθεί, αρχικά με το να ασχοληθεί επισταμένως με την παλαιά μουσική και πιο συγκεκριμένα με την περίοδο του μπαρόκ και μάλιστα με την δύσκολη αλλά και τόσο αποδοτική προσέγγιση της ιστορικά τεκμηριωμένης εκτέλεσης και στη συνέχεια με το μουσικό θέατρο στην ευρύτερη έννοια του. Οταν δε πρόκειται για την ένωση αυτών των δύο, μια κορυφαία μπαρόκ όπερα του δεκάτου όγδοο αιώνα, όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν αναμενόμενο το αποτέλεσμα να είναι λαμπρό.

 

Ο Γερμανός συνθέτης Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ (1685 – 1759) δεν ήταν όχι απλώς σύγχρονος αλλά και σχεδόν συνομήλικους του μέγιστου ομοεθνή του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ αλλά για πολλούς και ισάξιος, για λίγους ίσως και ανώτερος του. Ηταν επίσης εξίσου πολυσχιδής με τον Μπαχ και η μόνη διαφορά τους είναι όσον αφορά στην φωνητική μουσική, αντίθετα με τον τελευταίο ο Χέντελ δεν έμεινε μόνο σε έργα θρησκευτικού περιεχομένου, δηλαδή εξαίρετα ορατόρια αλλά έγραψε και θαυμάσιες όπερες ανάμεσα στις οποίες εξέχουσα θέση κατέχει η «Alcina».

 

Είναι μία από τις τρεις όπερες του που αντλεί το θέμα της από την μεγάλη ποιητική σύνθεση του Λουντοβίκο Αριόστο «Μαινόμενος Ορλάνδος» σε ένα προϋπάρχον ιταλικό λιμπρέτο τα δικαιώματα του οποίου αγόρασε και με υπόθεση μάλλον σχηματική που όμως οι τόσες λεπτομέρειες της εντέλει την καθιστούν αρκετά περίπλοκη. Πολύ συνοπτικά εξελίσσεται σε ένα νησί στη μέση του ωκεανού που το διαφεντεύουν δύο μάγισσες, κυρίως η Αλτσίνα με την αδελφή της Μοργκάνα και η πρώτη μετατρέπει τους πολλούς εραστές της όταν τους βαριέται σε ζώα, φυτά και άλλα φυσικά αντικείμενα. Περιλαμβάνει επίσης τον ιππότη Ρουτζέρο τον οποίο ερωτεύεται η Αλτσίνα μαγεύοντας τον, την μνηστή του τελευταίου Μπρανταμάντε μεταμφιεσμένη σε άντρα με το όνομα του αδελφού της Ρικάρντο και του πρώην παιδαγωγό του Ρουτζέρο, τον Μελίσο,  τον εραστή της Μοργκάνα – μέχρι που ερωτεύεται τον Ρικάρντο/Μπρανταμάντε - Ορόντε και ένα παιδάκι, τον Ομπέρτο, που αναζητεί τον πατέρα του ο οποίος εξαφανίστηκε στο νησί. Πάνω σε αυτήν ο Χέντελ έγραψε μια μουσική όχι μόνον πολύ εμπνευσμένη αλλά και ιδιαίτερα ποικίλη, άλλοτε υπαινικτικά θλιμμένη, άλλοτε ρωμαλέα και μερικές φορές με τόση ευφορία, ακόμα και ιλαρότητα, ώστε να φτάνει να θυμίζει τον προγενέστερο του Ιταλό Βιβάλντι ενώ τα φωνητικά μέρη είναι στην πλειοψηφία τους πολύ απαιτητικά από ερμηνευτικής πλευράς.

 

Καθώς πρόκειται για μουσικό θέατρο πρέπει να αρχίσω από τον σκηνοθέτη και όχι τον μαέστρο Γιώργο Πέτρου καθώς τελευταία όταν διευθύνει ανάλογα έργα επίσης τα σκηνοθετεί, καταθέτοντας μιαν ολοκληρωμένη άποψη για αυτά. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, με την καθοριστική συμβολή της σκηνογράφου και ενδυματολόγου Γιωργίνας Γερμανού και χρησιμοποιώντας αληθινά φυτά, είχε δημιουργήσει  μιαν εντυπωσιακή αναπαράσταση του νησιού της Αλτσίνα. Αν μάλιστα η αρχική μου αίσθηση ήταν ότι έδειχνε «ψεύτικο» στη σκηνή του Ηρωδείου όταν στην τρίτη πράξη λύνονται τα μάγια και φαίνεται αυτό που αληθινά είναι, μια έρημος, σκέφτηκα ότι ίσως ακριβώς η αίσθηση του «κατασκευασμένου» να ήταν η επιδίωξη του Γ. Πέτρου. Οσον αφορά στο συνολικό στήσιμο της παράστασης χρησιμοποιώντας στοιχεία από πολλές και διαφορετικές μυθολογικές παραδόσεις (και ελάχιστα επιλεκτικά από το παρόν) και με «δάνεια» τόσο από τα λαϊκά δρώμενα ή πανηγύρια του Μεσαίωνα όσο και από τα παραμύθια είχε φτιάξει ένα συνολικά «παγανιστικό» κλίμα και διάθεση τα οποία ταίριαζαν ιδανικά τόσο με το περιεχόμενο όσο και με το ύφος της όπερας.

 

Η διεθνώς καταξιωμένη σοπράνο Μυρτώ Παπαθανασίου δεν ξεχώρισε απλά, ήταν τέλεια στον ρόλο της Αλτσίνα στον οποίο ειδικεύεται θα έλεγα όμως ότι στάθηκε ισάξια δίπλα της η τόσο έμπειρη επίσης σοπράνο Μυρσίνη Μαργαρίτη στον σχεδόν εξίσου απαιτητικό ρόλο της Μοργκάνα. Η μέτζο Μαίρη Έλεν Νέζη απέδωσε επαρκέστατα τον – γραμμένο από τον Χέντελ για έναν διάσημο castrato τενόρο της εποχής του – Ρουτζέρο, στο συνηθισμένο της υψηλότατο επίπεδο η μέτζο Θεοδώρα Μπάκα που είχε την δύσκολη αποστολή του να ερμηνεύσει τον γραμμένο από τον Χέντελ για ένα παιδί βαρύτονο Ομπέρτο χωρίς όμως και η Βελγίδα μέτζο Angelique Noldus ως Μπρανταμάντε, ο τενόρος Γιάννης Καλύβας ως Ορόντε και ο βαθύφωνος Πέτρος Μαγουλάς ως Μελίσο να υστερούσαν διόλου.

 

Ο Γιώργος Πέτρου, με την συνηθισμένη του ακρίβεια αλλά και ευκρίνεια, διηύθυνε άριστα την υπέροχη, ακόμα και συναρπαστική κάποιες στιγμές, Καμεράτα καθώς τόσο εκείνος όσο και αυτή ήταν κυριολεκτικά στο στοιχείο τους. Εν κατακλείδι μια παράσταση που δεν πρέπει να χάσουν όσοι και όσες αγαπούν το μουσικό θέατρο - και όχι απαραίτητα ή μόνο την όπερα – και δεν την είδαν όταν επαναληφθεί την Παρασκευή 12 Ιουλίου.