Εδώ και αρκετά χρόνια ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, παράλληλα με την δημιουργία τραγουδιών που είναι η ιδιότητα με την οποία τον γνωρίζει το μεγαλύτερο τμήμα του κοινού, ασχολείται όλο και περισσότερο με την σύνθεση συμφωνικών έργων που παρουσιάζονται ως παραγωγές του Ελληνικού Σχεδίου (του μη κερδοσκοπικού οργανισμού που ο ίδιος ίδρυσε και είναι πρόεδρος και πρωταρχικός σκοπός του είναι να συμβάλλει στην δημιουργία περισσότερης ποσοτικά και καλύτερης ποιοτικά νέας ελληνικής μουσικής, τόσο τραγουδιών όσο και οργανικών έργων) στην Στέγη Ιδρύματος Ωνάση.

 

Το τελευταίο όμως από αυτά ήταν σαφώς διαφορετικό, τόσο ως πρόθεση όσο και ως μορφή, από όλα τα προηγούμενα.

 

Από την εποχή των κορυφαίων Ευρωπαίων δημιουργών της η συμφωνική φόρμα, η σύνθεση δηλαδή έργων για συμφωνική ορχήστρα, είχε καθιερωθεί και από ένα σημείο και μετά ταυτιστεί με τις μεσαίες και, κατά κανόνα, τις μεγάλες χρονικές διάρκειες τους. Οι μεταγενέστεροι τους ακολούθησαν και ο Δημήτρης Παπδημητρίου δεν αποτελούσε φυσικά εξαίρεση, μέχρι όμως αυτή τη φορά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση δηλαδή δεν συνέθεσε την κατάλληλη μουσική για ένα περισσότερο ή λιγότερο συγκεκριμένο θέμα, αλλά έχοντας ήδη τις συνθέσεις αναζήτησε το... θέμα!

 

Οπως λέει ο ίδιος πρόκειται για κάποιες από τις αρκετές συνθέσεις του που – όπως και σε κάθε δημιουργό ο οποίος ασχολείται σοβαρά και συστηματικά με τις οργανικές φόρμες και όχι μόνο με το τραγούδι που τις περισσότερες φορές εκκινεί από τον στίχο – προέκυψαν αυθόρμητα σε διάφορες στιγμές και δίχως να αποτελούν μέρη ενός από τα «κανονικά» συμφωνικά έργα του. Εμπνεύσεις δηλαδή μελωδικών ιδεών ή σύντομων θεμάτων που δεν αναπτύχθηκαν σε κάτι μεγαλύτερο και πιο σύνθετο και στην πλειοψηφία τους παρέμειναν στο αρχικό στάδιο, αυτό των συμφωνικών συνθέσεων μικρής διάρκειας.

 

Δέκα τέσσερις από αυτές και ανεξάρτητες φυσικά μεταξύ τους συγκέντρωσε, ενορχήστρωσε και παρουσίασε σε δύο συναυλίες με τον εύλογο τίτλο «Συμφωνικές Μινιατούρες». Ο υπότιτλος όμως «Οι πλανόδιοι των ονείρων» με την ηθελημένη  αντίφαση που εμπεριέχει καθώς και οι υπαινικτικοί, σε μερικές περιπτώσεις και αρκετά χιουμοριστικοί, επιμέρους τίτλοι ίσως φανερώνουν ότι ο συνθέτης – πιθανόν και υποσυνείδητα – ήθελε να καταδείξει ότι η έμπνευση μπορεί να  προέρχεται και από απλά, καθημερινά πράγματα της ζωής τα οποία όμως έχουν τη δική τους σημασία και αξία.

 

Πέραν όμως από τις προθέσεις κάθε τι κρίνεται εκ του αποτελέσματος και αυτό, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατέδειξε μια πλευρά του συμφωνιστή Παπαδημητρίου που δεν είχε φανεί ως τώρα. Οι «μινιατούρες» του κινούνται σε ένα πολύ μεγάλο υφολογικό, στιλιστικό και μορφολογικό εύρος αποκαλύπτοντας έτσι ότι οι επιρροές του όσον αφορά στην συμφωνική μουσική, εκτός από τις βασικές και ορατές ως τώρα, δηλαδή τον ρομαντισμό και ιδίως την ύστερη και πλέον ώριμη περίοδο του, εκτείνονται προς τα πίσω μέχρι το ύστερο μπαρόκ αλλά ακόμα περισσότερο προς τα εμπρός, σε μιαν εκλεκτική συγγένεια με το πνεύμα περισσότερο παρά με τις φόρμες του ιμπρεσιονισμού όπως όμως και, με ακόμα πιο προφανή τρόπο μάλιστα, με την πρώτη σχολή της Βιέννης των Στράους και του Φραντς Λέχαρ με τη χαρούμενη, μερικές φορές ακόμα και εύθυμη διάθεση η οποία διέκρινες τους δημιουργούς της.

 

Εκ των πραγμάτων λοιπόν και η ενορχηστρωτική άποψη ήταν διαφορετική και μετερχόταν μια πολύ μεγαλύτερη γκάμα από άλλα συμφωνικά έργα του Δ. Παπαδημητρίου, χρησιμοποιώντας τις οικογένειες των οργάνων και τους συνδυασμούς τους με άλλο τρόπο σχεδόν σε κάθε σύνθεση. Όλη αυτή η ποικιλία η οποία προφανώς συνέβαλλε στο να μη μειώνεται ούτε για μια στιγμή το ενδιαφέρον του ακροατή αποδόθηκε άριστα από την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ υπό την, όπως πάντα, υποδειγματικά μελετημένη, προσεχτική αλλά και εμπνευσμένη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού.

 

Έτσι, μετά το πέρας της συναυλίας, μπορεί να μην είχες παρακολουθήσει ένα φιλόδοξο, με την καλύτερη έννοια της λέξης, έργο που σου είχε κοινωνήσει «υψηλά» νοήματα, αλλά είχες ακούσει πολύ όμορφη μουσική που μόνη της επιδίωξη ήταν να σε κάνει να νιώσεις λίγο καλύτερα εσωτερικά, να ελαφρύνει λίγο την ψυχή σου διά της καλαισθησίας και όχι της κενής, επιφανειακής «διασκέδασης».

 

Κάτι δηλαδή εξίσου σημαντικό με την έμπλεη νοημάτων, συμβολισμών και σημειολογίας δημιουργία και, όπως διαπίστωσα συζητώντας με άλλους, το πέτυχε στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό για πολλούς και πολλές. Παρατήρησα στον Δημήτρη Παπαδημητρίου ότι ήταν το πιο «παιγνιώδες» από τα μέχρι συμφωνικά έργα του και μου απάντησε ότι ο ίδιος θα το αποκαλούσε μάλλον «παραμυθώδες».

 

Μήπως όμως και το παραμύθι δεν είναι παρά ένα παιχνίδι του μυαλού, για ανηλίκους αλλά ακόμα και ενηλίκους, με σκοπό ακριβώς την παραμυθία της ψυχής;