Η λέξη «Λάθως» γραμμένη με σπρέι σε έναν τοίχο της Αθήνας... Από έναν μετανάστη που δεν κατέχει (ακόμα;) τόσο καλά την ελληνική γλώσσα, έναν ανορθόγραφο Ελληνα ή μήπως κάποιον ο οποίος ήθελε να κάνει – κατάμαυρο αν το καλοσκεφτούμε – χιούμορ;

 

Οπως και αν έχει – αν και πιθανότερη εκδοχή είναι μάλλον η πρώτη – αυτό το γεγονός, το «λάθος εντός του λάθους», αυτή η στιγμιαία, ακαριαία σχεδόν για τον περαστικό, πεζό και ακόμα περισσότερο εποχούμενο, εικόνα έγινε η αφορμή,όπως δηλώνει και η λανθασμένη γραφή της αγγλικής λέξης για το λάθος, δηλαδή error, στον τίτλο, για να κάνει η Γεωργία Σπυροπούλου αυτό που είχε αποφύγει από την αρχή της κρίσης το ’08. Συνέθεσε δηλαδή ένα έργο για την κρίση, μιαν από τις κυριότερες συνέπειες της η οποία ταυτόχρονα την επιδεινώνει, την μετανάστευση σε σχεδόν πλανητικό πλέον επίπεδο και το πως αυτά αποτυπώνονται στην αλλαγή της φυσιογνωμίας αλλά και της λειτουργίας της μητρόπολης. Της Αθήνας όπου είδε το graffiti, του Παρισίου όπου ζει, της Νέας Υόρκης ή οποιασδήποτε άλλης...

 

Σε ένα μελλοντικό, δυστοπικό, αποσαθρωμένο ή και κατεστραμμένο αστικό τοπίο δίχως ίχνος άλλης ανθρώπινης παρουσίας ένας πιανίστας βγαίνει στη σκηνή σέρνοντας, κουβαλώντας κυριολεκτικά το όργανο του, μοναδική περιουσία του, το μέσο με το οποίο γνωρίζει και μπορεί να εκφράζεται αλλά και το υλικό αντικείμενο το οποίο τον συνδέει με την ζωή όπως ήταν κάποτε. Φοράει αδιάβροχο με την κουκούλα κατεβασμένη πολύ χαμηλά, για να προστατευθεί από την βροχή ή για να αποκρύψει το πρόσωπο του; Τοποθετεί το όργανο του σε ένα σημείο που του φαίνεται κατάλληλο και αρχίζει να προσπαθεί να παίξει.

 

Στην αρχή διστακτικά, σχεδόν σα να φοβάται, πολύ σύντομες, αποσπασματικές νότες. Όσο περνάει η ώρα όμως αρχίζει να σχηματίζει φράσεις οι οποίες γίνονται όλο και μεγαλύτερες σε διάρκεια, πιο σύνθετες, τείνουν σχεδόν να ολοκληρωθούν. Ελάχιστα αλλάζουν όμως το ύφος με το οποίο έπαιζε από την αρχή και η ανάλογη έκφραση στο πρόσωπο του. Οργή, φόβος ή μήπως αμφότερα ταυτόχρονα; Στο πρόσωπο αλλά και στον αγωνιώδη ή και έντρομο τρόπο που κινούνται τε χέρια του, με απανωτά clusters στο κλαβιέ αλλά και εντός του οργάνου, όχι μόνο στις χορδές αλλά και στα ξύλινα, ακόμα και στα μεταλλικά μέρη του.

 

Γύρω του αντηχούν κοντινοί ή μακρινοί, περισσότερο ή λιγότερο αναγνωρίσιμοι, ήχοι και θόρυβοι μιας μεγαλούπολης. Ανάμεσα τους, άλλοτε διακριτή και άλλοτε μη, από φωνές ανθρώπινες ή δημιουργημένες από υπολογιστή, η λέξη λάθος στα ελληνικά, γαλλικά και αγγλικά. Στην πραγματικότητα ακούει την ίδια  τη φωνή του, αυτό που σκέφτεται και ασυναίσθητα επαναλαμβάνει συνέχεια, το λάθος στα πάντα, στο πως ήταν και πως έγινε ο κόσμος γύρω του, στην ίδια του την ύπαρξη, σε αυτό που προσπαθεί να παίξει, στο πως το παίζει. Όλα, τα πάντα λάθος...

 

Ταυτόχρονα όμως με αυτά υπόκωφες ηλεκτρονικές συχνότητες δονούν την σκηνή και πολύ υψηλές τέτοιες συντονίζονται ή ενισχύονται από τα υλικά της ώσπου καταλήγουν οξείες. Επίσης είναι σαν ένα αόρατο χέρι (εξαιρετικά ανεπτυγμένο software προγραμματισμένο με υπεράνθρωπη λεπτομέρεια) να παίρνει τις αδόμητες ακόμα και στις πιο στις πιο ολοκληρωμένες στιγμές τους φράσεις του στο πιάνο και να τις μετατρέπει σε χρόνο μηδέν σε συγκροτημένα, κάποτε ακόμα και όμορφα με τον δικό τους τρόπο θέματα. Στο video wall περνούν φωτογραφίες ερημιάς, απουσίας, αποξένωσης, αδιαφορίας, σκληρότητας, ακόμα και υφέρπουσας αν και μη ορατής βίας... Προβάλλονται όμως και όμορφες μέσα στην απλή καθημερινότητα τους εικόνες, ζωγραφισμένες με την τεχνική του graffiti. Αναμνήσεις από ένα καλύτερο παρελθόν; Ή έγχρωμα όνειρα για ένα ακόμα καλύτερο και επιτέλους ανθρώπινο μέλλον;

 

Είναι η πόλη που αλλάζει, επώδυνα όπως κάθε φορά που το παλαιό δίνει την θέση του στο καινούριο ή, πιο απλά, κάτι πεθαίνει για να γεννηθεί κάτι άλλο. Είναι επίσης η ανθρωπογεωγραφία της, πιο μπερδεμένη και σε σύγχυση  από ποτέ. Οι φωνές των κατοίκων ενώνονται με βουβά και μη ουρλιαχτά της πόλης σε μεγάλες, όλο και πιο δυνατές κραυγές. Στο επίκεντρο κάθε άνθρωπος, όλοι μας, μέλη του συνόλου της ανθρωπότητας αλλά και πιο μόνοι από ποτέ. Ενας άνθρωπος, μόνος του, σε μιαν ερημιά που μπορεί να είναι και πολύβουη, ακόμα περισσότερο αν συμβαίνει να είναι δημιουργός. Με τον έστω και «θολό», παραμορφωμένο ήχο του πιάνου του μόνο ψήγμα ομορφιάς ανάμεσα σε τόση ασχήμια, ο ήχος της για πάντα απωλεσθείσης αθωότητας;

 

Το «Eror» είναι ένα απολύτως σύγχρονο έργο στον υπέρτατο βαθμό. Πολυμεσικό, σχεδιασμένο ώστε το ακουστικό και οπτικό σκέλος του να μπορούν να λειτουργήσουν αυτόνομα αλλά μόνο μαζί να αλληλοσυμπληρώνονται ιδανικά, με τον εφ’ όλης της ύλης παράγοντα του αυτοσχεδιασμού να είναι τόσο σημαντικός ώστε κάθε παράσταση του να είναι διαφορετική από τις υπόλοιπες, μιλάει για τα καίρια σημερινά πανανθρώπινα προβλήματα με την γλώσσα αλλά και τα τεχνολογικά εργαλεία του σήμερα, μη διστάζοντας μάλιστα να καταδείξει ότι τα εργαλεία αυτά αποτελούν και μέρος ή αίτια αυτών των προβλημάτων. Δεν μηρυκάζει ούτε καν νοσταλγεί τις λύσεις του παρελθόντος αλλά προσπαθεί επίμονα να ανακαλύψει τς σημερινές, άρα και μόνες ρεαλιστικές και εντέλει εφικτές λύσεις και απαντήσεις. 

 

Ποιες είναι αυτές; Η Γεωργία Σπυροπούλου δεν παραθέτει καμία, αφήνει κάθε θεατή να δώσεις τις δικές του/της. Εκείνη μόνο καταδεικνύει τα προβλήματα και θέτει τις ερωτήσεις αλλά και κάτι πάρα πολύ σημαντικό, προτείνει μια οδό για να οδηγηθούμε σε απαντήσεις. Το να αποδεχθούμε καταρχήν ότι λάθη έγιναν και θα γίνουν και άλλα γιατί μόνο έτσι θα μπορέσουμε να τα αντιμετωπίσουμε, ξεκινώντας από το να βρούμε τις αιτίες τους. Η ίδια το εφάρμοσε και στην πράξη στο έργο, όχι μόνον επιτρέποντας να συμβούν συγκυριακά λάθη αλλά και συνειδητά προκαλώντας τέτοια, εισάγοντας τα στους αλγορίθμους του software αλλά ακόμα και στους αυτοσχεδιασμούς του πιανίστα. Είναι σαν, διαμέσου ενός έργου όπου τα πάντα είναι σκοτεινά και πεσιμιστικά, έρχεται να μας προτείνει ως μόνη εφικτή λύση και διέξοδο την ελπίδα και την πίστη μας στην ύπαρξη της. Και αυτή τελικά είναι μάλλον η μεγαλύτερη από τις πολλές αρετές του...