oelaxistoseautoscovermpΟ Ελάχιστος εαυτός, ο καινούργιος δίσκος του Θανάση Παπακωνσταντίνου, βρίσκεται από τις αρχές Φεβρουαρίου στα δισκοπωλεία με την ετικέτα της Inner Ear. Ο δίσκος περιλαμβάνει δέκα τραγούδια και δύο οργανικά, τα περισσότερα σε ενορχήστρωση του Φώτη Σιώτα και ορισμένα από κοινού με τον Παπακωνσταντίνου, εκτός από το LocoMotivo που εναρμόνισε η Βάσω Δημητρίου. Δύο από τα τραγούδια ερμηνεύει ο Φώτης Σιώτας (Ποιος θα με θυμάται και Σαν παιδί), σε ακόμα δύο συμμετέχει ο Ορφέας Περίδης (Ανταρκτική και Ομίχλη) και τα υπόλοιπα ερμηνεύει ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου ο οποίος υπογράφει και τους στίχους των τραγουδιών, με εξαίρεση εκείνων Του έρωτα και του θανάτου όπου ο/η συγγραφέας αναφέρεται ως «άγνωστος».

Η πρώτη ακρόαση του Ελάχιστου εαυτού προκαλεί μια σειρά από μικρές αμηχανίες, τέτοιες που να σε αναγκάζουν τελικά να ανατρέξεις ξανά στον Βραχνό προφήτη, τον Διάφανο και την Αγρύπνια. Αλλά και στη δεύτερη, την τρίτη, και όλες τις επόμενες ακροάσεις, πάλι Στην Ανδρομέδα και στη γη και στην Αγία νοσταλγία θα καταφύγεις. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι ένας δίσκος που αφήνει αδιάφορο τον ακροατή και δεν περιλαμβάνει σπουδαίες στιχουργικές, κυρίως, στιγμές. Την ίδια στιγμή όμως, δε μοιάζει ικανός να μας παρασύρει στο πανηγύρι που κάποτε στήθηκε με της Αγάπης τον γερακάρη και Τα λάφυρα, στον ροκ διονυσιασμό του Βραχνού προφήτη, ή στην ακατέργαστη μα τόσο γοητευτική λαϊκότητα της Αγίας νοσταλγίας. Κι αν αναφερόμαστε σε αυτές τις παλιότερες δουλειές του Παπακωνσταντίνου, είναι ακριβώς γιατί με την πρώτη ακρόαση είχαν την σπάνια  δύναμη να παρασύρουν τον ακροατή σε πρωτόγνωρα ηχητικά τοπία, κάτι που στον Ελάχιστο εαυτό δε συμβαίνει παρά σε ορισμένα μόνο κομμάτια όπως η Ομίχλη, το San Michele και το εναρκτήριο LocoMotivo.

papakonstantinou2Άλλωστε, υπάρχουν στιγμές στο δίσκο που, μουσικά, παραπέμπουν ευθέως σε δικά του παλιότερα τραγούδια, όπως για παράδειγμα το Ποιος θα με θυμάται που τόσο μοιάζει (μουσικά, πάντα) με τον Διάφανο. Το ίδιο και ο Φέγγαρος, με την εμβόλιμη φράση διά στόματος Νίκου Καρούζου «είμαι παντέρημος, όπως ο φέγγαρος ψηλά–ψηλά», φέρνει στο νου τις καλύτερες στιγμές της Βροχής από κάτω. Το μουσικό στίγμα που αφήνει ο δίσκος συγγενεύει περισσότερο με το πιο πρόσφατο δισκογραφικό παρελθόν του τραγουδοποιού και απομακρύνεται αισθητά από τους ανατολίτικους δρόμους και ρυθμούς των παλαιότερων εργασιών του. Μια περισσότερο ροκ αισθητική κυριαρχεί σε όλα τα κομμάτια (κάτι που ενθαρρύνεται σαφώς και από τις ενορχηστρώσεις του Φώτη Σιώτα), ενώ την ίδια στιγμή η μουσική περνάει σε δεύτερη μοίρα και λειτουργεί ως υπόκρουση στις ποιητικές και πάντα εξαιρετικά ενδιαφέρουσες αναφορές του Παπακωνσταντίνου. Η φύση, τα πρόσωπα, οι μύθοι, οι αστερισμοί, τα γνώριμα “κλειδιά” της τραγουδοποιίας του Παπακωνσταντίνου δίνουν και πάλι το παρόν, μόνο που αυτή τη φορά διαγράφουν μια τροχιά προς τα μέσα, σε αυτό ακριβώς που περιγράφει και ο τίτλος του δίσκου, τον Ελάχιστο εαυτό.

«Ο ελάχιστος εαυτός, ο τρελός χορευτής, […]εκείνο που είναι του Εγώ το ωμέγα, […]αυτός ο ελάχιστος, αυτός ο εαυτός, ίδιος με θόρυβο ψυγείου σ’ άδειο σπίτι, […]ο ελάχιστος, λέμε, ο νοσταλγός της αρχής, […]παγώνει τον χρόνο, παγώνει το αίμα, δεν εξελίσσεται, δεν ερμηνεύει[…]». Αυτή ακριβώς η προσωποκεντρική διάσταση που συναντάμε  στο σημείωμα του Θανάση Παπακωνσταντίνου στο ένθετο του δίσκου, βρίσκεται στο επίκεντρο της θεματολογίας των τραγουδιών με έναν τρόπο σκοτεινό και εσωστρεφή. Η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα των στίχων του Παπακωνσταντίνου ήταν άλλωστε πάντα το στοιχείο που καθόριζε σε μεγάλο βαθμό την ταυτότητα του κάθε δίσκου.

Στον Ελάχιστο εαυτό κυριαρχεί μια ψυχαναλυτική, θα έλεγε κανείς, εμμονή, που αρκετές φορές έχει βρει χώρο να εκδηλωθεί και στο παρελθόν μέσα στα τραγούδια του, όχι όμως με τέτοιο καθολικό τρόπο. Ποιητικά τοπία είχε πάντα την ικανότητα να ζωγραφίζει˙ έφερνε τα μέσα έξω και με μεγάλη μαεστρία αποκάλυπτε πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης, σκαλίζοντας μύθους και καλώντας τον ακροατή σε μια γοητευτική αποκωδικοποίηση γρίφων και καλά κρυμμένων μυστικών. Μοιάζει όμως να είναι η πρώτη φορά που ο Παπακωνσταντίνου στρέφει τη ματιά του στην αντίθετη κατεύθυνση από κει που ανέκαθεν βρίσκονταν η πρώτη του ύλη, κι αυτή δεν είναι άλλη από την ανάγκη της Κοινωνίας του Τραγουδιού. Αυτή η Κοινωνία, στον Ελάχιστο εαυτό παραχωρεί τη θέση της στην ανάλυση του Εγώ˙ανάλυση εξαιρετική, εύστοχη, ποιητική, δουλεμένη βασανιστικά, από αυτές που όλο και πιο σπάνια συναντάμε στην ελληνική δισκογραφία, όχι όμως τέτοια που να κινητοποιεί. Τα καινούργια τραγούδια του Θανάση Παπακωνσταντίνου αντανακλούν σε μεγάλο βαθμό τα αδιέξοδα του Ενός, αφήνοντας (ελπίζουμε όχι οριστικά) στην άκρη αυτά που μας ενώνουν.