Το Tectonics είναι το «περιοδεύον» (κάθε φορά πραγματοποιείται σε διαφορετική πόλη μιας άλλης χώρας από την αμέσως προηγούμενη) φεστιβάλ που ίδρυσε ο διεθνώς καταξιωμένος Ισραηλινός διευθυντής ορχήστρας Ilan Volkov με επίκεντρο την αναζήτηση μιας νέας θέσης και διάστασης της συμφωνικής ορχήστρας στον εικοστό πρώτο αιώνα αλλά διευρύνεται συνεχώς προς άλλα ιδιώματα και πλευρές της πρωτοπορίας δίνοντας σιγά – σιγά μιαν όλο και πληρέστερη εικόνα της αληθινά σύγχρονης μουσικής της εποχής μας.

 

Στην Αθήνα είχε πραγματοποιηθεί για πρώτη φορά πριν δύο χρόνια και οι εντυπώσεις που άφησε ήταν τόσο θετικές ώστε επαναλήφθηκε, σε παραγωγή και οργάνωση όπως και την πρώτη της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση. Το ξεκίνημα του όμως έγινε στον πολύ ενδιαφέροντα αρχιτεκτονικά μα και ηχητικά χώρο του Παλαιού Χρηματιστηρίου Αθηνών με τις εμφανίσεις τριών πολύ διαφορετικών μεταξύ τους ονομάτων.

 

Το νορβηγικό κουαρτέτο Lemur (Bjørnar Habbestad φλάουτο, Hild Sofie Tafjord γαλλικό κόρνο, Lene Grenager βιολοντσέλο και Michael Duch κοντραμπάσο) εργάζεται συστηματικά εδώ και πολλά χρόνια πάνω στο concept μιας νέας εκδοχής της μουσικής δωματίου για την εποχή μας χρησιμοποιώντας εκτός από τα όργανα τους και πολλές ηλεκτρονικές ηχητικές πηγές και στοιχεία. Για την περίσταση είχαν γράψει το site specific έργο «Out Of The Dark» το οποίο δανείζεται τον τίτλο του από ένα της Pauline Oliveros, ως φόρο τιμής πιθανότατα στην σπουδαία Αμερικανίδα πρωτοποριακή συνθέτιδα.

 

Με τους δύο άντρες και τις δύο γυναίκες μουσικούς καθισμένους περίπου στις τέσσερις γωνίες της αίθουσας ώστε να κοιτάζουν προς το κέντρο όπου βρισκόταν το κοινό τριγυρισμένο από ένα εξαφωνικό σύστημα ηχείων το έργο των Lemur είχε ως κυριότερο προτέρημα του το ότι πραγματικά αξιοποιούσε τις ιδιαιτερότητες του χώρου, την πολύ υψηλή οροφή και τις αντηχήσεις του, επιτυγχάνοντας ακριβώς το αντίθετο από αυτό που είναι το αίτημα της ambient, αντί δηλαδή να «ενσωματώνεται» η μουσική σε αυτόν να τον καθιστά ενεργό δομικό στοιχείο της. Σε ένα πλαίσιο που ισορροπούσε διαρκώς ανάμεσα στην τονικότητα και την ατονικότητα αλλά εντέλει κατευθυνόταν αποφασιστικά προς την δεύτερη και με βάση τα drones κυρίως των δύο εγχόρδων τα οποία  κάποιες στιγμές έφταναν να χρησιμοποιούν την μεθοδολογία της dark ambient και τα δύο πνευστά αρχικά να τα ακολουθούν και στη συνέχεια να αυτονομούνται όλο και περισσότερο, άλλοτε με ήρεμα, μελωδικά μέρη και άλλοτε (ειδικά το φλάουτο) με ξαφνικές σύντομες «εκρήξεις», μας έδωσαν ένα έργο εξαιρετικά ατμοσφαιρικό αλλά και υποβλητικό, σε κάποια σημεία ακόμα και επιβλητικό αλλά όχι φυσικά με την κυριαρχική έννοια της λέξης. Προσωπική γνώμη μου μάλιστα είναι ότι με λίγο συντομότερη διάρκεια και κυρίως με ισχυρότερη ένταση θα ήταν ακόμα πιο αποτελεσματικό.  

 

Ουδεμία αντίρρηση όμως για το δεύτερο κατά σειρά έργο το οποίο, για το πλαίσιο και τα δεδομένα του Tectonics, to θεωρώ σχεδόν αριστουργηματικό. Το «Outremer» που γράφτηκε το 1969 από τον Γάλλο Bernard Parmegiani για ένα από τα πρώτα synthesizers, to Ondes Martenot και εκτελέσθηκε άριστα από την ειδικευμένη στο τελευταίο  - την επόμενη ημέρα μάλιστα το παρουσίασε για το κοινό στην ΣΙΩ - ομοεθνή του Nathalie Forget μπορεί να είναι δείγμα της (γαλλικής) πρωτοπορίας μιας άλλης εποχής, του απόηχου της musique concrete και της πρώτης «σχολής» του IRCAM, αλλά δεν έχει «γεράσει» ούτε στο ελάχιστο. Αντίθετα διατηρεί όλη την φρεσκάδα και την ανανεωτική δύναμη του, με σοφά υπολογισμένη διάρκεια ώστε να ολοκληρώνει τις προθέσεις του αλλά δίχως να κουράζει ούτε ένα δευτερόλεπτο. Μια άψογα οργανωμένη και δομημένη σύνθεση που διαρρηγνύει όποτε το επιθυμεί τα όρια της τονικότητας, αξιοποιεί στο έπακρο τις δυνατότητες της πρωτόλειας ακόμα τότε electronica, περνώντας από proto ambient μέρη σε ταχύτατα arpeggios και κορυφώσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν το ηλεκτρονικό αντίστοιχο των πιανιστικών clusters, άλλοτε μελωδική, σχεδόν ρομαντική και άλλοτε εισχωρώντας άφοβα στο σχεδόν καθαρό noise και με υποδειγματική χρήση των δυναμικών. Η ηχητική αποτύπωση ενός σύμπαντος που ο πρωταρχικός νόμος του είναι η συνεχής κίνηση, άρα και η αέναη αλλαγή...

 

Ο Ιάπωνας Tetsuya Umeda, γνωστός απλά ως Umeda, είναι ένας δημιουργός στο έργο του οποίου το ηχητικό και το οπτικό στοιχείο αναμειγνύονται τόσο πολύ ώστε να μην μπορείς τελικά να πεις που τελειώνει το ένα και που αρχίζει το άλλο – αν φυσικά είναι διαχωρισμένα, κάτι καθόλου σίγουρο – και επί της ουσίας ένας performer με την πλέον διευρυμένη έννοια του όρου παρά μουσικός ή, πολύ περισσότερο, συνθέτης. Για να είμαστε βέβαια ειλικρινείς αυτό που κάνει είναι ένας πολύ παλαιάς κοπής πειραματισμός στον οποίο τα πάντα – αν και προετοιμασμένα εκ των προτέρων – δίνουν την αίσθηση ότι είναι αυτοσχεδιασμός της στιγμής που μάλιστα πάνω από όλα καθορίζεται από τον παράγοντα του τυχαίου.

 

 

Το άτιτλο και υποτιθέμενα site specific έργο που παρουσίασε στην Αθήνα περιλάμβανε μια σειρά από περισσότερο ή λιγότερο συνηθισμένα καθημερινά, ακόμα και οικιακά αντικείμενα (πορτατίφ, εστίες πετρογκάζ, δοχεία διαφόρων ειδών, μια μεταλλική σκάλα, επίσης μεταλλικούς σωλήνες και ελάσματα αλλά και πάγο, άμμο και αρκετά άλλα). Ανάμεσα σε όλα αυτά κυκλοφορούσε συνεχώς, ακούραστα θα έλεγα, ο ίδιος ντυμένος με βερμούδα και σαγιονάρες (!) μετακινώντας τα και θέτοντας τα σε κίνηση έτσι ώστε να παράγονται διάφοροι φυσικοί ήχοι ή και θόρυβοι, με τις παρηχήσεις και τις συνηχήσεις τους να αποτελούν μέρος του συνολικού ακροάματος.

 

Το όχι λίγο χιούμορ που ομολογουμένως τον διακρίνει κάπως διέσωζε την κατάσταση μέχρι ένα σημείο αλλά η διάρκεια της παράστασης του ήταν τόση ώστε να την καθιστά κουραστική, ακόμα και εξοντωτική για κάποιους. Αν και η απορία στα πρόσωπα των μελών των Lemur και ιδίως το αμήχανο χαμόγελο της Nathalie Forget (όλοι τους με συναδελφική ευγένεια και αλληλεγγύη την παρακολούθησαν υπομονετικά μέχρι το τέλος) ήταν μάλλον η καλύτερη απάντηση στο καθόλου ρητορικό ερώτημα αν όλο αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ποτέ οργανωμένος ήχος, δηλαδή μουσική…