Αν ο Γιώργος Καρανικόλας ήταν ο πρώτος από το ηγετικό δίδυμο των Last Drive που έκανε μια προσωπική κίνηση εκτός του γκρουπ με τους Blackmail (ή BLML, όπως το προτιμά πια) ο Αλέξης Καλοφωλιάς με τους Earthbound έδειξε εξαρχής ότι επενδύει πολύ περισσότερο στην δική του ανάλογη κίνηση, τόσο με την συχνότητα της παρουσίας τους και την ποσότητα του υλικού τους όσο και με την όχι δραστική μεν αλλά ορατή εξέλιξη τους. Γιατί, χωρίς να υποστηρίζω φυσικά ότι οι Blackmail είναι απλά μια άλλη εκδοχή των Last Drive. οι Earthbound, αν και εκκινούσαν πάνω – κάτω από τις ίδιες αφετηρίες, δεν θα μπορούσαν να είναι  περισσότερο διαφορετικοί από το «μητρικό» γκρουπ.

 

Αν όμως αυτό ίσχυε μια φορά για εκείνους ισχύει πολλές περισσότερες για τη νέα μπάντα του Α. Καλοφωλιά, τους Thee Holy Strangers. Μαζί με κάτι πολύ σημαντικότερο όμως, ότι όσα έχουν καταθέσει μέχρι στιγμής υπερβαίνουν κατά πολύ οτιδήποτε έχουν κάνει οι Last Drive στην δεύτερη περίοδο της ύπαρξης τους (για να μην πω και σε όλη την διαδρομή τους και σοκάρω ορισμένους για την «ιεροσυλία» μου απέναντι σε ένα από τα όντως εμβληματικά συγκροτήματα του ελληνικού rock).

 

Από το ’12 που σχηματίστηκαν μέχρι σήμερα, με ένα μόνον επτάιντσο single (που δόθηκε δωρεάν με το fanzine Fractal Press) και κυρίως με μια σειρά όχι πολλών αλλά ξεχωριστών ζωντανών εμφανίσεων, οι THL όχι μόνο κέρδισαν τις εντυπώσεις αλλά και απέδειξαν περίτρανα ότι όχι απλά δεν είναι το μουσικό «χόμπι» του Alex K. αλλά αντίθετα αποτελούν μια από τις πλέον αξιοσημείωτες προσθήκες στο πανόραμα της εγχώριας rock σκηνής. Το ντεμπούτο ομότιτλο album τους με κάνει να πω ανεπιφύλακτα ότι η προσθήκη αυτή είναι μια από τις πιο αξιόλογες και ενδιαφέρουσες των τελευταίων αρκετών ετών!

 

Ηχογραφημένο στο στούντιο του Simon Bloom με ηχολήπτη τον ίδιο και παραγωγό τον έμπειρο – έχει συνεργαστεί με τους Last Drive και αρκετά ακόμα ονόματα του χώρου – Jim Spliff το Thee Holy Strangers (συμπαραγωγή της εταιρείας του γκρουπ με δύο άλλες μικρές «ηρωικές» ανεξάρτητες, τις Labyrinth Of Thoughts και Lab με το fanzine Merlin’s Music Box) επιτυγχάνει σε αυτό ακριβώς που έπρεπε να κάνει, να αναδείξει τις αρετές της μπάντας εκεί που ολοφάνερα είναι ο φυσικός της χώρος, δηλαδή πάνω στη σκηνή. Θα πω εξαρχής την μία και μοναδική μου ένσταση για το κατά τα άλλα άψογο τελικό αποτέλεσμα, ότι είναι ίσως μια ιδέα πιο «ψυχρό», μάλλον πιο «κλινικό» από όσο θα ήθελα. Αναγνωρίζω όμως ότι αυτό είναι καθαρά υποκειμενικό θέμα, του προσωπικού μου δηλαδή γούστου και αισθητηρίου και ουδόλως μειώνει έναν θαυμάσιο δίσκο.

 

Έχουμε λοιπόν την ευκαιρία εδώ να απολαύσουμε αλλά και νααποτιμήσουμε πιο νηφάλια το πως ο Alex K. με τα απλούστερα των μέσων κατόρθωσε μέσα σε τρία χρόνια να κάνει ένα μικρό μουσικό θαύμα. Ποια είναι αυτά τα μέσα; Τα βασικά όργανα μιας rock μπάντας, δύο κιθάρες, μπάσο και ντραμς – συν ένα...«μυστικό όπλο», στο οποίο θα αναφερθώ στη συνέχεια – και τρεις φωνές και βέβαια τους ανθρώπους πίσω από αυτά, όλοι τους όχι μόνον άριστοι μουσικοί ή ερμηνευτές αλλά και με αξιοζήλευτη πείρα σε περισσότερα από ένα συγκροτήματα καθένας τους.

 

Οπως στους LD και στους Earhtbound ο Alex K δουλεύει για άλλη μια φορά με δομικά υλικά του παρελθόντος, στην περίπτωση αυτή blues, country και εκείνη την ιδιότυπη πλευρά της μαύρης μουσικής που αποκαλείται country soul. Σημασία έχει όμως η μεθοδολογία με την οποία χειρίζεται αυτά τα υλικά η οποία, προς το παρόν τουλάχιστον, είναι μία και μοναδική και ίδια σε όλα τα τραγούδια των THS αλλά επίσης αλάνθαστη. 

 

Οι δύο κιθάρες (η μια του ίδιου του Alex K.) με την υποστήριξη της συμπαγέστατης αλλά και ευέλικτης rhythm section στήνουν ένα αδιάκοπο groove παρά ένα τυπικό οργανικό πλαίσιο, mid tempo κατά βάση που επιταχύνεται ή σπανιότερα επιβραδύνεται σε λίγες και αληθινά καίριες στιγμές. Οσο αποτελεσματικό για να θέτει το σώμα σε κίνηση και αν είναι αυτό το groove όμως θα γινόταν μονότονο αν δεν υπήρχε το «μυστικό όπλο» που μίλησα παραπάνω, οι ενορχηστρωτικές πινελιές δηλαδή που προσθέτει το μυστηριακό και σαγηνευτικό ηχόχρωμα της pedal steel κιθάρας.

 

Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο ο Alex K., όπως ήταν αναμενόμενο άλλωστε, τραγουδά πιο ώριμα και με περισσότερη αυτοπεποίθηση από ποτέ (και εδώ πρέπει να σημειώσω την πολύ καλή δουλειά που έχει γίνει στην ηχογράφηση για να καλυφθούν οι όποιες ελλείψεις και περιορισμοί της φωνής του φαίνονται στα live). Αντίθετα όμως με το παρελθόν το βάρος της ερμηνείας δεν εναποτίθεται μόνο στους ώμους του. Το μοιράζεται με την πρώην τραγουδίστρια των Make Believe και νυν των Ludmila Φλώρα Ιωαννίδη και την Τζένη Καπάδαη η οποία επίσης έχει την δική της διαδρομή όχι μόνο στο rock αλλά και σε άλλα ιδιώματα, αμφότερες εξαιρετικές φωνές – ομολογώ όμως ότι προσωπική μου προτίμηση είναι η δεύτερη – και προφανώς με ικανή πείρα που τους επιτρέπει να τις αξιοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο. Από κοινού συναποτελούν κυριολεκτικά μια φωνητική δύναμη που συμπληρώνει ιδανικά τον Alex K. αλλά και τον κοντράρει όταν πρέπει, αναλαμβάνοντας επί της ουσίας ελάχιστα λιγότερο από το μισό του ερμηνευτικού οικοδομήματος των THS και όντας αναμφίβολα το μεγαλύτερο ατού της μπάντας.

 

Οι ίδιοι αποκαλούν αυτό το ηλεκτρισμένο αμάλγαμα εσώτερων, σχεδόν υποσυνείδητων ακουστικών βιωμάτων, ήχων και φωνών kozmic swamp music. Οχι, ο Αλέξης δεν πρωτοτυπεί με αυτό, όπως άλλωστε δεν έκανε ποτέ και ούτε στιγμή προσπαθεί να μας πείσει για το αντίθετο. Αυτή τη φορά όμως τα συστατικά του μείγματος και η αναλογία τους είναι τόσο σωστά ώστε το αποτέλεσμα να είναι πιο άμεσο αλλά και περισσότερο σύγχρονο από κάθε προηγούμενη. Και στις καλύτερες στιγμές του όπως στο κορυφαίο κατά τη γνώμη μου τραγούδι των THS, το «Trouble On Trouble» (δικαίως ήταν ένα από τα δύο του single με το οποίο μας συστήθηκαν και μάλιστα στην ίδια εκτέλεση με του album ενώ αντίθετα το «Fiery Road» είναι σε ελαφρά διαφορετική) ακόμα και συναρπαστικό...

 

Συνοψίζοντας λοιπόν έχουμε να κάνουμε με τον καλύτερο ελληνικό αμιγέστατα rock – και μάλιστα με αγγλικό στίχο – δίσκο της χρονιάς, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Αλλά και δεκαπλάσιες να ήταν οι ανάλογες κυκλοφορίες πιθανότατα το ίδιο θα έλεγα και αυτό σίγουρα κάτι σημαίνει...