Το Improv είναι ένας νέος κύκλος συναυλιών της ΣΙΩ που, όπως φαίνεται από τον τίτλο του καθώς improvisation σημαίνει ακριβώς αυτό, βασίζεται στον ελεύθερο μουσικό αυτοσχεδιασμό. Στην πρώτη από αυτές συμμετείχαν δύο συγκροτήματα, οι ημέτεροι RSLG και στην δεύτερη εμφάνιση τους στην ΣΙΩ (προηγήθηκε μια άλλη το ’14) οι Γερμανοί Glue με την σύμπραξη για την περίσταση του «ηχοποιού» Ignaz Schick.

Αμφότερα τα σχήματα εκκινούν (γεγονός σχεδόν αναπόφευκτο για τους απανταχού αυτοσχεδιαστές εδώ και τουλάχιστον μισό αιώνα) από την jazz και, υπό μιαν έννοια, αμφότερα επίσης αποτελούν παραλλαγές του πλέον τυπικού κουαρτέτου του ιδιώματος, δηλαδή πιάνο, κοντραμπάσο, ντραμς συν κάποιο πνευστό.

 

Στην περίπτωση των RSLG στη θέση του κοντραμπάσου υπάρχουν τα ηλεκτρονικά του Στέλιου Γιαννουλάκη που μάλιστα έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτά είναι που όχι μόνον - τις περισσότερες φορές σε συνεχή «διάλογο» με τα ντραμς του Γιάννη Λελούδα - θέτουν το πλαίσιο αλλά και καθορίζουν την δομή της μουσικής τους. Bleeps, αρκετό white noise και ίσως ακόμα πιο πολλά φωνητικά samples, περισσότερο ή λιγότερο διαμορφωμένα διαμέσου μιας ποικιλίας εφέ και τα οποία, ειδικά όταν τα σχήματα των τυμπάνων γίνονται πιο μινιμαλιστικά και επαναληπτικά, κάτι σαν...ζωντανή λούπα δηλαδή, καταλήγουν σε ένα αποτέλεσμα που πολύ ωραία θα μπορούσε να είναι βάση για...hip-hop κομμάτι (ή πιο απλά η, μέχρι μιαν εποχή σχεδόν τόσο διαδεδομένη και δημοφιλής όσο και η φωνητική, instrumental εκδοχή του ιδιώματος).

 

Τα σαξόφωνα (τενόρο, άλτο και σοπράνο) του Παναγιώτη Ράπτη με τις σαφέστατα jazz καταβολές τους άλλοτε επικοινωνούν περισσότερο και άλλοτε λιγότερο με αυτό το ηχητικό επίκεντρο φοβάμαι όμως ότι τις περισσότερες φορές δεν καταφέρνουν να ενταχθούν σε αυτό. Ακόμα περισσότερο ισχύει αυτή η διαπίστωση για το πολύ μελωδικό και όμορφο παίξιμο στο πιάνο του Βασίλη Ρούπα που μάλλον υποχρησιμοποιείται και αφήνεται να λειτουργήσει σε ένα δικό του μουσικό σύμπαν, στην καλύτερη περίπτωση παράλληλο με αυτό των άλλων δύο – συν - ενός μελών του γκρουπ.

 

Εντέλει οι RSLG διαθέτουν και ταλέντο και εκτελεστικές ικανότητες ενώ όμως ξεκινούν και σε αρκετά μεγάλο βαθμό κινούνται εντός της μεγάλης παράδοσης της free jazz στην πορεία δείχνουν να μην μπορούν να αποφασίσουν ποιαν από τις αρκετές κατευθύνσεις που επιθυμούν (και τους προσφέρονται) να ακολουθήσουν και, αντί για αυτό, στέκονται μάλλον αμήχανοι στο σταυροδρόμι παρατηρώντας τις. Όταν θα κάνουν το πρώτο βήμα προς μία ή το πολύ δύο από αυτές η μουσική τους θα γίνει πολύ πιο ουσιώδης και αρκούντως πιο ενδιαφέρουσα.

 

Είναι προφανές – και για ακόμα πιο προφανείς λόγους – ότι η πρωτεύουσα της Γερμανίας, το Βερολίνο, είναι πολύ πιο κατάλληλο περιβάλλον για αυτοσχεδιασμό από εκείνη της Ελλάδας.

 

Οι Glue κατά βάση είναι τρίο που για αυτή την εμφάνιση είχαν μετατραπεί σε κουαρτέτο με τα πικάπ και πολύ λιγότερο τα εφέ του Ignaz Schick να επέχουν την θέση την οποία σε ένα κανονικό jazz κουαρτέτο θα είχε το πιάνο. Εκκινούν και αυτοί από την μεθοδολογία της free jazz αλλά, αντίθετα με τους RSLG, αφενός είναι μόνον η αφετηρία τους και αφετέρου και πολύ σημαντικότερο ξέρουν πολύ καλά που να κατευθυνθούν στη συνέχεια και το κάνουν όχι μόνο με γνώση αλλά και με αυτοπεποίθηση. 

 

Η τρομπέτα του Tom Arthurs αναδεικνύει με καμάρι (!) την jazz φύση της με βαθιές ρίζες στο bebop και μάλιστα στις πιο blue και νυχτερινές αποχρώσεις του. Πολύ σύντομα όμως και δίχως καμία αναστολή εκτοξεύεται προς τις ατονικές περιοχές ή ακόμα και εκείνες του θορύβου. Το κοντραμπάσο του Miles Perkin, απελευθερωμένο εντελώς από την στερεοτυπική σχέση του με τα ντραμς, χαράζει αδρές όσο και λιτές γραμμές σκιαγραφώντας τις δικές του, μικρότερες ηχητικές εικόνες εντός της συνολικής των Glue.

 

Ο εξαίρετος αλλά και ευρηματικότατος ημέτερος Γιώργος Δημητριάδης χρησιμοποιεί πολύ λίγο τα ντραμς του ως κρουστά και πολύ περισσότερο ως ηχοπαραγωγικές πηγές με όλο το σώμα τους και σχεδόν με κάθε δυνατό τρόπο. Σε όλα αυτά ο Ignaz Schick προσθέτει ένα τέταρτο και απολύτως διακριτό μέρος κυρίως με γερές δόσεις στατικού θορύβου και εκείνου της βελόνας του πικάπ στα μη εγγεγραμμένα αυλάκια ενός δίσκου και πολύ λιγότερο με αποσπάσματα ηχογραφημάτων. Το σύνολο (με την πλέον κυριολεκτική έννοια της λέξης!) είναι μια ambient που, αντίθετα με την πλειοψηφία του ιδιώματος, βασίζεται σε ακουστικά ηχοχρώματα με τα ελάχιστα ηλεκτρονικά τέτοια απλά να τα συμπληρώνουν.

 

Πιο απλά οι Glue δημιουργούν μια σειρά γαλήνιων ηχοτοπίων που εναλλάσσονται ομαλότατα με άλλα στα οποία κυριαρχεί μια υπόκωφη ένταση, αμφότερα «χαμηλών τόνων» αλλά πολύ πλούσια σε ουσιαστικό μουσικό περιεχόμενο μα και συναισθήματα.

 

Ενα θαυμάσιο αυτοσχεδιαστικό σχήμα που πολύ ευχαρίστως θα το παρακολουθούσα σε μια τρίτη συναυλία του στη ΣΙΩ!