Ο Φρανσίς Πούλενκ είναι από τις πλέον ιδιάζουσες φυσιογνωμίες της γαλλικής μουσικής του εικοστού αιώνα. Σύγχρονος χωρίς αμφιβολία μεν συνθέτης που όμως κινήθηκε εντός των ορίων της κλασικής μουσικής παράδοσης με πάρα πολλές επιρροές από τους ομοεθνείς του ιμπρεσιονιστές αλλά χωρίς ποτέ ούτε καν να ασχοληθεί με την πρωτοπορία των Ανρί, Μπουλέζ και, πολύ περισσότερο, Ξενάκη η οποία ακολούθησε λίγο αργότερα.

 

Από πολλές πλευρές και ειδικά καταβολών ανάλογος του Ολιβιέ Μεσιάν αλλά οι σχεδόν αντιθετικές προσωπικότητες τους αναπόφευκτα έκαναν και το έργο καθενός πολύ διαφορετικό.

 

Ομοφυλόφιλος που όμως ελκυόταν περιστασιακά και από γυναίκες αλλά δίχως να είναι αμφισεξουαλικός, ο Φρανσίς Πουλένκ πάλευε σε όλη του τη ζωή να συμβιβάσει την σεξουαλική του επιλογή με την βαθιά, αληθινή καθολική του πίστη. Προφανώς αυτό οδήγησε σε ουκ ολίγα ψυχολογικά προβλήματα που όμως παραδόξως δεν εκδηλώθηκαν με μια μουσική μονίμως εσωστρεφή και κατηφή, αλλά με έντονο ενδιαφέρον για κοινωνικά θέματα τα οποία επηρέαζαν άμεσα τους ανθρώπους της εποχής του και ως πρόσωπα και με άφθονο χιούμορ, συχνά εύθυμη και πολλές φορές ακόμα και φωτεινή. Δεν είναι συμπτωματικό ότι έγραψε αρκετά έργα για χοροδράματα, ελληνιστί μπαλέτα.

 

Η μονόπρακτη όπερα «Η Ανθρώπινη Φωνή» που συνέθεσε το 1958 αφενός είναι από τις πλέον χαρακτηριστικές στιγμές του αλλά ταυτόχρονα και διακριτή μέσα στο υπόλοιπο έργο του. Την έγραψε πάνω στον ομότιτλο θεατρικό μονόλογο που είχε συγγράψει ακριβώς τριάντα χρόνια πριν το «τρομερό παιδί» του γαλλικού πολιτισμού του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα, ο ποιητής, συγγραφέας, ζωγράφος και κινηματογραφικός σκηνοθέτης Ζαν Κοκτό, ομοφυλόφιλος επίσης αλλά δεν ήταν αυτό το μόνο στοιχείο που τους ένωσε με μια δυνατή, πραγματική φιλία. Ο Κοκτό όχι μόνο σκηνοθέτησε αλλά επίσης έκανε τα σκηνικά και τα κοστούμια στο πρώτο ανέβασμα της όπερας το 1959.

 

Έργο για ένα και μόνο χαρακτήρα που δεν κατονομάζεται καν αλλά αποκαλείται απλά Η Γυναίκα, το «Η Ανθρώπινη Φωνή» έχει ως επίκεντρο ένα αρχέτυπο, το ανθρώπινο ον υπό το κράτος ενός έρωτα πιο δυνατού όχι μόνον από τη λογική αλλά και από την ίδια τη ζωή, ο οποίος επιπλέον βρίσκεται πια στο τέλος του. Αντίθετα με τις ηρωίδες της ομότιτλης ταινίας του Πέδρο Αλμοδόβαρ, η Γυναίκα των Πουλένκ και Κοκτό δεν βρίσκεται στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, τα έχει προ πολλού περάσει και την βιώνει σε όλο της το μεγαλείο! Κανείς, πριν από όλα η ίδια, δεν μπορεί να είναι σίγουρος αν τα όσα λέει απηχούν έστω και ελάχιστα την πραγματικότητα ή είναι προϊόν αυταπάτης, ψευδαίσθησης ή ακόμα και η αφήγηση ενός ονείρου (ή και εφιάλτη). Σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό ο τρόπος που προσλαμβάνει την πραγματικότητα είναι το καινοφανές γα την εποχή κατά την οποία γράφτηκε το έργο μέσο του τηλεφώνου (!), που επέτρεψε γα πρώτη φορά στους ανθρώπους να επικοινωνούν σε πραγματικό χρόνο με άλλους που βρίσκονταν ακόμα και πολύ μακριά τους.

 

Επί της ουσίας η τηλεφωνική συσκευή είναι το δεύτερο πρόσωπο του έργου. Διαμέσου αυτής, η Γυναίκα, έρχεται σε επαφή – ή φαντασιώνεται ότι...- με τον τέως πλέον εραστή της προσπαθώντας ουσιαστικά (αλλά δυστυχώς μάταια) να επικοινωνήσει με τον ίδιο τον εαυτό της. Την παρακολουθούμε να χάνει σταδιακά την λογική και εντέλει την ψυχή της, μιλώντας ή παραμιλώντας άλλοτε απολύτως συγκροτημένα, άλλοτε (ακατ)ανόητα και άλλες φορές παρανοϊκά ή και ψυχωτικά, περνώντας ακαριαία από το περισσότερο ή λιγότερο αυτοσαρκαστικό χιούμορ σε στιγμές σπαραχτικού αυτοικτιρμού και βίωσης της απόλυτης εσώτερης μοναξιάς.

 

Όλα αυτά αποδίδονται με μια μουσική παρτιτούρα «ευγενική» και διακριτική, μερικές φορές ακόμα και λεπτεπίλεπτη, γεμάτη από περίτεχνες λεπτομέρειες και υψηλοτάτων δεξιοτεχνικών απαιτήσεων. Αντίθετα η φωνητική παρτιτούρα δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο on the edge - ακροβασίες από την χαμηλότερη μέχρι την υψηλότερη περιοχή, κάπου ανάμεσα στο ουρλιαχτό και το ερμηνευτικό αντίστοιχο της μη ελεγχόμενης υστερίας και με ιλιγγιώδεις συναισθηματικές περιδινήσεις πάνω από την άβυσσο της τρέλας που ενώ χάσκει απειλητική ταυτόχρονα ασκεί ακατανίκητη έλξη - όντας προφανώς ασύλληπτα πιο απαιτητική από την μουσική.

 

Με την λιτή αλλά και σαφέστατη σκηνοθετική καθοδήγηση του Παναγή Παγουλάτου, η Έλενα Κελεσίδη, σοπράνο κορυφαίου επιπέδου αλλά και με σπάνιες υποκριτικές δυνατότητες, ήταν κυριολεκτικά συγκλονιστική και απλά τέλεια σε έναν ρόλο που του ταιριάζει ο χαρακτηρισμός «εξοντωτικός»! Η πιανίστρια Σοφία Ταμβακοπούλου (σε κάποιες από τις επόμενες παραστάσεις θα εναλλαχθεί με τον Φρίξο Μόρτζο) ανταποκρίθηκε απόλυτα στις απαιτήσεις της παρτιτούρας παίζοντας με συγκέντρωση, σοβαρότητα και ακρίβεια.

 

Μετά το τέλος της παράστασης άκουσα κάποια κυρία να παραπονείται, «παρακολούθησα προσεχτικά τους ελληνικούς υπέρτιτλους αλλά δεν κατάλαβα τίποτα, τι έλεγε επιτέλους αυτή η ανθρώπινη φωνή;». Εδώ ακριβώς είναι το θέμα, δεν είναι οι λέξεις που λέει η Γυναίκα, αλλά οι νότες τις οποίες άδει, η στιγμή που η Ανθρώπινη Φωνή παύει να έχει οποιονδήποτε συνειρμό και γίνεται παραμιλητό ή ακόμα και (επιθανάτιος) ρόγχος. Αυτό είναι που καθιστά το έργο τόσο πολύ επίκαιρο σε μιαν εποχή που είναι πιο επιτακτικό από ποτέ το «να βρούμε τον εαυτό μας και όχι να τον χάσουμε, να συναντήσουμε τους άλλους γύρω μας και όχι να τους ξεχάσουμε», όπως μου είπε σε συνέντευξη του για την εφημερίδα Αυγή ο Πάνος Κατσιμίχας. Αν το πιστεύετε και εσείς μη χάσετε μιαν από τις δύο παραστάσεις του έργου τον Ιανουάριο και τις δύο τελευταίες τον Μάιο του ’19...