Υπάρχουν δυο κατηγορίες συγγραφέων, αυτοί που είναι η εποχή τους και την αναδημιουργούν και αυτοί που φτιάχνουν την εποχή τους και με το έργο τους αρχίζουν μια σχολή. Ο Μανώλης Ρασούλης κατάφερε να είναι και τα δύο ειδικά μέσα από το στιχουργικό του έργο με το οποίο πέτυχε να αποθαρρύνει κάθε απόπειρα μιμήσεώς του. Το βιβλίο «Mεγάλος ήρωας σε μικρή χαρτοσακούλα» θα ήταν ασφαλώς λάθος να το αξιολογήσουμε με τη γνώση της ιστορίας του, όπως αυτή εξελίχτηκε, γιατί μια τέτοια προσέγγιση αλλοιώνει τη φύση της ανάγνωσής του. Μπορούμε να εντοπίσουμε συσχετισμούς ή ψήγματα του έργου που ακολούθησε, αλλά με μια εκ των υστέρων συλλογιστική και όχι a priori.

 
Πρόκειται, λοιπόν,  για  μια συλλογή διηγημάτων που ο Ρασούλης εξέδωσε όταν ήταν εικοσιεπτά χρόνων. Συνεπώς η ιστορία σταματά στις αρχές του 1970, όταν και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις 70-Πλανήτης, σε 94 σελίδες με εξώφυλλο την απεικόνιση μιας σκιάς ανθρώπου με ασύνδετα μέλη έχοντας τεντωμένο το ένα του χέρι. Ο ίδιος ο Ρασούλης έχει γράψει για το βιβλίο: «Περιέχει διηγήματα. Η έκρηξη των συναισθημάτων και των λέξεων ελαττούται και η παραφορά υποτάσσεται σε κανόνες γραφής και συμπερασμάτων. Μεγάλα όνειρα, όμως στενό το πλαίσιο της πραγματικότητας. Ανησυχία, ερευνητικότης, αφέλεια, αυθορμητισμός, ένδεια γραφής, βόλτες στο Φίνσμπουρυ Παρκ, fish and chips, μαθήματα πολιτικής οικονομίας, έκρηξη του Μάη του 68 στο Παρίσι, άρχισε να αποδίδει καρπούς αν όχι τουλάχιστον φυλλαράκια πράσινα της ελπίδας ματόκλαδα».
 
Είναι το δεύτερο στην ουσία δημιούργημά του, αφού προϋπήρξε το ίδιο χρονικό διάστημα, 1972, η ποιητική του συλλογή «Η μπαλάντα του Ισαάκ» την οποία όπως λέει επίσης ο ίδιος έγραψα «βαθιά επηρεασμένοςαπό τον αγώνα της νεολαίας του οποίου και εγώ ήμουν κύτταρο (1-1-4, Μάης του 68 στο Παρίσι, χιπ ροκ κίνημα-χάσμα και σύγκρουση γενεών)» και έπειτα ακολούθησε το 1976 το «κβο βάντις στάτους κβο» για το οποίο σημειώνει: «Χρωματισμένα τα πάντα από την πολιτική μου πρεμούρα, είπα πολλές φορές αληθινά πράγματα γιατί ήμουν μικρός και τρελός. Μακάρι να μπορούσα να ξανατυπώσω αυτά τα τρία αγαπημένα μου πονήματα για να δει κανείς έναν μικρό χάρτη μιας πορείας από τα κατσάβραχα στο τέλειο κράσπεδο της Νιρβάνας».
 
Τα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο είναι επτά, διαφορετικής μεν θεματολογίας και υφολογίας όμως με έναν κοινό ιστό. Την ιλαροτραγικότητα των ηρώων του είτε αυτοί είναι μικρά πιόνια της ιστορίας όπως οι ο επίδοξος βομβιστής, οι δυο αμερικανοί πεζοναύτες ο γέρο Μίχος ή σπουδαίοι ηγήτορες όπως όλοι αυτοί οι Έλληνες της αρχαίας, βυζαντινής και νεότερης εποχής που αναφέρονται ως πρωταγωνιστές των ιστοριών του. Είναι αυτό το φως που ρίχνει πάνω στη ψυχογραφία των προσώπων ο Ρασούλης όπου πίσω από τα σπουδαία και μεγάλα γεγονότα φανερώνει τον άνθρωπο με μικρό άλφα, και τη μεγάλη του αναμέτρηση με τα οράματα και τις διαψεύσεις του. Υπηρετεί τις ανάγκες της διηγηματογραφίας, στήνει τον τόπο και τον χρόνο, αποκαλύπτει τη φύση των κεντρικών χαρακτήρων του μέσα από τα περιστατικά που εκτυλίσσονται και όχι μέσα από αναλυτικούς μονολόγους, διαμορφώνει την πλοκή μέσα από την αλληλουχία των γεγονότων και ακολουθεί την τεχνική της αισθητής κλιμάκωσης προς την κορύφωση. 
 
Έτσι, στο ομότιτλο του βιβλίου πρώτο διήγημα ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ένας φοιτητής ο οποίος προσπαθεί εναγωνίως να ανατινάξει μια διαφήμιση της κόκα κόλα, μια βόμβα δηλαδή στα θεμέλια του αμερικανισμού. Η θλιβερή επίγνωση της μοναχικότητας της πράξης του γιγαντώνεται όταν συναντά ανθρώπους στο παρακείμενο μπαρ: «Τόση ξενοιασιά, Θεέ μου! Τίποτα δεν τους έσκιαζε αυτούς εδώ όλους έξω απ’ το στομάχι τους. Δεν πρόκειται να ξυπνήσουν ποτέ». Η πολυπόθητη έκρηξη δεν έρχεται ποτέ και ο ήρωας δεν μπορεί να χωνέψει την ήττα του και εξαφανίζεται «στο στομάχι του πλήθους». Η επιλογή του Ρασούλη να χρησιμοποιήσει ως τρόπο αντίστασης έναν επίδοξο βομβιστή ενός αντικειμένου ως σημαίνον και σημαινόμενο χωρίς όμως ανθρώπινα θύματα εικάζω ότι συνδυάζεται με την περιρρέουσα κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα εκείνης της εποχής. Θυμίζω πως από το 1968 η Ιταλία ζει στη σκιά των «Μολυβένιων χρόνων» δηλαδή οι τρομοκρατικές βομβιστικές επιθέσεις της άκρας αριστεράς με τα αντίποινα των εθνικιστών  οι οποίες συνεχίστηκαν τη δεκαετία του ’80. Από το μπλογκ Δισκορυχείον του Φώντα Τρούσα αλίευσα ένα πολύ ενδιαφέρον σχόλιο. Γράφει κάποιος σχολιαστής ότι ο Ιταλός Fabrizio de Andrè, το 1973, ένα χρόνο δηλαδή μετά τα διηγήματα του Ρασούλη, βγάζει το LP "Storia di un impiegato" (Ιστορία ενός υπαλλήλου) στο οποίο εμπεριέχεται το τραγούδι «Ο βομβιστής» όπου περιγράφεται η ιστορία ενός μοναχικού υπαλλήλου βομβιστή ο οποίος παρασκευάζει ερασιτεχνικά μια βόμβα σε αντιδιαστολή προς τις κανονικές βόμβες που κατασκευάζει η βιομηχανία για την εξυπηρέτηση των σκοπών της εξουσίας. Λέει λοιπόν το τραγούδι σε ένα σημείο: Εξουσία, εσύ που πολλές φορές/ πέρασες σε άλλα χέρια/ γύρισες σ’ εμάς όπως οι βόμβες/ πέφτουν από το αεροπλάνο,/ εγώ όμως τώρα έρχομαι με τη σειρά μου να σου επιστρέψω /λίγο από τον τρόμο που σκορπάς/ από την αταξία σου/ από τον θόρυβό σου/ Αυτές τις σοβαρές σκέψεις έκανε / ένας απελπισμένος τριαντάρης/ που και αν δεν είχε απόλυτο δίκιο / δεν έκανε ωστόσο και λάθος,/ την ώρα που έψαχνε το κατάλληλο μέρος,/ το πιο πρόσφορο για τα εκρηκτικά του,/ το μέρος τέλος πάντων που είναι αντάξιο/ ενός βομβιστή. Η κοινή έκφραση των δυο δημιουργών είναι εντυπωσιακή, δείγμα εκείνης της υπόγειας αίσθησης που δένει τους ανθρώπους η οποία δεν γνωρίζει χρόνο και σύνορα όταν ο εχθρός είναι κοινός όποια γλώσσα κι αν μιλά. 
 
Απόδειξη ο ήρωας και του δεύτερου διηγήματος με τον τίτλο «Κάτασπρο καράβι-κατακόκκινη θάλασσα». Ένας Τούρκος κομμουνιστής ο οποίος πασχίζει να ανέβει πάνω σε ένα καράβι και να δραπετεύσει από το καθεστώς. Μάταιη η προσπάθειά του, η ύστατη διάψευση των ελπίδων του. Αυτή η τόσο πρόωρη για τον Ρασούλη επίγνωση της εγκατάλειψης, η γεύση της πίκρας για «Το κάτασπρο ωραίο βαπόρι με την κόκκινη σημαία και το σφυροδρέπανο»  που έφευγε χωρίς τον ανώνυμο Τούρκο που βασανίστηκε σκληρά για τις ιδέες του, αλλά και η γεύση της πίκρας για τον κόσμο «που μαζεμένος απ’ το ένα μέρος του καταστρώματος έπαιρνε τις τελευταίες φωτογραφίες».  Η ηρωική έστω και ανεπιτυχής όμως προσπάθεια ενός απλού Ρώσου ναύτη να τον βοηθήσει αψηφώντας  τις απειλές των ανωτέρων του, αποτελεί μια ακόμα ψηφίδα σε αυτό το μωσαικό σκιαγράφησης των ανθρώπων που στήνει ο Ρασούλης στο βιβλίο ως αντανάκλαση της πραγματικής πραγματικότητας και όχι των ιστορικών απεικονίσεών της. 
 
Ο αλληγορικός τρόπος γραφής του εμφανίζεται για πρώτη φορά στο τρίτο κατά σειρά διήγημά του με τον τίτλο «Ο τρίτος» όπου περιγράφοντας την επική μάχη μεταξύ μερμηγκιών και αραχνών για μια νεκρή ανάσκελη μύγα θυμίζει την περίφημη «Βατραχομυομαχία» κατά την επικρατέστερη εκδοχή του Ομήρου, αυτό το εύθυμο επύλλιο  παρωδία της Ιλιάδας του 5ου αιώνα π.Χ. όπου περιγράφεται  ο ανελέητος αγώνας μεταξύ των βατράχων ενός έλους και των γύρω ποντικιών.  Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν ο Ρασούλης είχε διαβάσει αυτό το κωμικό έργο όμως παρουσιάζει πολλές συγγένειες στο συμβολιστικό του χαρακτήρα –για τη ψυχοσύνθεση των ανθρώπων- και στο μεσολαβητικό ρόλο του ως άλλος Δίας. Παράλληλα στήνει ένα μικρό ανατρεπτικό δοκίμιο για την αγάπη στο πλαίσιο της άλλης όψης των πραγμάτων που φαίνεται πως από πολύ νωρίς τον ενδιέφερε. Όχι ως προβοκάτορας και ανατροπέας των δεδομένων εν είδει εντυπωσιασμού, αλλά ο διεκδικητής της πολλαπλότητας της αλήθειας. 
 
«Οι καουμπόιδες καλπάζουν πάνω σε ταριχευμένες αγελάδες», το τέταρτο διήγημα της συλλογής,  είναι ένα έξοχο αντιπολεμικό κείμενο που συνδυάζει επίσης το κωμικό με το τραγικό ακολουθώντας τις φόρμες της διηγηματικής γραφής όπου μια σειρά από εξωτερικά γεγονότα σε μια κινηματογραφική θα έλεγα τροχιά στην ουσία ξετυλίγουν την τραγικότητα των ηρώων. Γιατί όταν ο εθνικόφρων αστυνόμος με το «αίσθημα ευθύνης για κάποιες αρχές που πίστεψε βαθιά» και με την κατασκευασμένη φιλοαμερικανική συνείδηση εν μέσω της χούντας, βρεθεί ενώπιον του διλήμματος στο τι να κάνει με τους μεθυσμένους αμερικανούς πεζοναύτες που παραστρατούν τότε αποκαλύπτεται πως δεν είναι ένας θύτης της ιστορίας, αλλά ένα θύμα. Το ίδιο  και οι αμερικανοί πεζοναύτες, φαινομενικά νικητές, αλλά στο βάθος ηττημένοι. Ο Ρασούλης εδώ καταθέτει έναν ύμνο στην ειρήνη, μέσα από τα παραληρηματικά πλην πικρά λόγια του πεζοναύτη: «Έλα στον αμερικάνικο στρατό να ’χω έναν φίλο όταν θα με ξαναστείλουνε στο Βιετνάμ, γιατί όσους είχα μου τους φάγανε οι γύπες και τα κοράκια. Γι’ αυτό με βλέπεις και μισώ τα πουλιά με τα μακριά ράμφη. Εσύ όμως δεν έχεις ράμφος κ’ είσαι φίλος μου». Ο Ρασούλης κραυγάζει και το θέμα του ρατσισμού: «αθεόφοβε, πώς μπορεί να τραβάει ένας μαύρος άντρας ένα περίστροφο όταν μέσα στην τσέπη του έχει μόνο μια συριγγούλα;» βάζει τον λευκό πεζοναύτη να οδύρεται για τον δολοφονημένο φίλο του πεζοναύτη μην μπορώντας να πιστεύσει τις δικαιολογίες –σήμερα τις βλέπουμε καθημερινά στις ειδήσεις- ότι οι αστυνομικοί που τον σκότωσαν βρισκόταν σε άμυνα. 
 
 
Οι ασήμαντοι άνθρωποι, στο «Φερανάιτ 1965» ξανά στο επίκεντρο της σκέψης του και μάλιστα πιο ξεκάθαρα από όλα τα διηγήματα. Γράφει στο πέμπτο αυτό διηγήμα: «Δυο χρόνια στους Λαμπράκηδες δεν ένιωσα να οδοιπορώ προς τη βαθύτερη σημασία του μαρξισμού μ’ όλες τις κορυφές σκέψης της Αριστεράς που γνώριζα όσο με την επαφή τούτη, με τους απλοϊκούς τούτους, τους ασήμαντους ανθρώπους, τους άγνωστους ήρωες κι αγωνιστές που ο ένας ήταν τσαγκάρης, ο άλλος ράφτης, άλλος δάσκαλος, άλλος μηχανικός στα πλοία Μ’ ανατριχίλα τούς σκέφτομαι κάπου έρημους, πεινασμένους, ταπεινωμένους, με το ένα πόδι της ελπίδας τους και της ζωής τους στον τάφο, και σκίζεται η καρδιά μου καθώς κ’ η μνήμη μου».  Μέσα από την ιστορία του γέρο- Μίχου παλαιού αγωνιστή, ο Ρασούλης ασκεί κριτική όπως και αρκετοί άλλοι σύγχρονοί του αριστεροί δημιουργοί (ο Χάκκας, ο Τσίρκας, ο Αναγνωστάκης, ο Αλεξάνδρου), όχι των ιδεών της μαρξιστικής θεωρίας, αλλά των κομματικών στελεχών και των δογματισμών του κόμματος. Κατεδαφίζει το ανθρώπινο οικοδόμημα της ιδεολογίας και στη θέση του στήνει το μνημείο της αληθινής ιστορίας με αυτήν την «ανάξια πληρωμή» της όπως θα γράψει χρόνια μετά στο κοσμοτραγουδισμένο «Τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη μας ζωή». Δεν αψηφά όμως αυτό που λέει γέρο Μίχος σε ένα σημείο: «Μου χάιδεψε θυμάμαι το κεφάλι μ’ άπειρη στοργή. «Αυτά έχει η ζωή, μικρό μου. Να μη στενοχωριέσαι. Όλα περνούν, φσσσστ! Όλα περνούν. Μ’ αυτό που δεν ξεφτίζει ποτές είναι το δίκιο. Έχεις το δίκιο μες στο κεφαλάκι σου; Αυτό είναι. Τ’ άλλα όλα ας πάνε στο χώμα». 
 
 
Στο έκτο διήγημα του βιβλίου ο Ρασούλης στήνει ένα ευθυμογράφημα ανατρέποντας τον Άντον Τσέχωφ, και το Η κυρία με το σκυλάκι ονομάζοντάς το «Το σκυλάκι με την κυρία». Ονοματίζει δε αυτό το σκυλάκι «Μπαλζακ» καθόλου τυχαία καθώς ο γάλλος συγγραφέας ως ένας από τους ιδρυτές του ρεαλισμού στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία έγινε γνωστός για τους πολύπλευρους χαρακτήρες του που είναι περίπλοκοι, ηθικά διφορούμενοι και πλήρως ανθρώπινοι. Όπως και οι χαρακτήρες του διηγήματος τόσο η τραγική πλούσια ζωντοχήρα με την υπερευαισθησία στο σκυλάκι της έπειτα από το φευγιό του άντρα της με μιαν νεαρά, όσο και οι αυλοκόλακές της, υπηρέτριες, δικηγόρος, συμβολαιογράφος όπου ορέγονται την περιουσία της λόγω του ετοιμοθανάτού της. Γράφει ο Ρασούλης αποτυπώνοντας επακριβώς αυτή την ανθρώπινη διάσταση της ανηθικότητας: «Στο βάθος των ματιών διάβαζες καθαρά την ανία που νιώθανε όλοι μέσα σ’ εκείνο το υπερπολυτελείας δωμάτιο, με κείνον τον όγκο του ανθρώπινου ελαστικού που κινιόταν σε κάθε αναπνοή σαν μικρή φουρτούνα. Όμως δεν μπορούσαν μαθαίνοντας τα νέα παρά να τρέξουν. Με λίγη ανία θα κέρδιζαν κάμποσα λεφτά». Το τέλος της ιστορίας, ανατρεπτικό, αλλά πάντα πικρό μέσα στην κωμικότητά του. 
 
 Στο τελευταίο σουρεαλιστικό διήγημα «Έλληνες, γρηγορείτε» μέσω της αριστοφανικής σε πολλά σημεία σπιρτάδας στη γλώσσα αναδύεται εκτός των άλλων και η αγάπη του για την αρχαία Ελλάδα. Γράφει: «Σωκράτη, φώναξε με δέος. Εγώ είμαι, ο Μιχάλης ο Αρχαίος. Έτσι με φωνάζουνε στην Αθήνα. Νομίζουν πως είμαι παλαβός, μα ποιος απ’ όλους είναι παλαβός, αυτός που ζει μες στις σύγχρονες βρομιές ή αυτός που ζει στην αιωνιότητα της αρχαίας Ελλάδας; Η αρχαία Ελλάδα θα ζει αιώνια, έτσι κι εγώ θα ζω πάντα στην αρχαία Ελλάδα». Γίνεται Καβαφικός ως προς τη συλλογιστική του:  «Οι Πέρσες, λοιπόν, ήταν το κλειδί. Αυτοί οι βάρβαροι που τώρα ήρθαν και απαιτούσαν». Είναι διφορούμενα ειρωνικός, όταν βάζει τους τριάντα τυράννους να λένε: «Οι σκλάβοι που θα ψηφίζατε είναι χίλιες φορές πιο αιμοβόροι κι απ’ τους Πέρσες κι από μας τους ίδιους. Με τη Δημοκρατία σας θα καταστρέφατε ό,τι πιο ωραίο έχει δημιουργήσει η φύση: την ελληνική φυλή. Και την πολεμική αρετή της». Αναδεικνύεται για ακόμα μια φορά, αν και σε πρώιμη ηλικία, φιλόσοφος της απτής εμπειρίας. 
 
Ο Μανώλης Ρασούλης ήταν ένας μεγάλος ήρωας σε μικρή χαρτοσακούλα που  είναι η ζωή, πληρώνοντας τα περιβαλλοντικά της τέλη χρόνια πριν αυτά θεσμοθετηθούν.