Ναι, είναι πολύ εύκολο όταν δεις το όνομα του Μάνου Χατζιδάκι στο εξώφυλλο ενός CD με νέο, ακυκλοφόρητο δηλαδή μέχρι τώρα υλικό του να δυσπιστήσεις, να σκεφτείς «μια εκμετάλλευση της αξίας αλλά και της υστεροφημίας του»... Ακόμα και αν αληθεύει το γραφόμενο στο δελτίο Τύπου ότι «στενοί συνεργάτες του λένε ότι ο ίδιος το θεωρούσε ένα από τα εξέχοντα έργα του και επιθυμούσε την έκδοση του» αυτή η αυθόρμητη πρώτη εντύπωση σου μπορεί πολύ ωραία να ισχύει, ας αφήσουμε το γεγονός ότι αφού το επιθυμούσε τόσο πολύ τι τον εμπόδισε να το κάνει, από την στιγμή μάλιστα που ίδρυσε την προσωπική του δισκογραφική εταιρεία, τον Σείριο (από την οποία άλλωστε και κυκλοφορεί τώρα το CD σε συνεργασία με την Minos EMI).

 

Κάθε επιφύλαξη και αντίρρηση σου όμως εξαφανίζεται όταν ακούς για πρώτη φορά τον δίσκο και διαπιστώνεις ότι δεν υστερεί σε τίποτα από τους καλύτερους που κυκλοφόρησε όσο ζούσε και φυσικά, αφού τους επέβλεπε ο ίδιος, με την απόλυτη έγκριση του.  Τόσο πολύ δε που να μην έχει καμία σημασία ότι το περιεχόμενο του είχε ήδη παρουσιαστεί/δοκιμαστεί στο κοινό στις δύο συναυλίες με έργα του που πραγματοποιήθηκαν τον Σεπτέμβριο στο Ηρώδειο από την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΝΕΡΙΤ υπό την διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού, για να μην πω και ότι αυτό δεν ήταν καθόλου απαραίτητο...

 

Για να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά μπορεί το Faccia Di Spia να φέρει τον υπότιτλο «Κινηματογραφική Σουίτα» αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα soundtrack. Ο μέγιστος (στην κυριολεξία και με όλη την έννοια του όρου, θα εξηγήσω παρακάτω γιατί επιμένω τόσο σε αυτό) συνθέτης μας τo έγραψε το ’75 σε ένα μεγάλο διάστημα παραμονής του στην Ιταλία για μια ταινία του Τζιουζέπε Φεράρα η οποία γυρίστηκε την ίδια χρονιά. Η εν λόγω ηχογράφηση  - σε ενορχήστρωση και διεύθυνση του ιδίου και σίγουρα αυτό έχει την σημασία του σε σχέση με μεταγενέστερα έργα του - έγινε με ένα σύνολο που το αποτελούσαν μόνιμοι εκείνη την εποχή συνεργάτες του και δεν μπορεί να περιγραφεί παρά σαν «μικρή συμφωνική ορχήστρα».

 

Μόνες «παραχωρήσεις»/προσθήκες στα κλασικά έγχορδα, πνευστά και κρουστά – πλην βεβαίως του εκ των ουκ άνευ πιάνου – η κλασική κιθάρα, το μαντολίνο που εκτός φυσικά από βιολί παίζει ο Δημήτρης Βράσκος και το σαντούρι του παραδοσιακού δεξιοτέχνη Τάσου Διακογιώργη, μπουζούκι δηλαδή... ούτε για δείγμα, ας το γνωρίζουν οι φανατικοί του «λαϊκού» Χατζιδάκι για να μην απογοητευθούν! Και για να κάνω μιαν υπόθεση για το τι μπορεί να τον ώθησε – πέραν φυσικά από πρακτικά εμπόδια – να κρατήσει αυτό το έργο στο αρχείο του και να μην το κυκλοφορήσει θα τολμήσω να πω ότι ίσως ήταν η σκέψη πως το κοινό, οι ακροατές του εκείνης της εποχής, ούτε ήταν έτοιμο ούτε πολύ περισσότερο μπορούσε να εκτιμήσει την συγκεκριμένη δουλειά του...

 

Γιατί θα δηλώσω εξαρχής ότι θεωρώ το score αυτό όχι ισάξιο άλλων και πολύ γνωστότερων που έγραψε ο Μ. Χ. για σπουδαίες μη ελληνικές ταινίες (όπως για το «America, America» του, έστω και Ελληνοαμερικανού, Ηλία Καζάν ή το «Sweet Movie» του Ντούσαν Μακαβέγιεφ) αλλά ανώτερο τους! Και ο λόγος είναι πολύ απλός, είναι νομίζω φανερό ότι στην περίπτωση αυτή ο δημιουργός προκάλεσε και στη συνέχεια υπερέβη τον εαυτό του όσο σε ελάχιστες άλλες.

 

Πριν απ’ όλα δεν βασίστηκε καθόλου σε τραγούδια, πρόκειται για ένα εξολοκλήρου ορχηστρικό έργο, κάτι που μόνο στην περίπτωση του «Το Χαμόγελο Της Τζοκόντας» είχε πράξει. Ακόμα πιο σημαντικό όμως είναι ότι τα ελληνικά μουσικά στοιχεία...λάμπουν διά της απουσίας τους!

 

Εδώ το πάνω χέρι παίρνει ο επί της ουσίας κοσμοπολίτης Χατζιδάκις ο οποίος όχι μόνον επικοινωνούσε θαυμάσια αλλά και δεχόταν επιδράσεις από ρεύματα και ομότεχνους της εποχής του, ειδικά όσον αφορά στον χώρο της κινηματογραφικής μουσικής.

 

Πόσο μάλλον σε αυτή την περίπτωση, μια ταινία δηλαδή που θα γυριζόταν και διαδραματιζόταν στην Ιταλία, μια χώρα της οποίας την μουσική ήξερε, σεβόταν και εκτιμούσε ιδιαίτερα. Περισσότερο μάλιστα από την πασίγνωστη πλέον «εκλεκτική συγγένεια» της γραφής του με εκείνης του Nino Rota εδώ προβάλλει η γόνιμη επιρροή που είχε δεχθεί από τον Ennio Moriccone και πιο συγκεκριμένα – όσο παράδοξο και αν φαίνεται και αν και δεν είναι ίσως ορατό στην πρώτη ακρόαση – από τα soundtracks του τελευταίου για τα...σπαγέτι γουέστερν του Σερτζιο Λεόνε!

 

Όχι φυσικά ότι ο Χατζιδάκις αποφάσισε ξαφνικά να αντιγράψει τον Morricone, ήταν πολύ έξυπνος αλλά και υπερβολικά ταλαντούχος για να κάνει κάτι τέτοιο... Απλά χρησιμοποιεί στοιχεία που πρώτος είχε αξιοποιήσει ο Il Maestro για να εμπλουτίσει τους κώδικες της επένδυσης ενός πολιτικού θρίλερ, κάτι που φανερά είχε μελετήσει και κατανοήσει πολύ (όπως άλλωστε έκανε την ίδια περίπου εποχή και ο Morrixone, οφείλω να το σημειώσω αυτό).

 

Οπως και τα περισσότερα soundtracks και αυτό εκκινεί και βασίζεται σε δυο – τρεις θεματικούς πυρήνες, δεν μπορείς όμως να μην θαυμάσεις την δημιουργική οξυδέρκεια του Χατζιδάκι ο οποίος με τις αριστοτεχνικές μελωδικές αναπτύξεις του αλλά και με την ενορχηστρωτική ποικιλία η οποία τον διέκρινε – και σε μεγάλο βαθμό έγινε στη συνέχεια «σχολή» για τους στενότερους συνεργάτες/«μαθητές» του – καταφέρνει να διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του ακροατή καθ’ όλη την σοφά μικρή διάρκεια του.

 

Στα προτερήματα του score θα προσέθετα και την σωστή χρήση της ατμοσφαιρικότητας η οποία συνυπάρχει με την ελεγειακά θλιμμένη και όχι μελαγχολική φύση του έργου ενώ εντύπωση προκαλεί και το μυστηριακό στοιχείο το οποίο εισάγει μερικές φορές και, όσο παράξενο και αν φαίνεται, φέρνει ελαφρά στο νου κάποιες στιγμές του Bernard Hermann από τα – «κανονικά» μα και ψυχολογικά – θρίλερ του Αλφρεντ Χίτσκοκ!

 

Ακόμα και όλα αυτά όμως θα ήταν αρκετά για να χαρακτηρίσω το έργο ως ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα αλλά όχι και τα σημαντικότερα του Μ. Χ. Οι λόγοι που κάνω χωρίς κανένα δισταγμό το τελευταίο είναι τρεις, πρώτο ότι στο «Faccia Di Spia» φαίνεται όσο λίγες άλλες φορές ότι, πριν και περισσότερο ίσως ακόμα από τον δημιουργό τραγουδιών Μ. Χ. υπήρχε ο συνθέτης, ο μουσικός Χατζιδάκις. Δεύτερον ότι ο Χ. ήταν και παρέμεινε Έλληνας αλλά δίχως ποτέ να το διατρανώνει ή ακόμα λιγότερο να το «φωνάζει», αντίθετα αξιοποιούσε όσο το δυνατόν περισσότερο σε κάθε περίπτωση την ευρωπαϊκή μουσική παράδοση, τουλάχιστον τα τμήματα της που του ήταν πιο οικεία και αγαπητά.

 

Ακόμα σπουδαιότερος όμως ίσως να είναι ο τελευταίος λόγος, το γεγονός ακριβώς δηλαδή ότι ο τυπικά και κατά τα άλλα δεξιός Χατζιδάκις έγραψε το συγκεκριμένο έργο σχεδόν αμέσως μετά την Μεταπολίτευση (η οποία σήμανε το τέλος της επτάχρονης χούντας εναντίον της οποίας, ας μην το ξεχνάμε, είχε αγωνιστεί αυτοεξόριστος όσο οι πιο μαχητικοί αριστεροί που παρέμειναν στην Ελλάδα) και δίνοντας μάλιστα σε δύο από τα μέρη του τίτλους που σχετίζονται με τον Τσε Γκεβάρα (!) ενώ το φινάλε του είναι ένας γλυκόπικρος και συνάμα μεγαλειώδης θρήνος για την ματαίωση της επανάστασης...ή μήπως για την δυστοπία στην οποία αυτή νομοτελειακά οδηγεί; Και πόσο επίκαιρο αλήθεια καθιστά, πέραν από οποιαδήποτε επιδίωξη, το έργο αυτό η κυκλοφορία του σχεδόν ταυτόχρονα με την έναρξη μιας τόσο βαρύνουσας και κρίσιμης προεκλογικής περιόδου όσο η παρούσα;

 

Θα τελειώσω με μιαν αυθόρμητη σκέψη και ειλικρινά δίχως να θέλω καθόλου να ρίξω λάδι στη φωτιά μιας δήθεν διαμάχης των μουσικόφιλων παλαιότερων γενεών και βέβαια με όλο τον προσήκοντα σεβασμό σε έναν επίσης μεγάλο δημιουργό της ελληνικής μουσικής.

 

Λυπάμαι αν θα σοκάρω κάποιους λοιπόν αλλά προσωπικά ούτε τα αρκετά τελευταία χρόνια που ουσιαστικά είναι μη ενεργός αλλά ούτε και όταν – όσο και αν εύχομαι αυτή η στιγμή να αργήσει πολύ – δεν θα υπάρχει πλέον δεν θα μου λείψει τόσο, δεν θα θυμηθώ τόσες φορές τον Μίκη Θεοδωράκη όσες το έχω ήδη κάνει για τον Μάνο Χατζιδάκι στα λίγα περισσότερα από είκοσι πλέον χρόνια που έχουν περάσει από τον θάνατο του. Αναρωτιέστε μήπως γιατί; Αναζητείστε την απάντηση στους τρεις παραπάνω λόγους, μαζί και με την ουσιωδέστατη διαφορά ανάμεσα στους χαρακτηρισμούς μεγάλος και μέγιστος...