Θα ξεκινήσω επαναλαμβάνοντας ότι δεν προσφέρονται όλα τα κείμενα για πρωτογενή ύλη μουσικού θεάτρου. Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος (1867 – 1911) πρόλαβε να υπάρξει στη σύντομη ζωή του πεζογράφος, ποιητής, μεταφραστής και ιδρυτής ενός από τους πρώτους θεατρικούς οργανισμούς επί ελληνικού εδάφους (Η Νέα Σκηνή) στον οποίο ήταν θιασάρχης και σκηνοθέτης. Αν λοιπόν ήθελε να γράψει το μοναδικό μυθιστόρημα του (που εκδόθηκε λίγο πριν πεθάνει) «Η Κερένια Κούκλα» ως θεατρικό έργο σίγουρα θα το είχε κάνει. Το ότι δεν συνέβη αυτό με ωθεί να πιστεύω ακράδαντα ότι  μπορεί και να απαγόρευε την μεταφορά του στον πρωτόλειο κινηματογράφο (!) λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του, στο θέατρο, στην τηλεόραση, ακόμα και σε κόμικ (!!) πριν μερικά χρόνια. Καλώς ή κακώς όμως η διεύθυνση της ΕΛΣ αποφάσισε να αποτελέσει την εφετινή παραγωγή λογοτεχνικής προέλευσης της Εναλλακτικής Σκηνής της.

 

Όντας λοιπόν αντιμέτωπος με μια εργασία πάρα πολύ δύσκολη που άγγιζε τα όρια του ανέφικτου ο Γιάννης Σβώλος επέτυχε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, μειώνοντας κατά πολύ την σεβαστή έκταση του πρωτοτύπου κειμένου κατά την μεταφορά  του σε ποιητικό δίχως να παραλείψει τίποτα από την δράση αλλά και τα νοήματα του. Το ότι το έκανε μάλιστα διατηρώντας την αυθεντική γλώσσα του μπορεί να θεωρηθεί ακόμα και άθλος! Κομβική επιλογή του όχι μόνο να διατηρήσει τους εμβόλιμους, εκτενείς στο πρωτότυπο, σχολιασμούς του συγγραφέα στην αφήγηση αλλά και να τον εισάγει στην σκηνική δράση, έστω ως παρατηρητή μόνον, επιλογή η οποία αξιοποιήθηκε δεόντως από την σκηνοθεσία.

 

Πάνω σε αυτό το ποιητικό κείμενο ο Τάσος Ρωσόπουλος έγραψε εκείνο που αποτελεί το κυριότερο στοιχείο στο μουσικό θέατρο, ακολουθώντας το λιμπρέτο και, όταν χρειαζόταν, προεκτείνοντας το. Η μουσική του μορφολογικά δεν παρεκκλίνει από την δεδομένη φόρμα της όπερας, περιλαμβάνει άριες, ντουέτα, τρίο και χορωδιακά μέρη με το ρετσιτατίβο σχεδόν ανύπαρκτο. Ως γραφή όμως είναι απολύτως σύγχρονη, ενήμερη των βασικών κατακτήσεων και εξελίξεων του εικοστού αιώνα, στα όρια μιας «διευρυμένης» τονικότητας και κάποιες φορές υπερβαίνοντας τα. Μακροσκελείς μελωδίες οι οποίες  όχι μόνο δεν «χαϊδεύουν» τα αυτιά του μέσου ακροατή αλλά και δεν διστάζουν να τα υποβάλλουν σε δοκιμασία και – κατά την εκτίμηση μου – ηθελημένα περιορισμένες αρμονικές αναπτύξεις για να τονιστεί ο ρεαλισμός της αφήγησης, με δραματική βέβαια και συχνά στο έπακρο διάθεση αλλά και με στιγμές απροκάλυπτου χιούμορ.

 

Με ευφυία δεν «ανακυκλώνει» μεν τα θέματα του αλλά τα χρησιμοποιεί με πολλαπλούς τρόπους για διαφορετικούς σκοπούς, είτε με εμπνευσμένες μετατροπίες είτε αυτούσια αλλά σε εντελώς διαφορετικά μέρη του λιμπρέτου τα οποία τα «νοηματοδοτούν» εξίσου διαφορετικά, αντί να συμβαίνει το αντίστροφο ως είθισται.

 

Έχοντας μια παρτιτούρα αυτών των προδιαγραφών ο συνθέτης αξιοποιεί με σοφή οικονομία αλλά και ευρηματικότητα τον «εμπλουτισμένο» για την περίσταση πυρήνα του έμπειρου στο σύγχρονο ρεπερτόριο Ergon Ensemble, συγκεκριμένα ένα δεκαμελές σχήμα (φλάουτο, κλαρινέτο, κόρνο, βιολί, βιολοντσέλο, κοντραμπάσο, τσέμπαλο, κρουστά, κλασική κιθάρα και ακορντεόν) που απέδωσε άριστα υπό την διεύθυνση του αρχιμουσικού της ΕΛΣ Νίκου Βασιλείου.

 

Χρησιμοποιεί τα έγχορδα και τα πνευστά ως ensemble με λίγα σολιστικά μέρη όπου αυτό είναι απαραίτητο και δίχως να φοβάται την – με αρκετές κακοτοπιές για τον μη προσεχτικό – πλευρά των εφέ τους με την έντονη παρουσία των κρουστών να  δίνει ανάγλυφη την σύνθετη ρυθμολογία  (η οποία με την σειρά της περιγράφει τις πολλές ανατροπές της δράσης και τις μεταπτώσεις των χαρακτήρων) ενώ η αντικατάσταση του πιάνου με τσέμπαλο, το ακορντεόν αλλά και η κιθάρα φέρνουν έναν «αέρα» από το παρελθόν, δίνοντας το στίγμα της εποχής κατά την οποία γράφτηκε και διαδραματίζεται το μυθιστόρημα.

 

Παρά την φωνητική γραφή η οποία – αν και σαφώς λυρικής τοποθέτησης  – όχι απλά έχει ελάχιστα κοινά με την τυπική οπερατική αλλά είναι και σχεδόν εξοντωτικών ερμηνευτικών απαιτήσεων το σύνολο των έξι αντρών και επτά γυναικών μονωδών (που παράλληλα συναπαρτίζουν την χορωδία) είναι, χάρη στην όχι καθοδήγηση αλλά μάλλον λεπτομερειακή διδασκαλία του Νίκου Βασιλείου, περισσότερο και από υποδειγματικό. Αυτή τη φορά δεν θα ξεχωρίσω κανέναν/καμία, όχι μόνο γιατί είναι ισάξιοι/ες αλλά και για να υπογραμμίσω ότι, ακόμα και στα σολιστικά μέρη τους, λειτουργούν ως τμήματα ενός καλοκουρδισμένου συνόλου, σαν αληθινό ensemble!

 

Είναι ολοφάνερο ότι η σκηνοθεσία του Σίμου Κακάλα έχει ως σκοπό να υπηρετήσει όσο το δυνατόν καλύτερα την παράσταση και όχι να προβάλλει οποιοδήποτε προσωπικό «όραμα» του για αυτήν. Ακολουθεί πιστά το κείμενο και την μουσική και αναδεικνύει με διακριτικότητα τον συνδυασμό τους διατηρώντας μια συνολική αποστασιοποίηση από την αφήγηση δίχως την οποία η δραματικότητα της θα ήταν ίσως ασφυκτική για τον θεατή ενώ ταυτόχρονα την καθιστά και πιο «γήινη». Βασικό μέσο του για αυτή την αποστασιοποίηση ο τρόπος που αξιοποιεί τον ρόλο του συγγραφέα αφηγητή. Το εύρημα του να φορά στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης ο Αρκάδιος Ρακόπουλος που τον υποδύεται μια  μάσκα η οποία είναι το πρόσωπο του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου  - σε συνδυασμό με τις μάσκες που φορούν κάποια μέλη του καστ στη σκηνή του καρναβαλιού – αφενός εντείνει την αποστασιοποίηση αφετέρου όμως παραπέμπει στην αυθεντική σκηνική μίμηση των ανθρωπίνων δραμάτων, την αρχαία τραγωδία.   

«Η Κερένια Κούκλα» είναι ένα έργο συγκροτημένο και κυρίως ειλικρινές ως προς τις προθέσεις αλλά και τις επιδιώξεις του που δεν υποκρίνεται ούτε προσπαθεί να πείσει ότι είναι οτιδήποτε άλλο από αυτό το οποίο είναι. Ο Τάσος Ρωσόπουλος και, κατά δεύτερο λόγο, ο Σίμος Κακάλας καταθέτουν μια μελετημένη και τίμια πρόταση για το τι είναι όπερα για εκείνους και στη σημερινή συνθήκη, αυτή του εικοστού πρώτου αιώνα. Μπορεί να διαφωνεί κανείς με αυτήν ή μέρη της αλλά ούτε για μια στιγμή δεν αισθάνεται ότι τον εξαπατούν. Αν σας αρέσει λοιπόν η όπερα  και σας ενδιαφέρουν οι ανανεωτικές τάσεις της θα σας πρότεινα να μη χάσετε μιαν από τις έξι ακόμα παραστάσεις της συγκεκριμένης, στο τέλος αυτής και της επόμενης εβδομάδας.