Όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή το Ελληνικό Σχέδιο του Δημήτρη Παπαδημητρίου – στο πλαίσιο του κύκλου "Δημιουργία Ρεπερτορίου" έργων για παιδιά, πραγματοποίησε την -καθιερωμένη πλέον- «χριστουγεννιάτικη» εκδήλωσή του, με ένα συναυλιακό διήμερο στην κεντρική σκηνή της ΣΙΩ. Το θέμα της αυτή τη φορά ήταν διαφορετικό από τα παραμύθια ή τα κάλαντα προηγουμένων ετών, δύο χριστουγεννιάτικα διηγήματα για αφηγητή και ορχήστρα.

Θεωρώ ότι η επιτυχία της φετινής εκδήλωσης οφείλεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην επιλογή του Ventus Ensemble ως του συνόλου που θα εκτελούσε τα έργα πριν την ανάθεσή τους, καθώς έθεσε ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο – ακόμα και, γιατί όχι, περιορισμών οι οποίοι μπορεί να αποδειχθούν πολύ χρήσιμοι δημιουργικά – στους συνθέτες.

 

To Ventus Ensemble ξεκίνησε ως σύνολο αποκλειστικά πνευστών και στη συγκεκριμένη περίπτωση εμφανίστηκε με διευρυμένη ενδεκαμελή σύνθεση την οποία αποτελούσαν οκτώ πνευστά (σχεδόν όλα μιας συμφωνικής ορχήστρας δηλαδή, σημειωτέον ότι το σαξόφωνο δεν περιλαμβάνεται σε αυτά), συν πιάνο και δύο εκτελεστές κρουστών. Το ηχόχρωμα λοιπόν της οικογενείας των πνευστών οργάνων και μάλιστα σε όλο το εύρος του με την ενίσχυση των κρουστών και του πιάνου, (που το πληκτρολόγιό του δεν πρέπει να μας κάνει να λησμονούμε ότι ο τρόπος με τον οποίο παράγεται ο ήχος του το κατάτασσει ταυτόχρονα και στα έγχορδα και στα κρουστά), διαμόρφωσε εκ των προτέρων σε σημαντικό βαθμό το ύφος των έργων και εναπόκειτο στον κάθε δημιουργό το πως θα το χρησιμοποιούσε.

 

Το δεύτερο στοιχείο που καθόρισε καθένα από τα έργα ήταν το διήγημα, του οποίου την αφήγηση έπρεπε πολύ περισσότερο να συμπληρώσει παρά να επενδύσει.

 

Το «Εγώ το ξωτικό» της Μαριβίτας Γραμματικάκη είναι ένα διήγημα σε πρώτο πρόσωπο, με τους υπόλοιπους χαρακτήρες να επισκιάζονται περισσότερο ή λιγότερο από τον κεντρικό/αφηγητή και – παρά τις κάποιες αναδρομές που περιλαμβάνει - στην ουσία με γραμμική ως προς τον χρόνο διαδρομή και εξέλιξη.

 

Ορθότατα λοιπόν ο Κωστής Κριτσωτάκης επέλεξε να συνοδεύσει την αφήγηση του Γιώργου Κατσή εστιάζοντας στον «πρωταγωνιστή» του κειμένου, τον αρχηγό των ξωτικών. Η παρτιτούρα του είχε ως επίκεντρο αυτόν, «σχολιάζοντας» όχι μόνο τα λόγια αλλά και τις συναισθηματικές διαθέσεις του με μια σειρά από σύντομες και σολιστικές συνήθως φράσεις οι οποίες εντάσσονταν στο βασικό προφανώς θέμα του έργου και αυτό αναπτύσσεται σε όλη την διάρκεια του. Καθένας από τους χαρακτήρες που εισάγει η αφήγηση έχει φυσικά το δικό του θέμα, το οποίο επίσης αναπτύσσεται με κάποιες παραλλαγές αλλά μετά από λίγο – ακολουθώντας την δομή της αφήγησης – επέρχεται η επιστροφή στο βασικό, ενώ ολόκληρο το ensemble χρησιμοποιείται σε λίγες σχετικά στιγμές για να προσδώσει έμφαση ή και ένταση σε καίρια σημεία του κειμένου.

 

Η Μ. Γραμματικάκη έγραψε ένα χαριτωμένο χριστουγεννιάτικο παραμύθι και με βάση αυτό ο Κωστής Κριτσωτάκης συνέθεσε ένα απλό αλλά και όμορφο έργο που πρέπει να «μίλησε» στις καρδιές των περισσοτέρων παιδιών τα οποία το παρακολούθησαν.

 

Αντίθετα το «Όνειρο με κόκκινο σκουφί» της Κατερίνας Σχινά είναι αρκετά, ίσως και πολύ διαφορετικό, πιθανότατα γιατί η συγγραφέας επέλεξε συνειδητά να απευθυνθεί σε λίγο μεγαλύτερης ηλικίας παιδιά. Το διήγημά της είναι πολύ πιο σύνθετο, με την αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο να του επιτρέπει να έχει δύο κεντρικούς χαρακτήρες αντί για έναν αν και, επί της ουσίας, είναι και οι μοναδικοί. Η εξέλιξη του επίσης είναι εντελώς γραμμική και, ενώ το πρώτο διήγημα εστίαζε στο ανθρωπιστικό περιεχόμενο της εορτής των Χριστουγέννων, εδώ αναδεικνύονταν και μερικές συγκεκριμένες αξίες του ανθρωπισμού όπως η αλληλεγγύη, ακόμα και κάποιες φιλοσοφικές έννοιες, με τρόπο που αρμόζει φυσικά σε ένα παιδικό κοινό.

 

Η προσέγγιση του Τάσου Ρωσόπουλου στο πως θα συνόδευε την αφήγηση του Κωνσταντίνου Μπιμπή δεν θα μπορούσε παρά να είναι ανάλογα διαφορετική. Με έντονη την ρυθμική διάσταση στη μεγαλύτερη διάρκεια του έργου χρησιμοποιεί ολόκληρο το ensemble, αξιοποιώντας τόσο την ομοιογένεια όσο και τις επιμέρους διαφορές του ήχου των πνευστών, άλλοτε αναδεικνύοντας τον πιο ατμοσφαιρικό χαρακτήρα τους και άλλοτε τον δυναμισμό και την θετική διάθεση την οποία μεταδίδουν με κάποια σχεδόν...καταιγιστικά – με την ώθηση των κρουστών - αλλά και ταυτόχρονα πολύ «φωτεινά» crescendos. Περιορίζει κατά πολύ τα αμιγώς σολιστικά μέρη, από την άλλη όμως, η παρτιτούρα του βρίθει από σαγηνευτικές λεπτομέρειες (όπως μερικά πανέμορφα μελωδικά περάσματα του πιάνου) και εντέλει αποπνέει την ίδια έλλογη αισιοδοξία που χαρακτηρίζει και το κείμενο της Κ. Σχινά.

 

Ο Τάσος Ρωσόπουλος συνεργάζεται τακτικότατα με το Ελληνικό Σχέδιο και έτσι έχω την ευκαιρία να παρακολουθήσω το πως ωριμάζει διαρκώς συνθετικά με την πάροδο του χρόνου αλλά και την αξιέπαινη...εμμονή του να μην επαναλαμβάνεται. Τα στοιχεία αυτά χαρακτηρίζουν το σύνολο του έργου του και φυσικά και το παιδικό μέρος του. Η συγκεκριμένη σύνθεσή του δεν αποτελεί βέβαια εξαίρεση και για αυτό – δίχως να υποτιμώ στο ελάχιστο το πολύ καλό έργο του Κ. Κριτσωτάκη – προσφέρει πολλά περισσότερα και στους ενήλικους επίσης ακροατές.

 

Τέλος αμφότεροι οι ηθοποιοί ήταν επαρκέστατοι, το Ventus Ensemble απέδωσε εξαίρετα και τα δύο έργα και η διεύθυνση του Μιχάλη Οικονόμου ήταν, όπως πάντα, υποδειγματική.