Οφείλω να ομολογήσω από την αρχή πως οι σχέσεις μου με το δημοτικό τραγούδι – εκτός ίσως από το κυκλαδίτικο λόγω καταγωγής - είναι δυστυχώς επιφανειακές. Ίσως γιατί κακώς δεν ασχολήθηκα περισσότερο ψάχνοντας και ακούγοντάς το, ίσως γιατί είμαι περισσότερο «δυτικότροπος» στα μουσικά μου γούστα, ίσως πάλι γιατί δεν το έχω παρακολουθήσει σχεδόν καθόλου ζωντανά. Από την άλλη πλευρά, μου αρέσει στις μουσικές παραστάσεις που επιλέγω να ακούω και κάτι διαφορετικό, χωρίς να εξαιρώ τον εαυτό μου από το «πλατύ κοινό» που πάει ξέροντας λίγο-πολύ τι θα ακούσει, αλλά και από περιέργεια πολλές φορές για το αλλιώτικο ή το απροσδόκητο. Με βάση όλα τα παραπάνω λοιπόν, πήγα πριν από αρκετούς μήνες στο «Είμαι» με τον Ζαχαρία Καρούνη στο θέατρο «Ροές» - που επαναλαμβάνεται τώρα στο θέατρο «Σταθμός» – και στο «Παραδώσου!» με την Ηρώ Σαΐα που παρουσιάζεται στο «Μικρό Γκλόρια».

 

Το γεγονός ότι και οι δύο παραστάσεις – και όχι συναυλίες – πραγματοποιούνται σε θέατρα, αυτό σημαίνει κάτι από μόνο του. Τόσο για τον τρόπο παρουσίασης με τα σκηνικά του Άγγελου Μέντη και τη σκηνοθεσία του Χρήστου Δήμα στο «Είμαι» και αντίστοιχα τα σκηνικά του Κώστα Βαρώτσου και τη σκηνοθεσία του Άγγελου Μπούρα στο «Παραδώσου», πολύ περισσότερο όμως για την ύπαρξη κειμένων που συνοδεύουν τα τραγούδια. Στο «Είμαι» τα κείμενα είναι του Ζαχαρία  Καρούνη και καταλαμβάνουν μεγάλο κομμάτι της παράστασης, ακριβώς γιατί έχουν έντονο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, ενώ στο «Παραδώσου!» τα κείμενα έγραψε ο Άγγελος Μπούρας.

 

 

Είναι χαρακτηριστικό πως και οι δύο ερμηνευτές έχουν την επιμέλεια στις παραστάσεις τους. Ίσως γιατί θέλουν να επισημάνουν την προσωπική τους σχέση με τα παραδοσιακά τραγούδια ως μέρος της καλλιτεχνικής τους υπόστασης και όχι ως μεμονωμένο αφιέρωμα. Γι’ αυτό άλλωστε και τα «μπλέκουν» πολύ όμορφα με άλλα πιο σύγχρονα τραγούδια που τους έχουν διαμορφώσει μουσικά και που μπορούν να τα κάνουν να κινηθούν, με τη βοήθεια των κειμένων τις περισσότερες φορές, στους ίδιους μουσικούς δρόμους.

 

Το συνολικό άκουσμα φτάνει στ’ αυτιά μας μέσα από εμπνευσμένες ενορχηστρώσεις και διασκευές - με τη συνδρομή εξαιρετικών μουσικών και στις δύο περιπτώσεις – ως ενιαίο σύνολο: τα παλιά με τα μεταγενέστερα, τα ανώνυμα με τα επώνυμα, τα αναμενόμενα με τα απρόσμενα, καταδεικνύοντας έτσι τη συνέχεια και το αόρατο νήμα που συνδέει το καλό τραγούδι σε όλα τα είδη και τις εποχές.

Το σημαντικότερο όμως για μένα είναι οι ερμηνείες και η διαχείριση του υλικού. Έτσι κι αλλιώς, ο βασικός ρόλος του τραγουδιστή είναι να επικοινωνήσει το τραγούδι στον κόσμο. Υπάρχουν τραγουδιστές που το πράττουν αυτό διεκπεραιωτικά, άλλοι που το πράττουν ολόσωστα αλλά ακαδημαϊκά και άλλοι που πετυχαίνουν το ιδανικό για μένα: να κάνουν το κάθε τραγούδι να σε αφορά ακόμα και αν σε πρώτη ακρόαση δε συνδέεται άμεσα με ηλικιακά, προσωπικά, οικογενειακά ή άλλης προέλευσης βιώματά σου. Δεν εννοώ απαραίτητα τη συλλογική μνήμη, ούτε τις περιπτώσεις που κάτι καλά φωλιασμένο στη συνείδηση του καθενός περιμένει το κατάλληλο ερέθισμα για να αναδυθεί στην επιφάνεια.

 

Αναφέρομαι σε ακούσματα που γνώριζα μεν, αλλά δεν τα θεωρούσα «δικά» μου, μέρος του δικού μου μουσικού σύμπαντος. Μέσα από αυτό που έζησα παρακολουθώντας τις συγκεκριμένες μουσικές παραστάσεις-προτάσεις (και άλλες στο παρελθόν), η Ηρώ Σαΐα και ο Ζαχαρίας Καρούνης με τη συγκίνηση, το ενδιαφέρον και την προσήλωση που μου προκάλεσαν κατάφεραν να τα εγγράψουν μέσα μου. Γηράσκω αεί διδασκόμενος.