Η δεύτερη για τη φετινή σεζόν και πρώτη για το ’19 εκδήλωση του Ελληνικού Σχεδίου του Δημήτρη Παπαδημητρίου ήταν στο πλαίσιο του κύκλου "Σύγχρονη Μουσική Δημιουργία Και Ποίηση" και είχε τον τίτλο «Μουσική Αλληλογραφία». Συνίστατο στην ανάθεση σε δύο συνθέτες της νέας γενιάς να μελοποιήσουν τα ποιήματα του Κώστα Καρυωτάκη και της Μαρίας Πολυδούρη στα οποία – εκτός από την αληθινή αλληλογραφία τους – αποτυπώθηκε ο έρωτας τους που ήταν και παρέμεινε πλατωνικός.

Ο Καρυωτάκης είναι ένας από τους περισσότερο μελοποιημένους Έλληνες ποιητές, ανάμεσα σε άλλους από τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Νίκο Μαμαγκάκη, τον ίδιο τον Δημήτρη Παπαδημητρίου και βέβαια τη Λένα Πλάτωνος που στον ομότιτλο δίσκο της μας έδωσε ένα αληθινά διαχρονικό αριστούργημα. Πολύ λιγότερο ισχύει βέβαια αυτό για την Πολυδούρη που, χωρίς να λείπουν εντελώς οι μελοποιήσεις ποιημάτων της, είναι όντως μετρημένες. Είναι προφανέστατο λοιπόν ότι σκοπός αυτής της εκδήλωσης του Ελληνικού Σχεδίου ήταν να φέρει τον ογκόλιθο της ελληνικής ποίησης που λέγεται Κώστας Καρυωτάκης (με την ποίηση της Πολυδούρη να λειτουργεί ούτε καν συμπληρωματικά αλλά παραπληρωματικά ως προς την δική του), ενώπιον νεότερων δημιουργών ώστε καταρχήν να αναμετρηθούν μαζί του και στη συνέχεια να διαπιστωθεί με ποιον τρόπο τον αντιμετωπίζουν.

 

Οι συνθέτες που επέλεξε η ομάδα του Ε. Σ. για να αναθέσει το ομολογουμένως κάθε άλλο παρά εύκολο αυτό έργο, ήταν ο Χρυσόστομος Καραντωνίου και ο Κώστας Μάκρας, καθ'όλα γνώριμοι και διακεκριμένοι από τους Αγώνες Δημιουργίας Ελληνικού Τραγουδιού τους οποίους είχε διοργανώσει στο παρελθόν. Εξίσου σημαντική όμως ήταν και η επιλογή των φωνών που θα ερμήνευαν τα τραγούδια τα οποία θα προέκυπταν. Ο μόνιμος συνεργάτης του Χρυσόστομου Καραντωνίου (από το «Τα Μεροκάματα», τραγούδι σε στίχους Δημήτρη Παπαχαραλάμπους με το οποίο διακρίθηκαν στους προαναφερθέντες Αγώνες και με δύο καλούς δίσκους σε στίχους επίσης του τελευταίου που κυκλοφόρησαν στη συνέχεια) Πάνος Παπαϊωάννου και η Ιφιγένεια Κορολόγου.

 

Η συναυλία ήταν χωρισμένη σε δύο μέρη, στο πρώτο τα τραγούδια του Χ. Καραντωνίου και στο δεύτερο του Κ. Μάκρα με τον Π. Παπαϊωάννου και την Ι. Κορολόγου να ερμηνεύουν εναλλάξ από ένα, τόσο σε ποίηση του Καρυωτάκη όσο και της Πολυδούρη. Αυτό, αν μη τι άλλο, εξασφάλιζε μιαν ευπρόσδεκτη ποικιλία στο ακρόαμα που λείπει από πολλές συναυλίες με περισσότερους του ενός ερμηνευτών.

 

Η πρώτη και κυριότερη διαπίστωση είναι ότι αμφότεροι οι δημιουργοί κινήθηκαν σε – παράδοξα θα έλεγα καθώς ο ίδιος δεν είχε ασχοληθεί με μελοποίηση του Καρυωτάκη – Χατζιδακικό ύφος και μάλιστα και στις δύο διακριτές εκδοχές του, την πιο λόγια και την εγγύτερη στο λαϊκό τραγούδι. Έπαιξαν βέβαια πολύ σημαντικό ρόλο και οι καταβολές αλλά και η ψυχοσύνθεση καθενός με τον Χ. Καραντωνίου να ακολουθεί περισσότερο την πρώτη και τον Κ. Μάκρα την δεύτερη. Μια δεύτερη είναι ότι ο Π. Παπαϊωάννου ο οποίος κάθε άλλο παρά μόνο λαϊκός ερμηνευτής είναι, ανταποκρίθηκε εξαίρετα σε αμφότερες ενώ αντίθετα η Ι. Κορολόγου με την σαφώς λαϊκή – και όχι μόνο λόγω ηχοχρώματος – φωνή της, δίχως μεν ποτέ να είναι κακή κάποιες στιγμές ακουγόταν λίγο «στριμωγμένη» στα πιο λόγια τραγούδια.

 

Όλα αυτά γίνονταν ακόμα πιο φανερά με την επιλογή του επίσης απολύτως Χατζιδακικής  διάθεσης και κατευθύνσεων συνοδευτικού σχήματος (πιάνο, μπουζούκι/μαντολίνο, κλαρινέτο και κοντραμπάσο με τον Χ. Καραντωνίου ο οποίος, πολύ πριν γίνει γνωστός ως συνθέτης, είχε καταξιωθεί ως κορυφαίος σολίστ της κλασικής κιθάρας, να παίζει και ο ίδιος στα μισά περίπου τραγούδια του). Οι ενορχηστρώσεις που καθένας είχε κάνει για τα τραγούδια του πριμοδοτούσαν σαφώς το μπουζούκι καθώς όχι μόνο φυσικά κυριαρχούσε στα πιο λαϊκότροπα τραγούδια, αλλά έκανε σχεδόν συνεχώς αισθητή την παρουσία του και στα πιο μελωδικά, παρά τον πρώτο λόγο που είχε σε αυτά το πιάνο.

 

Το τελικό αποτέλεσμα ήταν ένας κύκλος τραγουδιών στην πλειοψηφία τους ιδιαίτερα καλογραμμένων και όλων πολύ σωστά εκτελεσμένων, ορισμένων μάλιστα από αυτά και πολύ όμορφων, από τα οποία όμως κανένα δεν είχε εκείνο το «κάτι» που θα το έκανε να μείνει στη μνήμη. Προσωπική προτίμησή μου οι πιο ευαίσθητες και λυρικές στιγμές του Χ. Καραντωνίου, χωρίς όμως να υποτιμώ διόλου και τα υπόλοιπα τραγούδια του, ούτε εκείνα του Κ. Μάκρα.  

 

Ακολουθώντας όμως πιστεύω τον προβληματισμό των υπευθύνων του Ελληνικού Σχεδίου μετά το τέλος της συναυλίας πολύ περισσότερο από το αισθητικό αποτέλεσμα της, έμεινα στα ερωτήματα που άφηνε ανοιχτά ή ακόμα και έθετε:

 

α)  Η όχι άνευ αξίας αλλά σίγουρα πολύ πιο ήσσονα από εκείνη του Καρυωτάκη ποίηση της Πολυδούρη, αξίζει και πρέπει να μελοποιείται;

Πάνω από όλα όμως το κομβικό για εμένα σε κάθε περίπτωση μελοποιημένης ποίησης και το οποίο παραμένει ακόμα αναπάντητο, όχι γιατί δεν υπάρχει απάντηση, αλλά γιατί δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε στο ποια είναι αυτή.   

 

β) Η αληθινή μελοποίηση ποίησης δηλαδή οφείλει να είναι της μορφής και του περιεχομένου ή της γλώσσας και του νοήματος;

Γιατί αυτά τα δύο ζεύγη πραγμάτων είναι εντελώς διαφορετικά και αν τα δύο μέρη του δευτέρου τις περισσότερες φορές σχεδόν ταυτίζονται αυτό δεν ισχύει καθόλου και ποτέ για το πρώτο...