stokas_avlitontrelonΗ πρώτη τους δισκογραφική συνάντηση ήταν στο βιβλίο-cd της σειράς Άξιος λόγος το 2007. Σε αυτόν τον δίσκο-αφιέρωμα στον Άλκη Αλκαίο,  ο Δημήτρης Παπαδημητρίου, ένας εκ των συνθετών που συμμετείχαν, συνέθεσε το τραγούδι Μη με φοβάσαι, το οποίο ερμήνευσε ο Μπάμπης Στόκας και αποτέλεσε μια από τις «επιτυχίες», θα λέγαμε, εκείνης της δουλειάς. Πέντε χρόνια μετά και έπειτα από επιθυμία του ίδιου του Στόκα έχουμε την πρώτη ολοκληρωμένη συνεργασία των δυο δημιουργών υπό της στέγη της νέας δισκογραφικής του εταιρείας, Sony Music.

Πρόκειται για δεκατέσσερα τραγούδια στα οποία για πρώτη φορά στην καριέρα του ο Στόκας έχει το ρόλο του συνθέτη-τραγουδιστή και όχι του τραγουδοποιού. Τι σημαίνει αυτό; Πώς οι όποιες ευκολίες παρέχονται από την τραγουδοποιητική ικανότητα κάποιου, εδώ αυτομάτως μετατρέπονται σε δυσκολίες αφού ο τραγουδοποιός καλείται να «αναγνώσει» μουσικά ξένα κείμενα και να υπερτονίσει το συνθετικό του εαυτό. Έτσι, το βάπτισμα του πυρός δεν θα λέγαμε και ότι ήταν το πιο εύκολο για τον Στόκα. Οι στίχοι του Άλκη Αλκαίου σταθεροί στη νέα φόρμα που τα τελευταία χρόνια έχει επιλέξει, αυτή του δημοτικοφανούς τραγουδιού, με τις αποφθεγματικές φράσεις και τις διδακτικές παραινέσεις, με το δεκαπεντασύλλαβο και τις γνώριμες εικονοπλασίες του, αποτελούν δυνατές ασκήσεις για κάθε μουσικό λύτη. Ειδικά όταν αυτός προέρχεται από ένα μουσικό παρελθόν που οι στίχοι εξυπηρετούσαν τις μελωδίες και το αντίστροφο, και τα δύο μαζί ένα διευρυμένο ακροατήριο με μια συγκεκριμένη αισθητική και στόχευση: αυτή του έντεχνο-ποπ-λαικού ύφους, τουτέστιν αυτό που λέμε αρεστό στις μάζες, χωρίς πολλά ηχοστρώματα και βαθύτερα νοήματα, αλλά με την αξιοπρέπεια του τραγουδίσιμου τραγουδιού, του βάθους που γίνεται γρήγορα κατανοητό και οικείο -εξ' ου και αγαπητό- και όχι της φθήνιας του κακώς εννοούμενου «εμπορικού» τραγουδιού.

Το αποτέλεσμα είναι  ένας πραγματικά φιλότιμος δίσκος, μια ολοφάνερη προσπάθεια του Στόκα να ξεπεράσει τα δεδομένα του, φανερώνοντας όμως ταυτόχρονα και τη συνθετική αδυναμία που παρουσιάζουν όπως είπαμε πολλοί τραγουδοποιοί μας όταν κατακερματίζουν την τριμερή τους ιδιότητα. Με άλλα λόγια είτε επειδή ο αριθμός των τραγουδιών είναι μεγάλος (δεκατέσσερα) είτε επειδή το στιχουργικό ύφος του Αλκαίου παραμένει σταθερό και αναλλοίωτο τα τελευταία χρόνια (η επανάληψη της θεματολογίας και των εμπνεύσεων πλέον δείχνει πως έχει εξαντλήσει τα όρια αυτής της στιχουργικής του επιλογής  [μολονότι σε αυτή τη δουλειά δίνει καλύτερους στίχους σε σχέση με τις τελευταίες δύο συνεργασίες του με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου Ουράνια τόξα κηνυγώ, 2009, και Σωκράτη Μάλαμα, Πέρασμα, 2010] είτε όπως είπαμε της συνθετικής αδυναμίας του Στόκα, ο ακροατής αισθάνεται αρκετά τραγούδια ως μια μάζα στα αυτιά του κι όχι ως ένα ομογενοποιημένο υλικό όπως εμφανίζεται σε ανάλογες περιπτώσεις ολοκληρωμένου δίσκου συνεργασίας δύο δημιουργών. Οι πινελιές του τζουρά και του μαντολίνου μέσα σε τραγούδια και ο διάλογος του τσέλου με το σαξόφωνο (π.χ. Ο έρωτας σκοτώνει και του πάει) είναι θα έλεγα περισσότερο μουσικές αναπνοές και ηθελημένες ενορχηστρωτικές τακτικές παρά εκφραστικά όργανα μια πηγαίας μελωδίας.

stokasΟ Στόκας, ωστόσο, χωρίς να διαθέτει τις ανοικτές μελωδίες του Μικρούτσικου ή το λαικότροπο ένστικτο του Μάλαμα, δημιουργεί δύο εξαιρετικά τραγούδια που δένουν αρμονικά με τους στίχους: το παραδοσιακής κατασκευής Φέρε μαζί σου χρόνο (με το λάουτο του Βασίλη Τριάντη και τη λύρα του Παρι Περυσινάκη) και το λαικό Εκεί που δεν το περιμένεις. Το κορυφαίο όμως τραγουδι του δίσκου είναι το καταληκτήριο Το πέταγμα. Ξεκινά αργόσυρτα και μοναχικά και εξελίσσεται σε μια μελωδικότατη ροκ μπαλάντα με fynky ρυθμό (στο σαξόφωνο ο Δημήτρης Καραγιάννης) διευρύνοντας τόσο τα δικά του συνθετικά όρια όσο και τα συνήθη ακούσματα που έχουμε σε στίχους του Αλκαίου μιλώντας πάντα για τα τελευταία χρόνια.

Συνοπτικά κρίνω οτι οι νεαροί ακροατές του Στόκα -συνηθισμένοι από την Πυξ Λαξ εποχή- θα έχουν μιαν αμφίθυμη στάση μετά το άκουσμα, οι αναγνώστες του Αλκαίου θα συναντήσουν και πάλι τον γνώριμο και αγαπημένο τους ποιητή (με βάση τη νεώτερη περίοδο της στιχουργικής του), οι επικριτές του «έντεχνου» θα μιλήσουν για την ρομαντική αποστασιοποίησή τους εν καιρώ κοινωνικοπολιτικού αναβρασμού αλλά και σε σχέση με το τρέχον μουσικό ύφος, όμως όλες οι πλευρές, πιστεύω, θα συμφωνήσουν πως ο Στόκας  δούλεψε (μαζί με τον ενορχηστρωτή Γιάννη Κωνσταντινίδη) χωρίς κανένα άγχος για εμπορικότητα ή την επικαιρότητα του υλικού, υπηρετώντας πάνω από όλα την τέχνη του. Για αυτό και ο δίσκος αυτός είναι βραδυφλεγής.