Ο δίσκος αυτός, όπως εύστοχα ήδη επισημάνθηκε, είναι πρωτίστως δίσκος δημιουργών, του Θέμη Καραμουρατίδη και του Οδυσσέα Ιωάννου. Δημιουργοί μιας διαφορετικής γενιάς η οποία τέμνεται στο σήμερά της. Αυτό σημαίνει πώς πέρα από τις «πρώτες λέξεις» υπάρχουν και οι «πρωταρχικές ανάγκες». Από την πλευρά του στιχουργού, οι ανάγκες αυτές είναι ξεκάθαρες. Ο Ιωάννου, παραγωγικότατος τα τελευταία χρόνια, και σε αυτόν τον δίσκο λειτουργεί με βάση την ίδια ιεραρχική σειρά.

 

Θέλει να εκφραστεί (πρωτίστως) για να εκφράσει. Για αυτό και ανεξαρτήτως των συνθετών/τραγουδοποιών/τραγουδιστών με τους οποίους συνεργάζεται, μένει πιστός στις εμμονές του χωρίς να λειτουργεί ως ένας κατά παραγγελία ή κατά συνθήκη στιχουργός. Ίσως γιατί εξακολουθεί, αν και χρόνια «βουτηγμένος» στο τραγούδι να βλέπει το τραγούδι συναισθηματικά και να το προσεγγίζει ως δημιουργός όπως ως ραδιοφωνικός παραγωγός: με μια ειλικρίνεια στην έκφραση, ως προς τις προθέσεις τουλάχιστον, αδιαφορώντας για τις «σειρήνες» και τα «θέλω» των άλλων.

 

Έχοντας, λοιπόν, αφήσει εδώ και πολύ καιρό μια στιχουργική τεχνοτροπία συμβόλων και εικονοποιητικής γραφής και έχοντας περάσει σε μια υπαρξιακή κατά βάση στιχουργική η οποία διαχειρίζεται θέματα προσδιορισμού της ταυτότητας με τον εαυτό του, την (κυρίως καβαφικής νοηματοδότησης) πόλη του, τους ανθρώπους του και τον (σύμφωνο με τη ρήση του Νίκου Νικολαΐδη: «Μάγκες, το μόνο που νοσταλγώ είναι το μέλλον») χρόνο, σε αυτόν τον δίσκο έχω την εντύπωση πως κορυφώνει αυτές τις αναζητήσεις του δίνοντας στίχους που ενώ επαναλαμβάνουν τα βασικά θεματοτολογικά και λεκτικά μοτίβα του των τελευταίων χρόνων, ωστόσο διακρίνονται για τη σύζευξη ανάμεσα στη ποιητικότητα «Γέρικος λύκος και τυφλός η μνήμη όταν πεινάσει/με τρώει σαν άγριος πυρετός, με πίνει όταν διψάσει» και στο ακαριαίο του στίχου/ρίμας για τραγούδι «Θα πω εκείνα που δεν άντεχες να ακούς/Και μια πείνα για αγάπη θα σε τρώει/Θα μείνεις μόνη μα συνέβη σε πολλούς/Όσοι αγάπησαν δεν είναι τόσο αθώοι» δείχνοντας σε πολλές στιγμές του «καινούριος» και λιγότερο αναμενόμενος όπως μερικώς σε άλλες δουλειές, ακόμα κι αν οι απολήξεις των στίχων και η λεξιλογική του φαρέτρα του παραμένουν ίδια: «Κι έρχονται όλα τα κύματα να πνίξουνε το τέρας/κι εγώ κρατιέμαι απ΄τη ζωή σαν το μωρό στη ρώγα/Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί ο τρελός αέρας/φωνάζει όλη τη θάλασσα να σβήσει μία φλόγα», «Αν η ζωή μου είναι μια μέρα είναι ακόμα μεσημέρι/Δεν θέλω πόρτα για χειμώνα θέλω να βγω στο καλοκαίρι».

 

 

Το αν θα έπρεπε να εκφραστεί ωμά κοινωνικοπολιτικά, λόγω εποχής και μόδας, είναι κάτι που αφορά τις απαιτήσεις και τις ανάγκες των αποδεκτών των τραγουδιών και όχι τους δημιουργούς. Ο Ιωάννου περνάει εμμέσως ορισμένα τέτοια «μηνύματα» χωρίς να το βροντοφωνάζει και χωρίς να είναι ο αυτοσκοπός του. Για παράδειγμα στο τραγούδι «Τα Μεγάλα Πλοία» «Είχανε κλείσει τις διεξόδους, σκληρά τα πρόσωπα στις πόρτες/Σκυλιά φυλούσαν τις εισόδους και στις ταράτσες τους τοξότες» ο καθένας μπορεί να αναγνωρίσει τα δικά του υποκείμενα των ρημάτων...

 

Από την πλευρά του ο, επίσης πολυγραφότατος, Θέμης Καραμουρατίδης έπρεπε να διαχειριστεί τον λόγο ενός νέου συνεργάτη του. «Το ξεβόλεμά» του έγκειται στο γεγονός οτι κλήθηκε να μελοποιήσει στίχους που δεν διακρίνονταν για την άμεση συναισθηματικότητα και «κινηματογραφική» πλοκή τους όπως αυτοί του Γεράσιμου Ευαγγελάτου. Συνεπώς θα έπρεπε να κάνει μελωδίες που να τραγουδιούνται «εύκολα» ως αντίστιξη σε στίχους πιο υπαρξιακούς, όπως είπαμε. Έτσι σωστά, κατά τη γνώμη μου επέλεξε εξωστρεφείς κυρίως κλασικούς λαϊκούς ρυθμούς (χασάπικο, ζεϊμπέκικο, τσιφτετέλι, μέχρι και ποντιακό «Η φλόγα») αντλώντας από την βρυσομάνα της παράδοσης και όχι από τις τρέχουσες μουσικές μόδες βασισμένος συνειδητά ή ασυνείδητα σε τεχνοτροπίες τού είδους από μάστορες όπως ο Ξαρχάκος («Καλοκαίρι»), ο Μάλαμας («Οι πρώτες λέξεις») και ο Περίδης («Η μνήμη»), παράλληλα πάντα με τις λυρικές του μπαλάντες. Αυτό που αξίζει να τονιστεί και να προσεχθεί ιδιαιτέρως είναι η ενορχηστρωτική πρόοδος του Καραμουρατίδη γεγονός καθόλου αμελητέο σε σχέση και με το νεαρό της ηλικίας του δεδομένου οτι ξεχνάμε πως ακόμα και μέγιστοι συνθέτες στις ενορχηστρώσεις των τραγουδιών τους είχαν ανθρώπους άλλους, τους «αφανείς ήρωες». Η συμβολή των Τακίμ στο τραγούδι «Ανάποδα», η χρήση των πνευστών, η σχεδόν δίλεπτη οργανική κατάληξη βασισμένη στα έγχορδα (βιολί, βιόλα) στο τραγούδι «Η θάλασσα» και γενικότερα η «λεπτοδουλειά» πάνω στο μπουζούκι, τον μπαγλαμά και το μαντολίνο σε σχέση με το πώς συνοδοιπορούν με τη λεκτική εκφορά -θυμίζοντας την τεχνική του Ξαρχάκου και του Κουγιουμτζή- ξεχωρίζουν.

 

 

Άφησα για το τέλος τους δυο ερμηνευτές. Ο μεν Σωκράτης Μάλαμας αν και σε οικεία μελωδικά λημέρια, ωστόσο έχω την εντύπωση πως για ακόμα μια φορά απελευθερώνεται λίγο περισσότερο όταν ερμηνεύει τραγούδια άλλων, η δε Νατάσσα Μποφίλιου επικυρώνει για ακόμα μια φορά το πολυεργαλείο της φωνής της, το κράμα λυρισμού και δυναμικότητας με το συναίσθημα να την κατευθύνει και στις δυο περιπτώσεις και να φανερώνει και μερικές νέες ερμηνευτικές προσεγγίσεις όπως στα κουπλέ του τραγουδιού «Η φλόγα» όπου τονίζονται περισσότερο οι χαμηλές της οκτάβες. Εικάζω οτι το «χαρτί» του δίσκου ενδέχεται -τουλάχιστον σε επίπεδο διαδικτυακών σχολιασμών- να το σηκώσει το αουτσάιντερ, το μοναδικό μη τραγούδι του δίσκου, «Το όνομά μου» με την ανάγνωση της Μποφίλιου (στο οποίο η ηχογράφηση του πιάνου έγινε στο σπίτι του Καραμουρατίδη με το κινητό του τηλέφωνο και κρατήθηκε, φαντάζομαι για την αρχέγονη συναισθηματική στιγμή της).

 

Αυτό όμως το κομμάτι κατά τη γνώμη μου, λειτουργεί ως «ξένο σώμα» για το δίσκο, προσθέτει ως κείμενο, αλλά και ως συνολική οντότητα, έναν εύκολο συναισθηματισμό, ο οποίος όμως εξακτινώθηκε πολύ ουσιαστικότερα μέσα στα άλλα τραγούδια τα οποία έφεραν στο ίδιο ποτάμι ανθρώπους από διαφορετικές ηλικιακές όχθες, αλλά με την ίδια δίψα...