Ο νέος δίσκος του Αλκίνοου Ιωαννίδη είναι πρώτα από όλα μια προσωπική πολιτική πράξη και έπειτα ένα καλλιτεχνικό γεγονός που χρήζει μουσικοκριτικής ανάλυσης. Και τη χαρακτηρίζω «πολιτική πράξη» όχι για το «πολιτικό» περιεχόμενό της αλλά κυρίως για τις συνθήκες και το λόγο δημιουργίας της.

Κατ' αρχάς ως προς τις συνθήκες: το να απομονώνεται -κυριολεκτικά- σήμερα ένας καλλιτέχνης του δημοφιλούς αναστήματος του Ιωαννίδη για τρεις και πλέον μήνες σε ένα στούντιο μεσούσης της θερινής σεζόν -της πιο επικερδούς για τους καλλιτέχνες εποχής- για να ηχογραφήσει τη νέα του δουλειά, συνειδητά αποκλεισμένος από το καλλιτεχνικό αλλά και οικογενειακό γίγνεσθαι, δεν είναι κάτι που συναντάς στον καιρό μας και σε αναλογία και εκτός του χώρου του τραγουδιού. Ειδικά όταν ο καλλιτέχνης γνωρίζει πως ο νέος δίσκος τις περισσότερες φορές λειτουργεί απλώς ως εισιτήριο ανανέωσης της συναυλιακής του σχέσης με το κοινό με ελάχιστο ή μηδαμινό υλικό κέρδος από τις πωλήσεις και όχι ως καλλιτεχνική πρόταση με διαχρονικές προεκτάσεις.

 

Κατά δεύτερον ο δίσκος αυτός δημιουργήθηκε από μια ξεκάθαρη προσωπική ανάγκη του δημιουργού του: τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης του με τον τόπο του μέσα από μια διαδικασία αυτοκριτικής η οποία ξεπερνά τα όριά της και αγγίζει λίγο ή περισσότερο και τον καθένα μας. Και ακριβώς για αυτό το λόγο, την αμιγώς προσωπική του προϋπόθεση δημιουργίας, γίνεται και καθολικός, συνεπώς πολιτικό έργο, ακολουθώντας για δεύτερη φορά σε μια ολοκληρωμένη μορφή (πρώτη ήταν ο δίσκος με τα πρώτα δικά του τραγούδια, «Ο δρόμος, ο χρόνος και ο πόνος», 1997) τη ρήση του Όσκαρ Ουαίλντ: «Η Τέχνη είναι ο πιο ισχυρός τύπος ατομικισμού που γνώρισε ποτέ ο κόσμος».

 

 

Γιατί η «Μικρή Βαλίτσα» είναι το δίδυμο αδελφάκι εκείνης της δουλειάς. Τότε που νέος -αν και ήδη δημοφιλής- πρωτοπαρουσίασε τις δημιουργίες του ανατρέποντας με το ποιητικό τους περιεχόμενο και τις αντι-λαϊκές τους μελωδίες το μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή προφίλ του (με τα εξαιρετικά τραγούδια του Ζούδιαρη-. Οι επόμενες δισκογραφικές εργασίες του, ναι μεν δεν είχαν τα αμιγώς εμπορικά -από άποψη δημιουργίας- τραγούδια που θα μπορούσε να έχουν, εκμεταλλευόμενος το εκτόπισμά του, ωστόσο λοξοκοιτούσαν, σε ένα έστω μικρό βαθμό, και τον μέσο ακροατή ιδίως αυτά τα συναισθηματικής θεματολογίας.

 

Με την προ πενταετίας «Νεροποντή» το πράγμα φάνηκε να αποκτά μια ακόμα μεγαλύτερη προσωπική στόχευση. Όμως, όπως και στις υπόλοιπες δισκογραφικές του εργασίες (πλην όπως είπα του πρώτου δίσκου του ως δημιουργός), υπήρχε κάτι στην ατμόσφαιρα ορισμένων τραγουδιών που έλεγε οτι κοντά στη συγκίνηση της δημιουργίας υπήρχε και η λογική της αποτύπωσής της. Αυτό φαινόταν τόσο στις μελωδίες οι οποίες έβρισκαν μεγάλη ενορχηστρωτική υποστήριξη -προϊόντος του χρόνου και των σπουδών του αυτή εξελισσόταν ολοένα- όμως στη βάση τους, απογυμνωμένες, παρουσίαζαν μια πιο περιορισμένη δυναμική.

 

Επιπλέον, αισθανόσουν οτι έβαζε συνειδητά σε δεύτερη μοίρα το πολυεργαλείο του που λέγεται «φωνή» είτε ως συναίσθημα είτε ως χρηστικότητά της στα τραγούδια. Οι στίχοι του, τέλος, πάντα σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο, όμως και αυτοί μερικές φορές φαίνονταν σαν να ήθελαν να κρύψουν μέσα στην ποιητικότητά τους τις βαθύτερες προσωπικές του αγωνίες -με τις εξαιρέσεις τα σατυρικής φύσεως κοινωνικοπολιτικά/ εξομολογητικά του τραγούδια-.

 

 

Ερχόμαστε, λοιπόν, στο σήμερα και στη «Μικρή Βαλίτσα» στην οποία όλα τα παραπάνω ανασαίνουν ελεύθερα. Ο δίσκος, όπως είπαμε, αποτελεί πρώτα από όλα μια πολιτική πράξη και δευτερευόντως είναι πολιτικός και ας μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί έτσι εξαιτίας των στίχων (για την ακρίβεια μόνο σε ένα ενυπάρχει το ερωτικό στοιχείο, «Η ωραία του χωριού».) Αυτοί, λοιπόν, οι στίχοι μεταφέρουν το ίδιο πολλαπλών αναγνώσεων μήνυμα είτε με μια άκρα ποιητικότητα («Πάντα θα ξημερώνει») είτε μέσω της καυστικότητας και της εξαιρετικής αίσθησης του χιούμορ («Πολιτική Τοποθέτηση») είτε μέσω ενός έξοχου συνδυασμού και των δυο («Ο χορτάτος», «Μια χούφτα γη», «Η μέρα που θα ρθει», «Ο τιμονιέρης» παρέα με τον Σωκράτη Μάλαμα). Είναι ασφαλώς η πιο ώριμη -στο σύνολό της- στιχουργική δουλειά του Ιωαννίδη, η πιο στέρεη και ποιητικά εκφραστική χωρίς ποιητικές φιοριτούρες. Στο στιχουργικό του μύλο αλέθει όλο το κοινωνικό γίγνεσθαι χωρίς να δημαγωγεί ή να λαϊκίζει. Διαπιστώνει και διαπιστώνεται. Ψυχαναλύει και ψυχαναλύεται. Τραγουδιστά ή μεγαλοφώνως.

 

Μουσικά, τώρα, σε αυτή τη δουλειά συναντάμε, επίσης, ορισμένες από τις πιο εμπνευσμένες -πάντα εν συνόλω- μελωδίες του. Από τη κρητική σούστα που υπολανθάνει στη δυτικοευρωπαϊκή ενορχήστρωση του «Πάντα θα ξημερώνει» μέχρι τα καθαρόαιμα μελωδικά του λαϊκά τραγούδια που πατούν πάνω στη παράδοση -όπως ο ίδιος έχει αναφέρει- της «Εκδίκησης τη Γυφτιάς» («Μια χούφτα γη») των λαϊκών συνθετών όπως ο Τσιτσάνης («Πού πεθαίνουν τα πουλιά») και των νεορεμπετών («Η ωραία του χωριού»). Από τις λυρικές έντεχνες μπαλάντες («Ο χορτάτος», «Τι περιμένεις πια»), μέχρι το δημοτικότροπο acapella «Μικρή Βαλίτσα» και τη σύζευξη του κουαρτέτου εγχόρδων με τα τέσσερα πνευστά και τις ποικίλες διακυμάνσεις της μελωδίας στην «Χατζιδακιάς» (στίχοι: Νίκος Γκάτσος, ερμηνεύει παρέα με τη Μαρία Φαραντούρη). Αυτό το κουαρτέτο LosTres Amigos (Παπαστάμου-βιολί, Μιχαηλίδης-βιολί, Σιώτας-βιόλα και Καλούδης-τσέλο) είναι το «κλειδί» που μετατρέπει το «πολιτικό» έργο σε «καλλιτεχνικά πολιτικό»...

 

Και αυτές οι πηγαίες μελωδίες που υπάρχουν στο δίσκο είναι που αναδεικνύουν και τη φωνή του Ιωαννίδη η οποία βγαίνει ξανά μπροστά, ξεφεύγει από τη μερική στουντιακή ψυχρότητα και και αποκτά τη θέση που της αξίζει. Και με αυτή τη δυναμικότητα της φωνής ερμηνεύει μια από τις λυρικότερες συνθέσεις του, το τραγούδι («Η μάνα μου το Πάσχα»), σε εξαιρετικούς στίχους του πατέρα του, Άντη Ιωαννίδη, υπεύθυνου και για ένα ακόμα αριστοτεχνικό εξώφυλλο δίσκου (τραγούδι που υπήρχε στο συρτάρι του από το 1989...).

 

Εν κατακλείδι. Υπάρχουν τραγούδια που αγαπάς, τραγούδια που σε κάνουν να θυμάσαι, τραγούδια που σε κάνουν να ξεχνάς. Υπάρχουν και τραγούδια που τα είχες ανάγκη. Και αυτός ο δίσκος περιέχει αυτή την τελευταία εκδοχή. Τόσο και πρωτίστως για τον δημιουργό όσο και για τον ακροατή του.