Το 1975 ο εικοσιοκτάχρονος τότε Θάνος Μικρούτσικος κυκλοφορεί την πρώτη του δισκογραφική εργασία με τον τίτλο «Πολιτικά τραγούδια». Δύο οι πολιτικοί ποιητές, Ναζίμ Χικμέτ και ο (τραγουδοποιός-ποιητής) Βολφ Μπίρμαν που επιλέγει να μελοποιήσει στην αρχή της διαδικασίας της εμπλοκής του με το πολιτικό τραγούδι, «μια δύσκολη υπόθεση» όπως σημειώνει ο ίδιος στο σημείωμα του δίσκου, τον Σεπτέμβρη του 1975: «Η ποίηση του Ναζίμ Χικμέτ, εξαιρετικά μεταφρασμένη απ΄ τον Γιάννη Ρίτσο και τον Γιώργο Παπαλεονάρδο, με οδήγησε σε απλές μελωδίες και ενορχηστρωτικές λύσεις. Τον Βολφ Μπίρμαν, που τον πρωτογνώρισα μέσα απ’ τη θαυμάσια μετάφραση του Δημοσθένη Κούρτοβικ, τον αντιμετώπισα κριτικά κι αυτό φαίνεται από τους στίχους που διάλεξα».

 

 
mpirman paliousΠράγματι ο Κούρτοβικ, ένα χρόνο νωρίτερα, είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Κάλβος, το βιβλίο με τις μεταφράσεις του σε στίχους του Μπίρμαν με τον τίτλο «Βολφ Μπίρμαν, Στους παλιούς συντρόφους μου» (σελίδες 49) από το οποίο ο Μικρούτσικος επιλέγει έξι στίχους και τους μελοποιεί. 
Από αυτά τα έξι τραγούδια («Έτσι πρέπει να γίνει- έτσι θα γίνει», «Κομαντάντε Τσε Γεκβάρα», «Μπαλάντα για τους ασφαλίτες», «Η μπαλάντα του οπερατέρ» «Ο σύντροφος Χουλιάν Γκριμάου» και «Αυτούς τους έχω βαρεθεί») τον χρόνο κέρδισε το τελευταίο, δεδομένης της πιο ευρείας του στιχουργικής και μελωδικής φόρμας.
 
Τρία χρόνια μετά το τραγούδησε  ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου στον πρώτο του ομώνυμο δίσκο και έκτοτε συχνά πυκνά το ερμηνεύει στις ζωντανές του συναυλίες, από τις πιο φορτισμένες τους στιγμές.
 
 
Το  τραγούδησαν, επίσης, με τον Μικρούτσικο στη ζωντανή ηχογράφηση των παραστάσεών τους στη Σφεντόνα, το 2000, «Τους έχω βαρεθεί» ονομάστηκε και ο δίσκος- συνεργασία του Μικρούτσικου με τα Υπόγεια Ρεύματα, το 2009 και γενικότερη η παρουσία του τραγουδιού στην καλλιτεχνική και πολιτική-σχολιογραφική  ζωή του τόπου είναι διαρκώς αισθητή.  
 
 
 
Η ιστορία του Μπίρμαν
 
Ο Βολφ Μπίρμαν γεννήθηκε στις 15 Νοεμβρίου του 1936 στην εργατούπολη του Αμβούργου. Ο πατέρας του ήταν Εβραίος, κομμουνιστής λιμενεργάτης και οδηγήθηκε από το ναζιστικό καθεστώς στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς, όπου και δολοφονήθηκε το 1943. 
Ο ίδιος το 1953, άφησε την καπιταλιστική Δυτική Γερμανία και εγκαταστάθηκε στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (το 1945, έτος μηδέν ή έτος ορόσημο για τους Γερμανούς ιστορικούς, η Γερμανία διχοτομείται σε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία και σε Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας). Όπως έχει αναφέρει ο ίδιος:
«Αισθανόμουν τότε σαν οδηγός που μπαίνει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και απορεί φυσικά γιατί όλοι οι άλλοι ταξιδεύουν προς την αντίθετη κατεύθυνση.Εγώ, ως 16χρονος, πήγαινα με το τραίνο για το δυτικό Βερολίνο, όχι γιατί ήθελα να μείνω εκεί, αλλά γιατί αμέσως μετά τα σύνορα, κατέβηκα στο ανατολικό».
 
Εκεί σπουδάζει πολιτική οικονομία, φιλοσοφία, μαθηματικά και το 1959 εργάζεται για δύο χρόνια ως βοηθός σκηνοθέτη στο «Μπερλίνερ Ανσάμπλ», το θέατρο του Μπρεχτ.  Το 1960 αρχίζει να γράφει ποιήματα και να τραγουδά, μια όμως παρουσία που φέρνει τη ρήξη με το σοσιαλιστικό καθεστώς της χώρας του οδηγώντας τον σε προστριβές με το Κόμμα. Έτσι, από το 1965 απαγορεύτηκαν οι δημοσιεύσεις των έργων του, αλλά και οι δημόσιες εμφανίσεις του επιβάλλοντάς του «11ετή αργία»…  «Στις 16 Νοεμβρίου 1976, το Π.Γ. του SED (Eνιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας) τού αφαίρεσε την υπηκοότητα ενώ βρισκόταν στην Κολωνία, προσκεκλημένος από το συνδικάτο… » (1). Έτσι, το 1977 μετοικεί στη Δυτική Γερμανία συνεχίζοντας να ασκεί κριτική μέσα από τα έργα και τις εμφανίσεις του στο ανατολικογερμανικό καθεστώς. 
 
Original Daccord
 
Ο Μπίρμαν έχοντας ήδη μελοποιηθεί (και γνωστοποιηθεί) από τον Μικρούτσικο,  έρχεται στην Ελλάδα και τον Ιούνιο του 1977 δίνει συναυλία στο γήπεδο του Πανιωνίου της Νέας Σμύρνης. «Στην εφημερίδα «Αυγή» της 18ης.6.1977 διαβάζουμε ρεπορτάζ για τη συνέντευξη Τύπου που έδωσε ο Μπίρμαν. Τον παρουσίασε ο τότε διευθυντής της εφημερίδας Αντώνης Μπριλλάκης. Ο Μπίρμαν δήλωνε ότι πριν από λίγες ημέρες έγινε μέλος του ευρωκομμουνιστικού Κ.Κ. Ισπανίας: “Πιστεύω ότι η Λαοκρατική Γερμανία εξακολουθεί να είναι μεγάλο κέρδος για την εργατική τάξη. Μπορεί να μην υπάρχει ακόμη σοσιαλισμός, αλλά ένας αστυνομικός σοσιαλισμός, τουλάχιστον όμως δεν υπάρχει κατεστημένος καπιταλισμός”. Τις ίδιες θέσεις επανέλαβε σε μεταγενέστερη συναυλία του στο Ινστιτούτο Γκαίτε της Αθήνας, στη δεκαετία του '80» (2).
 
Ο Μπίρμαν με την πάροδο του χρόνου «στρατεύεται στο κίνημα των Οικολόγων Πράσινων και μετά την αντεπανάσταση της διετίας 1989-91 ακολουθεί το ρεύμα της εποχής του. Θεωρεί τον κομμουνισμό ένα πτώμα, συμμετέχει στις φιέστες για την επέτειο της πτώσης του τείχους, καταγγέλλει τους ρεφορμιστές της Αριστεράς του Γκίζι (die Linke) ως “γόνο δράκου” (της ΓΛΔ) και κατάλοιπο αυτού που ευτυχώς ηττήθηκε…Κι ο κατήφορος δεν έχει τελειωμό. Χειροκροτά τις αντεργατικές ρυθμίσεις του Σρέντερ και του SPD, υποστηρίζει την ιμπεριαλιστική επέμβαση στο Ιράκ το 2003, έρχεται σε επαφή με τις φασιστικές αρχές της Ουκρανίας, ψηφίζει τους χριστιανοδημοκράτες της Μέρκελ» (3).  Το 2014 στο πλαίσιο της εορταστικής τελετή στη γερμανική βουλή για την επέτειο των 25 χρόνων από την πτώση του Τείχους τραγουδά αλλά και ασκεί δριμεία κριτική στο σημερινό γερμανικό Κόμμα της Αριστεράς (Die Linke), το οποίο ιστορικά αποτέλεσε μετεξέλιξη του Κομμουνιστικού Κόμματος. «Ο Μπίρμαν χαρακτήρισε το κόμμα της Αριστεράς ως «ελεεινό απομεινάρι, αυτού που ευτυχώς ξεπεράσαμε» ενώπιον των μελών του κόμματος που ήταν παρόντα στην τελετή». (4).
 
 
 
 
Το τραγούδι
 
Το τραγούδι «Αυτούς του έχω βαρεθεί» («Die hab' ich satt») γράφτηκε το 1966 και υπάρχει στον  πρώτο και κατά πολλούς σημαντικότερο δίσκο του Μπίρμαν, «Chauseestrasse 131» ο οποίος κυκλοφόρησε το 1968. Μια κλασική αφηγηματική μπαλάντα στο πλαίσιο της τεχνοτροπίας των παγκόσμιων τροβαδούρων της εποχής (Ντύλαν, Μπρασένς κτλ.) με κυρίαρχο το λόγο και την επαναληπτική απλή μελωδία. Αποτελείται από επτά στροφές των έξι  στίχων που τελειώνουν με το « Die hab' ich satt/ Τους έχω βαρεθεί». Όπως μού σημειώνει ο ποιητής και μεταφραστής, Γιώργος Καρτάκης: 
«Η μετάφραση του Κούρτοβικ είναι πιστή στο πνεύμα του τραγουδιού. Το τραγούδι αναφέρεται αποκλειστικά στη Γερμανία. Στην έβδομη στροφή, που δεν μελοποίησε ο Μικρούτσικος, υπάρχει ο στίχος “Dies  dreigeteilte  deutsche  Land”, (Αυτή η τριχοτομημένη γερμανική χώρα) και αναφέρεται στη Γερμανία και πιο ειδικά στο Βερολίνο, το οποίο ανήκε εν μέρει στους ανατολικούς και δυτικούς συμμάχους. Το Βερολίνo αποτελεί και σήμερα ένα από τα 16 κρατίδια της Γερμανίας. Σύμφωνα με την Ανατολική Γερμανία, το Δυτικό Βερολίνο δεν ανήκε στην Δ. Γερμανία, αλλά αποτελούσε μια “αυτόνομη πολιτική ενότητα, γι’ αυτό τριχοτομημένη χώρα”». 
 
Πολιτικά τραγούδια
 
Είναι αυτό το «στων νικημένων το νησί» που έγραψαν χρόνια αργότερα οι αφοί Κατσιμίχα καταγράφοντας  τις δικές τους αναμνήσεις από τα χρόνια τους εκεί, στο γνωστό τραγούδι τους, «Bleibtreu cafe». Όπως μου είχε πει σε μια συνέντευξη ο Χάρης Κατσιμίχας,
«Δεν πρέπει να μπερδεύετε την εν γένει Γερμανία, με το Βερολίνο. Το τότε Δυτικό Βερολίνο ήταν από μόνο του, ένα μικρό κράτος εν κράτει. Αυτό έλεγαν και οι ίδιοι οι βερολινέζοι. “Δεν είμαστε γερμανοί, είμαστε βερολινέζοι’’». (5)
 
Οι στίχοι του «Αυτούς τους έχω βαρεθεί» τέμνουν κάθετα όλους τους τομείς της τότε γερμανικής κοινωνίας με τη διαχρονική τους όμως και εκτός συνόρων κριτική ματιά. Οι «κρύες» γυναίκες», οι ψευτοφίλοι, οι γραφειοκράτες, οι προφεσόρες, οι δάσκαλοι, ο μέσος ανθρωπάκος, οι ποιητές, οι σοφοί τους κράτους και όλες οι σχέσεις που δημιουργούνται, ενυπάρχουν στο τραγούδι ως αιτίες και συμπτώματα μιας κοινωνίας που ο Μπίρμαν ζει εκ των έσω καταγράφοντάς την με μια «μοντέρνα επιθετικότητα και μια νεανική ορμή,  όπως τον χαρακτηρίζει ο Μικρούτσικος (6). 
 
 
Η αρχική εκδοχή
 
Στην αρχική εκδοχή του τραγουδιού στα «Πολιτικά Τραγούδια» υπάρχουν δυο σημεία σε δυο στροφές που στα κατοπινά χρόνια άλλαξαν. Το «deutschen Professorn» - «Τους Γερμανούς προφεσόρους», στην 3η στροφή, τραγουδήθηκε μεταγενέστερα (βλ. live στης Σφεντόνα) ως τους «Ευρωπαίους, τους προφεσόρους». Η μεγάλη όμως αλλαγή νοήματος γίνεται με τη μετάφραση της λέξης «Rekrutenschinder» στην 4η στροφή, όπου κατά τον Κούρτοβικ αποδίδεται ορθά ως «γδαρτάδες» (η ακριβής μετάφραση της στροφής κατά τον Καρτάκη είναι: «Οι δάσκαλοι, οι βασανιστές των νεοσύλλεκτων/ τσακίζουν την μέση των παιδιών/ προσαρμόζουν κάτω από όλες τις σημαίες/ τους ιδανικούς υποτελείς»). Ως «γδαρτάδες», λοιπόν τραγουδιέται από τη Δημητριάδη, όμως ο Παπακωνσταντίνου το αλλάζει σε «Κι οι δάσκαλοι, της νεολαίας νταντάδες» στον δίσκο του 1978, μια εκδοχή που μάλλον υπερισχύει. Επίσης το αρχικό τραγούδι με τη μελοποίηση του Μπίρμαν έχει και μια έβδομη, όπως είπαμε στροφή, που δεν μελοποιήθηκε από τον Μικρούτσικο, πιθανόν λόγω του περιορισμού της εντοπιότητας που αναφέρει. Η στροφή είναι η ακόλουθη σε μετάφραση Καρτάκη:
 
Και γενικά είναι κραυγαλέα 
Όλη αυτή η γερμανική χαρτοπαικτική λέσχη 
Αυτή η τριχοτομημένη γερμανική χώρα 
Όμως και η δική μου ευτυχία σε αυτήν την χώρα 
Είναι άλλο θέμα 
Την έχω χορτάσει/ βαρεθεί
 
 
Οι στίχοι
 
Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν, 
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν, 
που απ’ τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά, 
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί, 
τους έχω βαρεθεί.
 
Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα, 
των γραφειοκρατών η φάρα, 
στήνει με ζήλο περισσό, 
στο σβέρκο του λαού χορό, 
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή, 
την έχω βαρεθεί.
 
Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους, 
τους Γερμανούς, τους προφεσόρους, 
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά, 
αν δε γεμίζαν ολοένα την κοιλιά, 
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί, 
τους έχω βαρεθεί.
 
Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας γδαρτάδες, 
κόβουν στα μέτρα τους τους μαθητάδες, 
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς, 
με ιδεώδεις υποτακτικούς, 
που είναι στο μυαλό νωθροί, 
μα υπακοή έχουν περισσή, 
τους έχω βαρεθεί.
 
Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος, 
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος, 
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά, 
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στ’ όνειρά του αναζητεί, 
τον έχω βαρεθεί.
 
Κι οι ποιητές με χέρι υγρό, 
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό, 
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια, 
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια, 
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί, 
τους έχω σιχαθεί.
 
 
 

ΠΗΓΕΣ
2.  ό.π.
5. Από τη συνέντευξη των Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα στον υπογράφοντα με αφορμή το αφιερωματικό 44ο τεύχος του περιοδικού Μετρονόμου, 2012. 
 
 
* Θερμές ευχαριστίες στον ποιητή και μεταφραστή Γιώργο Καρτάκη για την βοήθειά του στη συγγραφή του άρθρου