Υπάρχουν αρκετοί συνθέτες που, ενώ πολλά τραγούδια τους έχουν φτάσει στο στόμα και την καρδιά του κόσμου, το όνομά τους έχει συνδεθεί με πολύ λιγότερα ή και με συγκεκριμένα είδη, παρά  το γεγονός ότι δεν έχουν ασχοληθεί μόνο με αυτά. Ο Γιώργος Μουζάκης, για παράδειγμα, έχει συνδεθεί πολύ με λατινοαμερικάνικους χορευτικούς ρυθμούς. Φυσικά και έγραψε πολλά τραγούδια του συγκεκριμένου είδους, τις περισσότερες φορές  για τις ανάγκες ενός επιθεωρησιακού στιγμιότυπου. Την επιθεώρηση άλλωστε την υπηρέτησε με όλες του τις δυνάμεις, γι’ αυτό και θεωρούνται, μαζί με τον Ζακ Ιακωβίδη που συνέχισε για πολλά χρόνια, οι χαρακτηριστικότεροι συνθέτες της. Τουλάχιστον στην κλασσική μορφή της.

 

Ο Γιώργος Μουζάκης όμως δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν από τους συνθέτες που, μαζί με τον Μιχάλη Σουγιούλ κατά την ταπεινή μου άποψη, δοκιμάστηκαν με επιτυχία στις περισσότερες «υποκατηγορίες» του ελαφρού τραγουδιού : σλόου, τάνγκο, βαλς, λάτιν, σουίνγκ, αρχοντορεμπέτικα, δημοτικοφανή, ανατολίτικα… ενώ υπέγραψε – μαζί με τον Κώστα Κοφινιώτη – το εντελώς διαφορετικού ύφους άλμπουμ «Προσφυγιά» το 1974 με τη Φωτεινή Μαυράκη και τον Πάνο Μαρίνο στα περισσότερα τραγούδια (!). Για πολλά τραγούδια του όμως ο πολύς κόσμος δε γνωρίζει πως είναι δικά του.

 

Ήταν από εκείνους που παρέμεινε στο ελαφρό τραγούδι από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’40 μέχρι τη δύση του στη δεκαετία του ‘60, αλλά και αργότερα, με εμφανίσεις με τη μεγάλη ορχήστρα του και συνεργασίες με τραγουδιστές και τραγουδίστριες που είχαν συνδεθεί με το ελαφρό ρεπερτόριο ή είχαν ξεκινήσει από αυτό. Στη συναυλία-αφιέρωμα στον Γιώργο Μουζάκη που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών την Τρίτη 5 Μαρτίου 2019, κάποιοι και κάποιες από αυτούς τους τραγουδιστές και τραγουδίστριες βρέθηκαν στις πρώτες σειρές και ήταν ο Γιώργος Κατσαρός που τους/τις ανέφερε ονομαστικά, εκτός από τη Ζωζώ Σαπουντζάκη στην οποία είχε ήδη κάνει ιδιαίτερη αναφορά ο Θανάσης Αλευράς που παρουσίασε με τον δικό του σκαμπρόζικο τρόπο τη βραδιά.

 

Αυτό που μου έχει μείνει εντονότερα από τη συναυλία ήταν ο ήχος από την εκπληκτική και τόσο «μουζακική» ορχήστρα «Γιώργος Μουζάκης Tribute Band» με την επιμέλεια του Ζάχου Μουζάκη. Μια ορχήστρα καλοκουρδισμένη, προβαρισμένη, κεφάτη, ευφάνταστη που απέδωσε απόλυτα το πνεύμα της μουσικής του Γιώργου Μουζάκη έτσι όπως έχει φτάσει στ’ αυτιά μας, όχι μόνο μέσα από τις ηχογραφήσεις των 78 και των 45 στροφών, αλλά και από τις πάμπολλες μεταγενέστερες ηχογραφήσεις που υπάρχουν από τη δεκαετία του 1970 με την πιο σύγχρονη ορχήστρα του και που κυρίως πραγματοποιήθηκαν, αν δεν κάνω λάθος, για τις ανάγκες της τότε τηλεοπτικής εκπομπής του Γιώργου Μουζάκη στην τηλεόραση της ΥΕΝΕΔ με τον τίτλο «Από τον παππού στον εγγονό». Έχει εκδοθεί αντίστοιχος δίσκος το 1976, αλλά μετά το 2000 κυκλοφόρησαν και αρκετά cd με ηχογραφήσεις από εκείνη νομίζω την περίοδο, τόσο σε δικά του τραγούδια του, όσο και σε τραγούδια άλλων δημιουργών, Ελλήνων και ξένων, πάντα υπό τη διεύθυνσή του.

 

Μια τηλεοπτική εκπομπή του παρελθόντος ήταν το έξυπνο εύρημα στο οποίο βασίστηκε η παρουσία των καλλιτεχνών εκείνο το βράδυ στο Μέγαρο Μουσικής. Ήταν υποτίθεται ένα αφιέρωμα στον συνθέτη στα τέλη της δεκαετίας του 1960 με τηλεοπτική παρουσιάστρια της εποχής (ο Θανάσης Αλευράς μεταμφιεσμένος κατάλληλα). Τα τραγούδια θα απέδιδαν νέοι καλλιτέχνες του τότε που «ενσάρκωσαν»  η Ελένη Τσαλιγοπούλου, η Μαρίζα Ρίζου, ο Φοίβος Δεληβοριάς και ο Δώρος Δημοσθένους που νομίζω πως πλησίασε περισσότερο απ’ όλους το κλίμα των τραγουδιών του Γιώργου Μουζάκη. Μαζί τους ο Κώστας Χατζηχριστοδούλου και ο Σταύρος Σαλαμπασόπουλος που με τις ερμηνείες του ξέφευγε από τον πιο μοντέρνο τρόπο των υπολοίπων και παρέπεμπε στη φωνή του Σώτου Παναγόπουλου, κάτι που ωστόσο ενθουσίασε το μεγαλύτερης ηλικίας κοινό που παρακολουθούσε τη συναυλία.

 

Θεωρώ κορυφαία στιγμή την παρουσία του Γιώργου Κατσαρού στη βραδιά και ειδικά την ορχηστρική εκτέλεση του τραγουδιού «Όπου κι αν πας θα θυμάσαι» με τον ήχο του σαξοφώνου του μαζί με τα υπόλοιπα σαξόφωνα της ορχήστρας. Ένας συνθέτης που έζησε αρκετά την εποχή της μεγάλης ακμής του Γιώργου Μουζάκη - άλλωστε και ο ίδιος από το ελαφρό ρεπερτόριο ξεκίνησε - και μετέφερε με τη σκηνική του παρουσία και τον λόγο του ένα μικρό μέρος από τα βιώματά του. Στο ακόλουθο βίντεο από την εκπομπή «Στην υγειά μας», όταν προβαλλόταν από την ΕΡΤ, ο Γιώργος Κατσαρός  παίζει με το σαξόφωνο και τραγουδά τη «Χιονάτη» του Γιώργου Μουζάκη, ενώ ο Ζάχος Μουζάκης τον συνοδεύει στο πιάνο.

 

 

Κατά τη διάρκεια του προγράμματος ακούστηκαν πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του Γιώργου Μουζάκη, ενώ στο βάθος προβάλλονταν φωτογραφίες. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η βασική διαφωνία μου : στις φωτογραφίες και τα κείμενα. Κατά τη γνώμη μου, τα κείμενα έδιναν αποσπασματικές πληροφορίες, με 1-2 σημαντικά λάθη, όπως ότι το «Βίρα τις άγκυρες» προέρχεται από την ομότιτλη εναρκτήρια επιθεώρηση του θεάτρου «Βέμπο» το 1950. Η αλήθεια είναι ότι το τραγούδι γράφτηκε το 1948 για περιοδεύουσα επιθεώρηση και έδωσε 2 χρόνια αργότερα τον τίτλο στην επιθεώρηση του «Βέμπο» της οποίας ωστόσο τη μουσική υπέγραφε ο Ιωσήφ Ριτσιάρδης. Υπάρχει και το αντίστροφο παράδειγμα : η επιθεώρηση «Βρε Μανώλη Τραμπαρίφα» που ανέβηκε στο θέατρο «Παπαϊωάννου» το 1952 είχε ως τίτλο τραγούδι σε σύνθεση Μιχάλη Σουγιούλ, ενώ τη μουσική και τα τραγούδια της είχε γράψει ο Γιώργος Μουζάκης. Ακόμα, «Βίρα τις άγκυρες» ονομαζόταν και η αλησμόνητη παράσταση-αφιέρωμα στην επιθεώρηση που παρουσίασε το Εθνικό Θέατρο στο Ρεξ για δύο σαιζόν, 1997-98 και 1998-99, σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή και κείμενα Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου με πολλά τραγούδια παλιότερων συνθετών, ανάμεσά τους και του Γιώργου Μουζάκη, του οποίου φιλοξενήθηκε και κείμενο στο πρόγραμμα της παράστασης. Αξίζει τον κόπο να την αναζητήσετε στο ψηφιοποιημένο αρχείο του Εθνικού Θεάτρου στο διαδίκτυο.

 

Ας επανέλθουμε όμως στο θέμα μας. Κατανοώ πως οι συντελεστές ήθελαν να παρουσιάσουν κάτι διαφορετικό, ένα τηλεοπτικό αφιέρωμα στα πρώτα χρόνια της ελληνικής τηλεόρασης σε έναν συνθέτη εν ζωή, αλλά  εν τη απουσία του. Γι’ αυτό μάλλον δεν είδα ούτε μία φωτογραφία του, ούτε άκουσα τη φωνή του. Αντίθετα, είδα τις περισσότερες φορές να εναλλάσσονται φωτογραφίες εξωτικών παραθαλάσσιων τοπίων, διαφορετικές για κάθε τραγούδι, αλλά πανομοιότυπες μεταξύ τους. Σεβαστό, αλλά δεν ξέρω πόσο αυτό «κατέβηκε» στην πλατεία και στον συγκεκριμένο χώρο. Αφήστε που κάποιες από τις φωτογραφίες που επιλέχθηκαν δε θα περνούσαν στη συντηρητική τηλεόραση της Χούντας (αφού μιλάμε για τηλεοπτική εκπομπή στα τέλη της δεκαετίας του ’60).

 

Φυσικά το πρόγραμμα ήταν χορταστικό, πλούσιο, διασκεδαστικό, με καλή δομή και ροή, με φρεσκάδα από τους περισσότερους ερμηνευτές που είχαν και καλή χημεία μεταξύ τους, είτε στα ντουέτα, είτε στα αλληλοπειράγματά τους και με αδιαφιλονίκητη πρωταγωνίστρια την εξαιρετική ορχήστρα που στήριξε το εγχείρημα με τον καλύτερο τρόπο. Κι ας μου έλειψαν κάποια τραγούδια, όπως το «Μαρία» σε στίχους Κώστα Νικολαΐδη που είχε γραφτεί για τη μητέρα του Μουζάκη. Δεν έχει τόση σημασία όμως.

 

Σημασία για μένα έχει πως, σε επίπεδο πληροφοριών και τεκμηρίωσης της πορείας  του Γιώργου Μουζάκη, θεωρώ πως χάθηκε μια ευκαιρία να γίνει ένα ολοκληρωμένο αφιέρωμα σε έναν από τους σημαντικότερους συνθέτες του ελαφρού τραγουδιού, στον οποίο δεν έχουν γίνει και τόσο πολλά αφιερώματα στο παρελθόν. Συμφωνώ με το «να  θυμούνται οι παλιοί», αλλά με ενδιαφέρει περισσότερο το «να μαθαίνουν οι νέοι». Ο κόσμος βέβαια τραγούδησε, θυμήθηκε, νοστάλγησε, συγκινήθηκε, χειροκρότησε  και νομίζω πως στο μεγαλύτερο ποσοστό του πρέπει να έφυγε ευχαριστημένος. Και αν ήταν αυτό το ζητούμενο, το αποτέλεσμα μάλλον το δικαιώνει.

 

Προσωπικά πάντα θα με απασχολεί και το τι μένει. Όχι από το περιεχόμενο του εκάστοτε αφιερώματος. Αυτό έχει συνήθως ήδη κριθεί από πριν. Αλλά από τον τρόπο που ανασύρεται από το χθες και παρουσιάζεται στο σήμερα : κλασσικά ή σύγχρονα, με ειλικρίνεια ή δήθεν, μουσειακά ή μεταμοντέρνα… Κυρίως όμως τι θέση παίρνει με τον καιρό αυτός ο συγκεκριμένος τρόπος παρουσίασης στη συνείδηση του κοινού που το παρακολούθησε. Αυτό όμως είναι αρκετά νωρίς για να το ξέρουμε.