Πάντα με γοήτευε το «μυστήριο» με τις εγχάρακτες ή αέρινες λέξεις ενός κειμένου είτε αυτό έχει ήδη δημοσιευτεί ως τυπωμένη σελίδα ή ακούγεται ως τραγούδι ή απαγγελία. Ποιος, δηλαδή, είναι ο χειρόγραφος χαρακτήρας και ποια φωνή μπορεί να έχει ένα δημιουργός του λόγου. Να κοιτάς το πώς αποτυπώνει τις ιδέες του χειρωνακτικά, να ακούς το πώς εκφέρει τις αέρινες συλλαβές του. Πώς γράφει τα φωνήεντα και τα σύμφωνα που εσύ ως αναγνώστης τα λαμβάνεις ως ένα συντελεσμένο  γεγονός, πώς προφέρει τους φθόγγους και τα συμπλέγματα συμφώνων που αντηχούν τα στιχουργικά του λόγια. Γιατί ο γραφικός χαρακτήρας και η φωνή ενός δημιουργού δεν γνωρίζει από καλλιγραφίες και καλλιφωνίες, αν αποτυπώνεται αβίαστα και φυσικά.
 
Πολλές είναι οι περιπτώσεις που η αποκάλυψη του γραφικού χαρακτήρα ή της απαγγελίας ενός δημιουργού ταυτίστηκε με την εικόνα που ο αναγνώστης είχε ήδη σχηματίσει ή άλλες φορές, λειτούργησε συμπληρωματικά. Πολλές όμως είναι και οι φορές που λειτούργησε αδιάφορα όπως και άλλες αποπροσανατολιστικά ως προς την αναγνωστική πρόσληψη. Θα προτιμούσες μάλιστα να μην τα γνώριζες! Στην περίπτωση της φωνής της Λίνας Νικολακοπούλου στις δισκογραφικές, τηλεοπτικές και κάθε είδους δημόσιες της αποτυπώσεις της είτε ως ερμηνεύτρια είτε ως απαγγελλούσα είτε απλώς ως ομιλήτρια, η «αποκάλυψη» θαρρώ πως λειτουργεί υπέρ της. Η φωνή της διαθέτει μιαν αυτόνομη προσωπικότητα. Και το γεγονός ότι είναι ένα προβεβλημένο δημόσιο πρόσωπο, ο λόγος της, ως ήχος, είναι και αυτός από νωρίς οικείος όπως η εικόνα της. 
 
Ξεκινώ από την Νικολακοπούλου - τραγουδίστρια. Μετρημένες στα δάκτυλα οι ηχογραφήσεις τραγουδιών με την ίδια ως ερμηνεύτρια. Αρχικά από το μακρινό 1981 όπου ερμηνεύει στα ιταλικά το τραγούδι «Due T’ Dentro Un Cuore» σε μουσική Δημήτρη Λέκκα και στίχους Δημήτρη Μαυρίκιου από την πειραματική ταινία του Θανάση Ρεντζή, «Ηλεκτρικός Άγγελος» (Α΄ Βραβείο Καλύτερης Μουσικής και Α' Βραβείο Καλύτερης Πειραματικής Ταινίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το 1982). Ακολουθούν οι ερμηνείες της στα δικά της «Αγάπη μου, λατρεία μου», «Ανεβάσαμε», «Τα καντήλια», «Ανακαλύψαμε κάτι παλιό», «Το βατραχάκι και άλλες ιστορίες», «Τα λεφτά» και  ως μέρος χορωδίας  π.χ. στο δίσκο «Ανθρώπων έργα».
 
Λίγες και οι τηλεοπτικές της εμφανίσεις όπου η ίδια τραγουδά, όπως στις εκπομπές –σε βάθος χρόνου- του Γιώργου Παπαστεφάνου: «Τρεις άγγελοι», «Τρόμαξα», «Μάγος έρωτας» κ.ά.  ή από αρκετές πια εκδηλώσεις σε διάφορους χώρους όπως η a capella ερμηνεία της στο τραγούδι «Τα σχοινιά», ή live με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη στη «Σωτηρία της ψυχής» ή ως καλεσμένη στην παράσταση του Απόστολου Ρίζου το 2012 κ.τλ.  Μια φωνή με στόφα λαϊκή και με χαρακτηριστική βραχνάδα (το έχει γράψει άλλωστε και η ίδια: «Τόσο καπνό που πίνω μέσα μου») που παραπέμπει στα αυτιά μου τηρουμένων των αναλογιών στην -άπιαστη βεβαίως-  Βίκυ Μοσχολιού.
 
Έχει κάτι από το δωρικό και το μαγκιόρικό της.  Από το πηγαίο της έκφρασης. Ακόμα και τεχνικά βρίσκεται σε καλό επίπεδο. Γνωρίζει τις ανάσες, τις εκτάσεις, τις σιωπές, πώς να χειρίζεται τα δύστροπα μονοπάτια της τέχνης του τραγουδιού• η πολύχρονη μαθητεία της ως ακροάτρια και συνεργάτης σπουδαίων φωνών απέδωσε και εδώ. Προέρχεται όμως και από έναν άλλο βασικό λόγο. Ως γραφιάς γνωρίζει τη μουσική των λέξεων. Την εσωτερική μελωδικότητα των κειμένων. Και αυτό το πιστοποιεί όταν η ίδια έχει τον ρόλο της απαγγελλούσας και  της αφηγήτριας 
 
Η  φωνή, λοιπόν,  της Νικολακοπούλου έχει αποτυπωθεί δισκογραφικά να διαβάζει τον ποιητικό  και στιχουργικό της λόγο. Το 2008, στο δίσκο του συγκροτήματος Τρίφωνο, «Προσοχή Τρίφωνο», διαβάζει «Τα σπίτια». Ένα χρόνο αργότερα, στον δίσκο «Χρυσός λόγος», 2009, το απόσταγμα δηλαδή των μουσικών παραστάσεων του συγκροτήματος Άνεμος και της Νικολακοπούλου από το θέατρο Altera Pars, διαβάζει τα «Αποθήκη», «Τι ώρα είναι», «Ανυπεράσπιστοι», «Ευτυχώς ακόμα», «Κέρμα», «Αποθήκη μικρή» και «Τα πιο ωραία λαϊκά». Αντίστοιχη περίπτωση δίσκου ως αποτέλεσμα παραστάσεων είναι και η εργασία που έκανε με την συνθέτρια Δάφνη Αλεξανδρή για την Αργυρώ Καπαρού, «Χειρολαβές», 2013, όπου διαβάζει τα «Ο κόσμος» και «Πανδρόσου».
 
Τέλος, στον δίσκο του Σταμάτη Χατζηευσταθίου, «Έλληνες φιλΈλληνες», Έρημος Αθήνα, 2017, απαγγέλλει το ποίημα του Αλεξάντερ Πούσκιν, «Σε μια πιστή γραικιά». Από εκεί και πέρα αναγνώσεις της συναντάμε στην τηλεοπτική εκπομπή «Παρασκήνιο», το 1984, όπου διαβάζει κείμενα του Κορνήλιου Καστοριάδη, στην ίδια εκπομπή, το 1985, όπου διαβάζει ποιήματα του Άρη Αλεξάνδρου και άλλες ανάλογες στιγμές της από τις κατά καιρούς δημόσιες εμφανίσεις της. Θυμίζουμε για παράδειγμα την ανάγνωσή της στο βιβλίο του Εντουάρντο Γκαλεάνο, «Οι μέρες αφηγούνται», στο πλαίσιο των αναγνώσεων που διοργανώθηκε στις αρχές του 2007 στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης και μεταδόθηκε από το Δεύτερο Πρόγραμμα της ΈΡΑ στη ραδιοφωνική εκπομπή «Βραδιές Ανάγνωσης από το Ίδρυμα Κακογιάννη». Τις αναγνώσεις της σε χριστουγεννιάτικα λογοτεχνικά έργα στο ραδιόφωνο «Στο Κόκκινο», τον Δεκέμβρη του 2015. Και σε πολλές ακόμα αντίστοιχες περιπτώσεις.
Όπως τις δημόσιες αναγνώσεις της στον Λέοναρντ Κοέν, τον οποίο μελέτησε και μετέγραψε στα ελληνικά  (με τη συνεργασία της Δάφνης Αλεξανδρή) κυκλοφορώντας το βιβλίο -βασισμένο στις αρχικές εκδόσεις του στον Καναδά- με τον τίτλο: «Λέοναρντ Κοέν, Η μουσική του Ξένου- Επιλογή από ποιήματα και τραγούδια», Ιανός ο μελωδός, 2008.  Δεν είναι τυχαίο πως σε αυτό το βιβλίο περιλαμβάνεται και το κείμενο του Κοέν: «Πώς να απαγγέλεις ποίηση», όπου σε διάφορα σημεία του γράφει: 
 
Πάρε τη λέξη πεταλούδα. Για να πεις αυτή τη λέξη δε χρειάζεται να κάνεις τη φωνή σου πιο ελαφριά από ένα γραμμάριο, ούτε χρειάζεται να την εφοδιάσεις με μικρά σκονισμένα φτερά. Δε χρειάζεται να φανταστείς μιαν ηλιόλουστη ημέρα ή ένα χωράφι με ασφοδέλους. Δεν είναι απαραίτητο να είσαι ερωτευμένη ή να έχεις ερωτευτεί τις πεταλούδες.
Η λέξη πεταλούδα δεν είναι η πραγματική πεταλούδα. Υπάρχει η λέξη, μα υπάρχει και η πεταλούδα. Αν μπερδέψεις αυτά τα δύο, οι άνθρωποι θα έχουν κάθε δικαίωμα να σε κοροϊδεύουν.Το ποίημα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια πληροφορία. Είναι το Σύνταγμα της έσω χώρας. Αν το απαγγείλεις με στόμφο και το φουσκώσεις με ευγενικές προθέσεις, τότε δε θα είσαι καλύτερη από τους πολιτικούς που τόσο περιφρονείς. Τότε, θα είσαι απλά κάποιος που κουνάει μια σημαία και κάνει την πιο φτηνή έκκληση σ’ ένα είδος συναισθηματικού πατριωτισμού.
Μη χειριστείς το ακροατήριο για να εκμαιεύσεις κομμένες ανάσες κι αναστεναγμούς. Αν γίνεις άξια γι’ αυτά, αυτό δε θα οφείλεται στην εκτίμηση που είχες εσύ για το συμβάν, αλλά στη δική τους. Αυτό θα γίνει από τα στατιστικά στοιχεία κι όχι από το τρέμουλο της φωνής σου ή το σκίσιμο του αέρα με τα χέρια σου. Θα γίνει με τα δεδομένα και την ήσυχη οργάνωση της παρουσίας σου.
 
Η Νικολακοπούλου όταν διαβάζει, πραγματώνει αυτές τις «συμβουλές» του Κοέν.  Το αποδεικνύει και δισκογραφικά στο δικό του «Here it is», όπως υπάρχει στο δίσκο του Τριφώνου, που αναφέρθηκε. Με πλεονέκτημα την τραχεία της φωνή, χωρίς μελοδραματισμούς και στόμφο, καρφώνει σταθερά και ψύχραιμα τις λέξεις και δημιουργεί την κατάλληλη αναγνωστική ατμόσφαιρα να συναισθανθείς το κείμενο. Η τεχνοτροπία δε της αφήγησης και ομιλίας της με παραπέμπει σε τέσσερις άλλες ιδιαίτερες – εκτός των άλλων- φωνές. Την Κική Δημουλά, την Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου, την Ρηνιώ Παπανικόλα και την Στέλλα  Βλαχογιάννη. Δεν είναι τυχαία η έμμεση και άμεση σύνδεσή τους μέσα στο χρόνο. Και σε αυτόν το χρόνο που περνάει, η φωνή της Λίνας Νικολακοπούλου εκκρίνει όλο και πιο όμορφα το «άγριο μέλι» της.