Δύο ηθοποιοί, ο Παναγιώτης Εξαρχέας και ο  Άρης Μπαλής και ένας μουσικός, ο συνθέτης σύγχρονων ως και avant garde έργων, πρωτοποριακός ενορχηστρωτής, σε εξαιρετικές περιπτώσεις μαέστρος και επίσης ιδρυτής και υπεύθυνος των σεμιναρίων θεατρικής μουσικής του Εθνικού Θεάτρου ΚορνήλιοςΣελαμσής. Μια παράσταση που αντλεί το υλικό της από ερωτικές επιστολές των Ναπολέοντα Βοναπάρτη (!), Όσκαρ Ουάιλντ, Τζέιμς Τζόις, Κώστα Καρυωτάκη, Μαρίας Πολυδούρη, Ανδρέα Εμπειρίκου, Νίκου Εγγονόπουλου, Αλμπέρ Καμί, Αντρέ Γκορζ και μερικών ακόμα πολύ γνωστών αντρών και γυναικών από τους χώρους του πολιτισμού και της τέχνης. Συνδυάζει ή και ανασυνθέτει αποσπάσματα τους, μερικές φορές προσθέτει και αποσπάσματα από λογοτεχνικά κείμενα των ιδίων και εντέλει δημιουργεί από αυτό το δοσμένο υλικό μια νέα αφήγηση. 

 

Οι τρεις συντελεστές σκηνοθετούν την παράσταση παίζοντας και με το παίξιμο τους διαμορφώνουν την σκηνοθεσία. Χωρίς μακιγιάζ και με τα ίδια ρούχα που φορούσαν πριν και θα φορούν μετά από αυτήν δεν «υποκρίνονται», υποδύονται ενώ...εκδύονται των εαυτών τους. Με τα λιτότερα των σκηνικών μέσων, ένα μικρόφωνο, κάποια παλαιά ραδιόφωνα, μια γραφομηχανή και ένα πιάνο. Περνούν την σκυτάλη ο ένας στον άλλο με ακριβή και απολύτως...δημοκρατικό τρόπο, δίχως κανείς τους να πρωταγωνιστεί. Διαβάζουν τα αποσπάσματα ακόμα και των γυναικείων επιστολών χωρίς να προσπαθούν ούτε στιγμή να πείσουν ότι είναι αυτές οι γυναίκες αλλά καταφέρνοντας να ταυτιστούν με τα συναισθήματα που εκτίθενται ή περιγράφονται πολύ περισσότερο ίσως από όσο θα το κατόρθωναν αληθινές γυναίκες.

 

Ο λόγος τους διανθίζεται, διακόπτεται  και σχολιάζεται από ραδιοφωνικά παράσιτα (!), σπαράγματα ήχων μουσικής ή φωνής, τον θόρυβο των πλήκτρων της γραφομηχανής έτσι ώστε να δημιουργεί ένα ρυθμικό σχήμα και μελωδίες παιγμένες στο πιάνο. Όλα αυτά σοφά διαρθρωμένα σε ένα πολύ πιο σύνθετο από όσο υποκρύπτει η δομική απλότητα του ηχητικό περιβάλλον από τον τρίτο της παρέας, τον Κορνήλιο Σελαμσή, (που προφανώς είναι και αυτός που παίζει πιάνο) το οποίο ανά πάσα στιγμή λειτουργεί παραπληρωματικά και όχι συμπληρωματικά ως προς τον λόγο. Δοσμένα σοβαρότατα αλλά δίχως ίχνος σοβαροφάνειας, με πάρα πολύ χιούμορ και άπαντες να σαρκάζουν διαρκώς όσα διαβάζουν και απαγγέλλουν ενώ την ίδια στιγμή αυτοσαρκάζονται ανηλεώς.

 

Γιατί το αληθινό θέμα της παράστασης δεν είναι οι επιστολές αλλά ο ίδιος ο έρωτας. Ο έρωτας που υπερβαίνει την ανθρώπινη, ενσώματη διάσταση του και αποκτά την φιλοσοφική έννοια του, αυτήν που σύμφωνα με τον Ηράκλειτο τον έκανε αιτία ύπαρξης και κινητήρια δύναμη του σύμπαντος. Όπως υπερέβαινε τους και τις συγγραφείς των επιστολών το ίδιο και ακόμα περισσότερο ισχύει και για τους συντελεστές της παράστασης. Τον αντιμετωπίζουν με δέος που δεν μετατρέπεται όμως σε φόβο αλλά σε απόλυτη παράδοση στην αναγεννητική φύση του.

 

Αυτήν την παράδοση αρθρώνουν σε μιαν αληθινή «δοξολογία», στον έρωτα και προς τιμήν του. Μια παράσταση όπου οι ήχοι μυρίζουν τα λόγια είναι ορατά και τα συναισθήματα απτά. Δομημένη σχεδόν ως γραφική παρτιτούρα και κουρδισμένη άψογα από τον Κ. Σελαμσή ώστε τίποτα σε αυτή να μην στονάρει και να μην υπάρχει ούτε το παραμικρό φάλτσο. Μια παράσταση που πραγματοποιείται νωρίς το απόγευμα, με φυσικό φως ώστε να μην υφίσταται καθόλου ο – αληθινός ή και επίπλαστος – ρομαντισμός της νύχτας που το σκοτάδι της εμποδίζει το βλέμμα και θολώνει το μυαλό, μην επιτρέποντας του να διακρίνει την ρεαλιστική όσο δεν πάει άλλο πραγματικότητα του έρωτα. Όχι σε θέατρο αλλά σε ένα δωμάτιο ενός απλού διαμερίσματος, με τους συντελεστές όχι ανεβασμένους σε οποιαδήποτε σκηνή αλλά στο ύψος των θεατών και ανάμεσα στις δύο πλευρές των θέσεων τους. Να υπόκεινται και να υπακούν και οι ίδιοι όπως οι τελευταίοι, όπως όλοι μας, στην ακατανίκητη δύναμη του έρωτα που λέει στην «Αντιγόνη» ο Σοφοκλής

 

Δεν πρόκειται για θεατρικό έργο, μουσικό θέατρο ή πολύ ιδιαίτερη μουσική παράσταση. Είναι όλα αυτά μαζί και ταυτόχρονα, με έναν τρόπο όμως ώστε το σύνολο να μην είναι ομοειδές με τα μέρη και ασύγκριτα μεγαλύτερο σε περιεχόμενο και αξία από το άθροισμα τους. Αν αυτό σας φαίνεται ενδιαφέρον, αν θέλετε μετά από ένα δρώμενο που διαρκεί μόλις μια ώρα να βγείτε και πάλι στον δρόμο με ένα χαμόγελο που δεν πηγάζει από ευθυμία ή ακόμα και αισιοδοξία αλλά από μιαν αληθινή, έστω και μικρή, ελπίδα η οποία έχει αρχίσει να ανθίζει μέσα σας το «Συστημένο» θα παίζεται για τέσσερα ακόμα Σάββατα, μέχρι και τις 20 Απριλίου, στις 5 μ. μ.   

Περισσότερα για την οικία Κατακουζηνού εδώ