Όπως είχα γράψει όταν παρακολούθησα το έργο του Δημήτρη Μαραμή «Ερωτόκριτος», παραγγελία της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ και πρώτη απόπειρα του σε αυτό που ο ίδιος ονομάζει σύγχρονο ελληνικό musical, οι εντυπώσεις που αποκόμισα ήταν περισσότερο και από καλές. Οφείλω να πω εξαρχής ότι κάθε άλλο παρά συνέβη αυτό με το δεύτερο ανάλογο εγχείρημα του «Οι Στοιχειωμένοι» που του παραγγέλθηκε από το ΜΜΑ και, αφού έκανε πρεμιέρα στο περυσινό Φεστιβάλ Δελφών, παίχτηκε για δύο μόνο παραστάσεις στο Μέγαρο.

 

Προσπαθώντας να εξηγήσω το γιατί το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε είναι ότι στο μουσικό θέατρο δεν είναι διόλου συμπτωματικό ποια λέξη προηγείται της άλλης. Στη βάση των έργων μουσικού θεάτρου βρίσκεται η μουσική, αυτή οδηγεί και καθορίζει την δραματουργία, την σκηνοθεσία, τις ερμηνείες και οτιδήποτε άλλο. Κατά την γνώμη μου λοιπόν η μουσική του Μαραμή στο συγκεκριμένο έργο πριν από όλα δεν διέθετε την «πνοή» εκείνης του «Ερωτόκριτου». Συνολικά δεν μου άφησε την αίσθηση «φρεσκάδας» που ήταν τόσο έκδηλη στο προηγούμενο και επίσης, αντί για τα μεγάλης διάρκειας, γενικά γενναιόδωρα προς τον ακροατή θέματα εκείνου οι μελωδικές γραμμές είναι σύντομες, φτάνοντας σε κάποιες στιγμές να αποτελούνται από αποσπασματικές φράσεις.

 

Την εντύπωση αυτή επέτεινε η ενορχήστρωση. Ένα από τα μεγάλα προτερήματα του «Ερωτόκριτου» ήταν το πόσο ευφάνταστα αξιοποιούσε ένα ολιγομελές σχήμα «παίζοντας», συχνά με αληθινό κέφι, με τα όρια των ιδιωμάτων. Το αρκετά πιο πολυάριθμο σχήμα του νέου έργου υποχρησιμοποιείται, παίζοντας τριφωνίες ή ακόμα και διφωνίες και πολύ σπάνια τετραφωνίες. Έντονη – ίσως και υπερβολικά –  χρήση γίνεται μόνο του κλαρινέτου και σε συγκεκριμένες στιγμές κάνουν πολύ αισθητή την παρουσία τους τα κρουστά. Φοβάμαι ότι η πρόθεση του συνθέτη να χρησιμοποιήσει για πρώτη φορά τόσο πολύ τα πνευστά, κυρίως τα ξύλινα και λιγότερο τα χάλκινα και αφήνοντας εντελώς εκτός τα έγχορδα, για να τονίσει την γήινη και «ζωική» αίσθηση του έργου διαμέσου της αναπνοής η οποία παράγει τον ήχο στα όργανα αυτά δεν υλοποιείται ή τουλάχιστον δεν περνάει στον ακροατή.

 

Ίσως όμως το κυριότερο στοιχείο της ενορχήστρωσης να ήταν ότι σε ένα πολύ μεγάλο μέρος του έργου η ορχήστρα απλά δεν... έπαιζε και την μοναδική συνοδεία αποτελούσε το πιάνο του δημιουργού ο οποίος ταυτόχρονα επίσης διεύθυνε. Ειδικά οι εισαγωγές των μερών στη συντριπτική πλειοψηφία τους ήταν με σόλο πιάνο, άριστα παιγμένες φυσικά καθώς ο Δ. Μαραμής είναι σολίστ με όλη την σημασία και την δεξιοτεχνία που περιλαμβάνει ο όρος (και αυτό, ας το σημειώσω με την ευκαιρία, παίζει καθοριστικό ρόλο στην συνθετική μεθοδολογία του). Η άψογη εκτέλεση όμως δεν μπορεί να αλλάξει την τελική εντύπωση, του ότι στο μεγαλύτερο τμήμα του το έργο είναι, τυπικά ή άτυπα, concertante και όχι musical, την όπερα την είχε ήδη αποκλείσει ο ίδιος.

 

Δεν έχει όμως αποκλείσει καθόλου, αντίθετα δηλώνει τις επιρροές του από την ιταλική οπερετική σχολή και ήταν περισσότερο και από φανερές στις φωνητικές γραμμές. Η ιταλική όπερα όμως, ακόμα και στις φτωχότερες στιγμές της, διακρίνεται για τον πλούσιο και λαμπερό, ακόμα και όταν πρόκειται για δραματικά έργα, ήχο της. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η μουσική συνοδεία δεν «επικοινωνούσε» όσο θα χρειαζόταν με τις ερμηνείες φτάνοντας να τις αφήνει ως και υπερβολικά «γυμνές». Υπονόμευε δηλαδή υπό μιαν έννοια το ensemble των τεσσάρων ερμηνευτών και ισάριθμων ερμηνευτριών (με προέλευση από το λυρικό, το λόγιο αλλά και το δημοτικό τραγούδι) που λειτουργούσε επίσης και ως χορωδία.  Ολοι και όλες τους στάθηκαν σε πολύ υψηλό επίπεδο αλλά δεν γίνεται να μην ξεχωρίσω τον Θοδωρή Βουτσικάκη με την σπάνια αληθινά ευελιξία του ανάμεσα στα ύφη μα και τα ιδιώματα και την σοβαρή και υποδειγματικά στέρεα ερμηνεία της Αργυρούς Καπαρού.

 

Δεν θα πω αν η gothic σκηνοθεσία του Θάνου Παπακωνσταντίνου ήταν καλή ή κακή, ούτε καν αν ταίριαζε στο συγκεκριμένο έργο γιατί αυτό είναι πολύ υποκειμενικό θέμα. Θα πω όμως ότι έμεινε ανολοκλήρωτη ως προς τις προθέσεις της είτε γιατί η μουσική δεν της το επέτρεπε είτε – που θεωρώ και το πιο πιθανό – επειδή η παράσταση απευθυνόταν στο mainstream κοινό και όχι σε ένα πιο εξειδικευμένο που ενδιαφέρεται για τους περισσότερο ή λιγότερο τολμηρούς πειραματισμούς. Δεν είναι συμπτωματικό ότι το αποτέλεσμα πλησίασε περισσότερο αυτό που υποθέτω ότι είχε κατά νου ο Θ. Παπακωνσταντίνου στο τελευταίο μέρος, «Το Τραγούδι Του Νεκρού Αδελφού», το οποίο ήταν και αυτό όπου το συνολικό ακρόαμα κατάφερε να απογειωθεί λίγο περισσότερο και έτσι να συνάδει μαζί του.

 

Γιατί λοιπόν συνέβησαν όλα αυτά; Δεν μπορώ να μην καταλήξω στο ότι μπορεί μεν στο μουσικό θέατρο όλα να βασίζονται στην μουσική αλλά και αυτή με την σειρά της εκκινεί και εμπνέεται από το κείμενο/λιμπρέτο και στην επιλογή του τελευταίου βρίσκεται κατά τη γνώμη το ένα αλλά και πολύ βασικό λάθος. Ο «Ερωτόκριτος» είναι ένα επικό κείμενο που έχει την έκταση αλλά και γενικότερα το «μέγεθος» για να μετατραπεί σε θεατρικό, ακόμα περισσότερο μάλιστα όταν ο Δ. Μαραμής το είχε προσαρμόσει ο ίδιος στις απαιτήσεις και την συνθήκη του έργου του. Το δημοτικό τραγούδι  «Το Γιοφύρι Της Αρτας», το γραμμένο πάνω στα πρότυπα της δημοτικής ποίησης «Το Στοιχειό Της Χαρμαινας» του  Σωτήρη Τριβιζά  και, ίσως  κάπως περισσότερο αλλά και πάλι όχι αρκετά, το  προαναφερθέν «Το Τραγούδι Του Νεκρού Αδελφού» έχουν μεν μια θεατρική διάσταση αλλά ούτε η διάρκεια ούτε το περιεχόμενο τους επιτρέπουν να προκύψει από αυτά μια αφήγηση η οποία να αποτελέσει ολοκληρωμένο θεατρικό έργο.

 

να προκύψει μόνον ένα σκετς από το καθένα, ό,τι δηλαδή συνέβη και σε αυτή την περίπτωση, τρία σκετς όμως δεν μπορούν βέβαια να αποτελέσουν ένα ενιαίο έργο. Θα αναμένω λοιπόν τη συνέχεια του «Ερωτόκριτου» - αν και - όταν έρθει το επόμενο  έργο μουσικού θεάτρου του Δημήτρη Μαραμή...