Ο Θεσσαλονικεύς Μιχάλη Σιγανίδης πριν από όλα είναι ένας βιρτουόζος του κοντραμπάσου με αφετηρία και βασική αναφορά του την jazz. Με αυτή την ιδιότητα έχει συμμετάσχει σε πολλά σχήματα διαφορετικών ιδιωμάτων, οι Χειμερινοί Κολυμβητές και οι Primavera En Salonico που αποτελούν το πλέον μόνιμο συνοδευτικό σχήμα της Σαβίνας Γιαννάτου είναι τα γνωστότερα από αυτά.

 

Ταυτόχρονα όμως ακολουθεί και μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπική, όχι απλά συνθετική αλλά αληθινά δημιουργική, διαδρομή, δισκογραφική μα και συναυλιακή. Σε αυτήν εκκινεί από την αυτοσχεδιαστική διάσταση της jazz για να ανοιχθεί στην πλέον πειραματική σύγχρονη μουσική ή ακόμα και την avant garde με όχημα μία όλως ιδιάζουσα «τραγουδοποιία» με ερμηνευτή τον ίδιο αλλά και άλλους/ες. Η τραγουδοποιία αυτή βασίζεται στη συνύπαρξη και την όσμωση της μουσικής με τον ποιητικό λόγο του Μίλτου Σαχτούρη – τον οποίο έχει μελετήσει σε βάθος όσο ελάχιστοι στην χώρα μας – και δικά του, αναλόγου ύφους και σουρεαλιστικής έμπνευσης κείμενα.

 

Ως συνέχεια λοιπόν ήρθε το «Who [s] is Who [on]» που παρουσιάστηκε για τρεις ημέρες στην Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Με αυτό τον δυσνόητο σε πρώτη ανάγνωση τίτλο μεταφέρθηκε στην αγγλική γλώσσα η Βιβλική έκφραση «χους εις χουν». Τον αγγλικό τίτλο εξηγεί το γεγονός του ότι αυτή τη φορά το κειμενικό επίκεντρο, εκτός φυσικά από το σταθερό της ποίησης του Σαχτούρη, ήταν ένα «κολάζ» αποσπασμάτων θεατρικών έργων του Σάμιουελ Μπέκετ που επιμελήθηκαν ο Μ. Σιγανίδης και ο Γαβριήλ Ν. Πεντζίκης προσθέτοντας βέβαια και αρκετά δικά τους.

 

Ηταν μια ξεκάθαρα μουσικοθεατρική παράσταση με υποκριτικούς, ερμηνευτικούς ή και μεικτούς «ρόλους» τους οποίους ερμήνευσαν ο προσκεκλημένος κορυφαίος Βρετανός free jazz σαξοφωνίστας Evan Parker, οι δύο συγγραφείς της, ο Δημήτρης Αποστολάκης και οι Σαβίνα Γιαννάτου, Μάρθα Μαυροειδή και Ναταλία Μαντά και επιμελήθηκε σκηνοθετικά ο Γιώργος Βουδικλάρης. Το μέγεθος και κυρίως η φύση της ήταν πιθανότατα η αιτία για το ότι δεν πραγματοποιήθηκε σε μιαν από τις δύο σκηνές αλλά στον υπόγειο εκθεσιακό χώρο της ΣΙΩ.

 

Το θεατρικό σκέλος της παράστασηςήταν τόσο πολύ ισχυρό ώστε κάποιες στιγμές σχεδόν εξαφάνιζε το μουσικό, όσο παράδοξο και αν φαίνεται αυτό. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Καταρχήν τέσσερις γυάλινες προθήκες – ή μήπως...κλουβιά; - μέσα στις οποίες βρίσκονταν οι ισάριθμοι βασικοί, πλην του ίδιου του Μ. Σιγανίδη, «ερμηνευτές». Η μία μάλιστα από αυτές τις προθήκες, της Σαβίνας Γιαννάτου, ήταν διαμορφωμένη σαν...μπουντουάρ των αρχών του εικοστού αιώνα. Στη συνέχεια προβάλλονταν σε βίντεο σύντομα χιουμοριστικά σκετς ενώ κάποιες  ηθοποιοί, απαρατήρητες στο ξεκίνημα, βρίσκονταν μεταξύ του κοινού ως περίπου...ανιματέρ. Επίσης ο «Χαϊνης» Δημήτρης Αποσταλάκης, εκτός από το να συμμετέχει φωνητικά και με την λύρα του από την προθήκη του, σε μερικά σημεία πήγαινε στο κέντρο του ημικυκλίου που σχημάτιζαν οι μουσικοί και επιδιδόταν σε κινήσεις που παρέπεμπαν μάλλον σε επίδειξη...πολεμικών τεχνών!

 

Αν όλα αυτά δεν ήταν αρκετά για να διακόπτουν ή για να αποσπούν σχεδόν εντελώς την προσοχή από το αμιγώς μουσικό σκέλος της παράστασης που φυσικά ήταν νέο σε αυτό παρεμβάλλονταν παραδοσιακά τραγούδια (ερμηνευμένα από την άριστη εκτελέστρια των, επίσης παραδοσιακών, κρουστών Ζωή Πατίνη Κεσελοπούλου), αλλά και ανάλογα φωνητικά σόλο της Μάρθας Μαυροειδή με την συνοδεία της λάφτας της, μα και εκτενή αποσπάσματα από τους δίσκους του Μ. Σιγανίδη, παιγμένα ζωντανά αλλά ενίοτε και ηχογραφημένα.

 

Αν η ερώτηση είναι αν καταλαβαίνω αυτό το τουλάχιστον ετερόκλιτο οπτικοακουστικό συνονθύλευμα η απάντηση είναι ναι γιατί έχω μελετήσει την διαδρομή του Σιγανίδη. Αν όμως είναι αν ταυτίστηκα έστω και μια στιγμή μαζί του είναι όχι γιατί πολύ απλά, περισσότερο από οποιαδήποτε προηγούμενη φορά, απουσίαζε οποιοδήποτε θεματικό ή και νοηματικό ακόμα επίκεντρο το οποίο είναι απαραίτητο και στις ακρότατες εκφράσεις του σουρεαλισμού.

 

Δύο ήταν τα στοιχεία που με έκαναν όχι μόνο να μην βρω την διάρκειας σχεδόν δυόμισυ ωρών παράσταση αδιάφορη αλλά ούτε καν να πλήξω. Το πρώτο φυσικά είναι το αυθεντικά σουρεαλιστικό, κάποιες στιγμές και κυριολεκτικά σαρωτικό, χιούμορ που διακρίνει ανέκαθεν τον Σιγανίδη στα προσωπικά projects του. Το δεύτερο και πολύ σημαντικότερο ήταν φυσικά η μουσική, όσο βέβαια την άφηναν όχι απλά να φανεί αλλά ακόμα και να «αναπνεύσει» τα υπόλοιπα.

 

Το προσωπικότατο και άκρως ιδιοσυγκρασιακό ύφος του δημιουργού έχει ως αφετηρία την free jazz, βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην ανατρεπτική, αν όχι αναρχική, προσέγγιση της μεγαλοφυίας που λεγόταν Frank Zappa, διαμέσου αυτής περνάει από ό,τι έκανε ο Δημήτρης Πουλικάκος από τους Εξαδάκτυλος μέχρι και το εμβληματικό για το ελληνικό rock «Μεταφοραί Εκδρομαί Ο Μητσος», περιλαμβάνει βέβαια μιαν ικανή  δόση της ευρύτερης βαλκανικής παράδοσης και έχει ως κύριο άξονα τον αυτοσχεδιασμό με τον ίδιο να μην ερμηνεύει και ούτε καν να αποδίδει θεατρικά αλλά να απαγγέλλει τα κείμενα περισσότερο παρά στίχους.

 

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το ήδη σχεδόν εκρηκτικό αυτό κολάζ εκτελέσθηκε καλύτερα ίσως από ποτέ άλλοτε χάρη σε ένα αληθινά εκπληκτικό οκταμελές σύνολο με τον Μιχάλη Σιγανίδη να παίζει ηλεκτρική κιθάρα πολύ περισσότερο από το όρθιο ηλεκτρικό μπάσο (και όχι κοντραμπάσο, όπως λανθασμένα αναφερόταν στο πρόγραμμα) που συνηθίζει στις περισσότερες ζωντανές εμφανίσεις του και εκλεκτούς σολίστ να τον συμπληρώνουν στα πιάνο/keyboards μα και νέι, άλτο σαξόφωνο, κιθάρα, μπάσο, δύο σετ ντραμς (που μαζί με τα δύο επίσης μπάσα θα μπορούσε να εκληφθεί και ως αναφορά στο περιβόητο «διπλό κουαρτέτο» του μέγιστου της free jazz Ornette Coleman) και κρουστά.

 

Αυτό συνέβη ακόμα περισσότερο προς το φινάλε όταν επιτέλους δόθηκε η δυνατότητα σε δύο σημαντικότατες φυσιογνωμίες του διεθνούς αυτοσχεδιασμού, τον Evan Parker και την Σαβίνα Γιαννάτου (το είχαν αποδείξει με τις εμφανίσεις τους ως δίδυμο στο «Μικρό Μουσικό Θέατρο», για όσους τις είχαν παρακολουθήσει) να δείξουν τις τεράστιες δυνατότητες τους, έστω και για πολύ περιορισμένο χρόνο. 

 

Σε εκείνο το σημείο πλέον ακόμα και κάποιες εντελώς απρόβλεπτες και από το πουθενά διασκευές, όπως του «Last Night A DJ Saved My Life» των Indeep αλλά και του «Ο Τρόπος» των Olympians (!) όχι απλά «έδεναν» αλλά και λειτουργούσαν απόλυτα μέσα σε αυτό το καυτό και παλλόμενο ηχομουσικό πλαίσιο. Και ακριβώς αυτό δεν μπορούσε παρά να σε κάνει να σκεφτείς το που θα έφτανε το τόσο άξιολογο Ζωή Πατίνη Κεσελοπούλου ακρόαμα αν υπήρχε έστω και μια υποψία ενός στοιχειώδους concept – συνδετικού κρίκου όλων των επιμέρους στοιχείων....