Η ιστορία της μελοποίησης ποιημάτων είναι αρχαία όσο και η ίδια η ποίηση.  Ως γνωστόν  τα ομηρικά έπη ακόμα κι αν δεν διέθεταν αυτοτελή μελωδία είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο οτι αρχικά δεν απαγγέλλονταν αλλά τραγουδιόντουσαν με τη συνοδεία «φόρμιγγος ή λύρας». Οι παιάνες, τα επινίκια, οι διθύραμβοι, η Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική, αργότερα με τα τροπάρια, τα κοντάκια και τους κανόνες και βεβαίως το νεοελληνικό έντεχνο τραγούδι (από τη δεκαετία του 1950 μέχρι σήμερα) αποτελούν μορφές μελοποιημένης ποίησης οι οποίες απλώνονται στο χωροχρόνο.

 

Όλα αυτά έχουν μελετηθεί και συνεχίζουν να αποτελούν αντικείμενα μελέτης και ακρόασης από ειδικούς και μη. Αυτό όμως που δεν έχει ακόμα -τουλάχιστον επίσημα- αποκτήσει τη δική του αυτονομία (ως επίσημη παραδοχή και καταγραφή) είναι οι στίχοι των μεγάλων στιχουργών μας οι οποίοι μπορούν δικαίως να ονομάζονται «ποιήματα» και η μελοποίησή τους, ως «μελοποίηση ποιημάτων». Και σε ένα ακόμα πιο σύγχρονο πλαίσιο οι στίχοι των τραγουδοποιών μας από τη δεκαετία του '60 και μετά μέχρι τους σύγχρονους εκφραστές του είδους. 

 
Κάνουμε την απαραίτητη αυτή εισαγωγή για να ξεκαθαρίσουμε εξ΄αρχής οτι η μελοποίηση των ποιημάτων που μας έχουν παρουσιάσει οι αφοι Κατσιμίχα, ως αυτοτελή θεματική ενότητα στο έργο τους, στηρίζεται στο γεγονός (όπως συμβαίνει και σε όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις των συναδέλφων τους) της αναγνώρισης του δημιουργού ως ποιητή εξαιτίας της  ποιητικής βεβαίως γλώσσας του και της έκδοσης ποιητικών συλλογών. Πόσο όμως απέχουν πολλοί στίχοι που έγραψαν οι Κατσιμίχα (όπως και πάρα πολλοί άλλοι, σύγχρονοί τους και μη, στιχουργοί και τραγουδοποιοί) από το χώρο της εξ' ορισμού  ποίησης;  Δεν είναι, δηλαδή, ατόφια, καθαρά, ποιήματα στίχοι τους όπως: «Ταξιδεύοντας σε γκρίζες θάλασσες / στα λίγα φωτεινά διαλείμματα δροσιάς, / άκουσα το τραγούδι ως το τέλος / κι ο θάνατος γελούσε με λυγμούς». («Όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις») και «Μου φαίνεται σαν να 'ναι χθες /  μα πάνε τόσα χρόνια / που σαν βιολί το σώμα σου /  στα χέρια μου κρατούσα» («Γέλα πουλί μου»)
 ή ολόκληρα τραγούδια τους όπως η «Σαντορίνη» («Σε δάση από αιώνες μονάχη ταξιδεύεις / το άγριο φως λατρεύεις σε δωμάτια λευκά / Σαξόφωνα της άνοιξης στη λάβα της καρδιάς σου / λυθήκαν τα μαλλιά σου / και καλοκαίριασε») και οι «Τρύπιες σημαίες» («Σηκώσανε λοιπόν τις τρύπιες τους σημαίες / και έτσι όπως έμπασε ένα κρύο ξαφνικά / οι θεωρίες πούντιασαν και πάθαν πνευμονία / και αρρωστήσανε βαριά πολύ βαριά»).
Ποιος, δηλαδή, μέγιστος λυρικός ποιητής δεν θα φιλούσε το χέρι τους όταν γράφουν το στίχο «λυθήκαν τα μαλλιά σου και καλοκαίριασε»; Ποιος σατιρικός ποιητής δεν θα έσκαγε από το φθόνο του για το «Μητέρα, συγνώμη που δεν παντρεύτηκα εσένα / ήταν το μόνο που δε θ' άντεχε ο μπαμπάς αυτό»; Ποιος ποιητής της beat γενιάς δεν θα συνυπόγραφε στίχους όπως: «Είδα πολλούς που ζήσανε για πλάκα / είδα και άλλους που το πήραν σοβαρά / και τραβηχτήκανε και άσχημα τραβιούνται / και το πληρώσανε στο τέλος ακριβά» αν θυμηθούμε το περίφημο «Ουρλιαχτό» του Γκίνσμπεργκ: «Είδα τα καλύτερα μυαλά της γενιάς μου διαλυμένα από την τρέλα...»; Συνεπώς η ανθολόγηση και κυρίως η αναγνώριση δεκάδων στίχων του νεοελληνικού τραγουδιού ως αυτάρκη ποιήματα είναι ένα ουσιώδες και γενναίο μελλοντικό στοίχημα για κάθε μελετητή της μουσικό-ποιητικής μας ιστορίας.
 
 
 
Τα δισκογραφημένα μελοποιημένα ποιήματα
 
Οι αδελφοί Κατσιμίχα έχουν δισκογραφήσει δεκαεννιά τραγούδια-μελοποιήσεις ποιημάτων, έναν ολόκληρο δίσκο με το ποιητικό-παραμύθι τους «Η αγέλαστη πολιτεία και οι καλικάντζαροι» (1995) καθώς και την πιο πρόσφατη κοινή δισκογραφική τους εργασία «Beat poetry», εκδ. Μετρονόμος, 2012 επάνω σε μελοποιημένα ποιήματα των ποιητών της λεγόμενης γενιάς των beat. 
 
 

elaiones

Το 2002, λοιπόν, κυκλοφορώντας το δίσκο «Στους ελαιώνες της αγάπης» συγκέντρωσαν τα 14 (συν το δικό τους καινούριο «Στους ελαιώνες της αγάπης») που είχαν κυκλοφορήσει σε δίσκους τους μέχρι εκείνη τη στιγμή. Έγραφαν οι ίδιοι στο εισαγωγικό σημείωμα: 
«Συγκεντρώσαμε εδώ, όλα τα ποιήματα-τραγούδια που βρίσκονται διασκορπισμένα σε εννέα διαφορετικούς δίσκους, (από το 1985 μέχρι και το 2002), γιατί πάντα πιστεύαμε ότι πιστεύαμε ότι κάποια στιγμή, τα αδέσποτα ποιήματα, θα έπρεπε να συγκεντρωθούν όλα μαζί, σε ένα album, με ενιαίο χαρακτήρα και με τον ποιητικό ΛΟΓΟ στο ρόλο του πρωταγωνιστή.
Το πρώτο τραγούδι «Στους ελαιώνες της αγάπης»  γράφτηκε το Φεβρουάριο του 2002, για να «αγκαλιάσει» όλο το υπόλοιπο υλικό, γι' αυτό και ο τίτλος του , κατέληξε και τίτλος του δίσκου.
Το τραγούδι «Αμοργιανό μου πέραμα»,  ένα αριστούργημα της δημοτικής μας ποίησης , υπάρχει εδώ, γιατί είναι άρρηκτα δεμένο με το υπόλοιπο υλικό, έτσι όπως κυριολεκτικά ξεπηδάει, μέσα από το ποίημα της Λένας Παππά,  «Παλιά καλοκαίρια». Το εντάξαμε στο υλικό «ποιητική αδεία».  
Η σειρά των τραγουδιών, ακολουθεί πιστά τη χρ ονολογική σειρά έκδοσης των δίσκων που τα περιέχουν , αλλά και τη σειρά με την οποία γράφτηκαν οι μελωδίες, μέσα σ'όλα αυτά τα χρόνια. Μοναδική εξαίρεση είναι το «Ερωτικό κάλεσμα» του Μενέλαου Λουντέμη, που κανονικά θα έπρεπε να τοποθετηθεί πριν το «Υπόγειο» γιατί γράφτηκε το 1971, αλλά εκδόθηκε πολύ αργότερα, με το album «Η μοναξιά του σχοινοβάτη». 
 
Τα ποιήματα που συμπεριλαμβάνονται είναι: 
 
01. Στους ελαιώνες της αγάπης (κείμενο Χ.& Π.Κατσιμίχα) 
02. Υπόγειο  (Ρ. Μπούμη - Παππά)
03. Η μαϊμού (Ν.Καββαδία)
04. Καταγγέλω (Λ.Καρακάση)
05. Θεόφιλος Χατζημιχαήλ (Α. Εμπειρίκου)
06. Εχεμύθεια (A.Εμπειρίκου)
07. Ερωτικό κάλεσμα (M.Λουντέμη)
08. Γυμνή σκιά (Πωλ Ελυάρ)
09. Το ωραίο καλοκαίρι (Αρ.Χιόνη)
10. Του έρωτα (Λ.Παππά)
11. Παλιά καλοκαίρια (Λ.Παππά)
12. Αμοργιανό μου πέρασμα (δημοτική ποίηση)
13. Το δωμάτιο (Λ.Παππά)
14. Λουλούδι του δάσους (Ινδιάνικο τραγούδι της φυλής Οτσιμπουεϊ)
15. Γυναίκα της ψυχής μου (Γ.Σεφέρη)
 
 
Πέντε χρόνια αργότερα, το 2007, στο δίσκο του Πάνου Κατσιμίχα με τον απελθόντα Μάνο Ξυδού συναντάμε τρία ακόμα μελοποιημένα ποιήματα τα δύο εκ των οποίων είναι ερμηνευμένα από τα δύο αδέλφια. Το πρώτο με τον τίτλο «Δεν μας ανήκει τίποτα», βασίζεται σε απόσπάσματα από ποίηση των Μπρεχτ  (από το θεατρικό του έργο «H απόφαση» - Die Massnahme) και Λόρκα (από το ποίημά τους «Έκοψαν τρία δέντρα»). Το δεύτερο, «Λευκό πουλι» (Μέρος ΙΙ) είναι από το ποίημα του Χαράλαμπου Χατζηνάκη, «Μυστικό βαθύ» και το τρίτο είναι ποίηση (έτσι όπως ορθώς με βάση τις προλογικές μας παρατηρήσεις, χαρακτηρίζεται και στο δίσκο) του Άλκη Αλκαίου με τον τίτλο «Παγίδα»
 
beatΤο 2012 κυκλοφορούν τον δίσκο  «Beat poetry» που όπως επεξηγούν οι ίδιοι: «ας θεωρηθεί μία μουσική ταινία μικρού μήκους. Ένα μπερδεμένο όνειρο. Ένα μουσικό παραμύθι για μεγάλους, γραμμένο με τα λόγια των beat ποιητών.» Πρόκειται για έναν ιδιαίτερο δίσκο (βιβλίο-cd) φόρος τιμής στους «ήρωες» της νεανικής τους ηλικίας, σε μια ποιητική γενιά η οποία ανεξαρτήτως της παρουσίας της στο χρόνο και των κακέκτυπων που γέννησε, ανατάραξε τα νερά με την εμφάνισή της και λειτούργησε ιδανικά μέσα στο χωροχρόνο της.
 
Οι Κατσιμίχα άλλοτε με όχημα το παραδοσιακό μπλούζ (η οργιώδης κιθάρα του Γιάννη Σπάθα στο «Ουρλιαχτό» του Γκίνσμπεργκ) άλλοτε με βάση την αγαπημένη τους μπαλάντα αλλά και νέες μουσικές εξερευνήσεις όπως στο χώρο της electronica συνθέτουν ένα πολύχρωμο παζλ ήχων στα ποιήματα των Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Γκρέγκορυ Κόρσο, Γουίλιαμ Μπάροουζ, Τσαρλς Μπουκόφσκι, Μάικλ Μακλιούρ, και Χάρολντ Νορς.  
 
 
Για τον τρόπο δημιουργίας αυτής της δουλειάς είχαν δηλώσει σε συνέντευξή τους στον υπογράφοντα, στο αφιερωματικό τεύχος αρ. 44 (2012) του περιοδικού Μετρονόμος
 
«Πρώτα επιλέξαμε προσεκτικά τα αποσπάσματα των ποιημάτων που θα αποτελούσαν το «libretto». Αφού έγινε αυτό, απο' κει και πέρα, όλα ήταν εύκολα. Τα κείμενα καθόρισαν το ύφος και τη δομή της μουσικής. Αφήσαμε να μας οδηγήσουν τα λόγια. Οπου χρειαζόταν φτιάξαμε καινούριες μελωδίες. Αλλού, χρησιμοποιήσαμε παλιές, που ήταν, λες, φτιαγμένες για να φιλοξενήσουν κάποτε (σε δεύτερο επίπεδο) τα κείμενα αυτά. Ακολουθήσαμε την τεχνική cut-up (τεχνική αφηγηματικού κολάζ του Μπάροουζ) και όλα γίνανε εύκολα σαν παιχνίδι. Διαβάζαμε φωναχτά τα κείμενα και ακούγαμε τα παλιά τραγούδια, διαλέγοντας σχεδόν αυτόματα ό,τι μας χρειαζόταν, ενώ συγχρόνως γράφαμε τις καινούριες μουσικές, όλα αυτά μαζί, με μια ανάσα, έτσι όπως μας οδηγούσαν τα κείμενα του Γκίνσμπεργκ και των υπολοίπων ποιητών που υπάρχουν μέσα στο δίσκο».
 
 
 
Συμμετοχές - αδισκογράφητα
 
Το 2012, ο Πάνος Κατσιμίχας μελοποίησε τον ποιητικό λόγο της Κατερίνας Γώγου, δημιουργώντας μιαν τρυφερή μπαλάντα. Ο τίτλος του τραγουδιού, «Πάμε όμορφή μου»,  και με αυτόν τον τρόπο συμμετείχε στο αφιερωματικό για την ποιήτρια βιβλίο-cd, «Πάνω- κάτω η Πατησίων», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Οδός Πανός, το 2012. Αδισκογράφητη όμως παραμένει  η εργασία του Χάρη Κατσιμίχα πάνω στη ποιητική γενιά του '70 η οποία είναι, σύμφωνα με δικές του δηλώσεις:«....μία εργασία που μου πήρε πολύ κόπο και χρόνο, όμως άξιζε. Ήταν μελοποίηση της λεγόμενης γενιάς του ’70, π.χ. Χιόνης, Βαρβέρης, Παπαγεωργίου, Γκανάς, Αλαβέρα, Κοντός κτλ.» (Athens Voice, τχ. 294)
 
 
Tέλος, θα πρέπει να προσθέσουμε σε αυτά – και ας μην ήταν οι ίδιοι μελοποιοί- τις ερμηνείες τους στα μελοποιημένα, από τον Θάνο Μικρούτσικο, ποιήματα του Καββαδία (στο δίσκο «Γραμμές των Οριζόντων» 1992), στο εξαιρετικό ποίημα (κι όχι απλώς στιχούργημα) «Αυτοί μιλάν» του Παύλου Σιδηρόπουλου (στο μεταθανάτιο δίσκο του «Άντε και καλή τύχη μάγκες», 1991) στο επίσης ουσιαστικά ποίημα «Γερνάς και σκοτεινιάζει» του Τάσου Λειβαδίτη (στο δίσκο «Μάνος Λοίζος, 20 χρόνια μετά», 2002») καθώς και τη συμμετοχή του Χάρη Κατσιμίχα στην ανάγνωση ποιημάτων του Francois Villon στο δίσκο του Θάνου Μικρούτσικου, «Στον τόπο μου είμαι τέλεια ξένος», 2001. 
 
 
katsimixa2
 
Συμπεράσματα
 
Ποια είναι τώρα τα συμπεράσματα από αυτή την ανασκόπηση των μελοποιημένων ποιημάτων. Κατ' αρχάς η ίδια η επιλογή των ποιημάτων και κατ' επέκταση των ποιητών. Με εξαίρεση τους γνωστούς στο ευρύ κοινό Ανδρέα Εμπειρίκο, Νίκο Καββαδία και Γιώργο Σεφέρη, οι υπόλοιποι ποιητές δεν ανήκουν στους «συνήθεις υπόπτους» όταν μιλάμε για μελοποιημένη ποίηση (βλ. Καβάφη, Καρυωτάκη, Ρίτσο, Ελύτη κ.ά.). Οι Κατσιμίχα κατάφεραν έστω και με τις λίγες αυτές μελοποιήσεις τους σε ποιήματα των Ρίτα Μπούμη Παππά, Λένα Παππά  και του Αργύρη Χιόνη να τους γνωστοποιήσουν στις μεγάλες μάζες. Πάρα πολλοί ήταν και είναι οι ακροατές των τραγουδιών που σπεύδουν στα βιβλιοπωλεία και εσχάτως στο διαδίκτυο για να ανακαλύψουν την ποιήτρια του «Υπογείου» (αναζητώντας τον «Μυλόζ» που έφερε την άνοιξη) την ποιήτρια του «Δωματίου», «του Έρωτα», του ποιήματος «Παλιά Καλοκαίρια» και τον ποιητή εκείνον του ιδιότροπου  (στιχουργικά και μουσικά)  «Ωραίου καλοκαιριού». Μελοποιούν μάλιστα τον άγνωστο μέχρι σήμερα Λαίλιο Καρακάση (γεννηθείς στη Σμύρνη το 1885) δημιουργώντας ένα γκραντ σουξέ με το τραγούδι: «Καταγγέλω» (από το ποίημά του: «Μηνυτήριος Αναφορά») και μόλις στα 19 τους  χρόνια  τον Μενέλαο Λουντέμη εν μέσω δικτατορίας και άλλης καθεστυκυίας μελοποιητικής συνθήκης....Εξετάζοντας, έτσι,  το εύρος της ποιητικής γραφής διαπιστώνουμε πως οι Κατσιμίχα δεν περιορίζονται μόνο σε μια ποιητική σχολή (μάλιστα αν και βαθύτατα πολιτικά όντα είναι χαρακτηριστικό οτι σχεδόν αποκλείουν τα «κοινωνικοπολιτικά» ποιήματα τουλάχιστον μέχρι τον δίσκο με τους beat ποιητες) αλλά μελοποιούν ό,τι τους συγκινεί. Από τον υπερρεαλισμό του Εμπειρίκου και το φιλοσοφικό λυρισμό της Λένας Παππά μέχρι το αποφθεγματικό «παράλογο» του Αργύρη Χιόνη, το σατιρικό πνεύμα του Λαίλιου Καρακάση και την κραυγάζουσα αγωνία των beat ποιητών. Η ποιήτρια Λένα Παππά είχε δηλώσει σχετικά  στο αφιερωματικό τεύχος του  Μετρονόμου
 
«Μέσα από τα τραγούδια των αδελφών Κατσιμίχα  γνώρισε το έργο μου περισσότερος κόσμος. Έχω λάβει γράμματα και τηλεφωνήματα από ανθρώπους οι οποίοι μου λένε οτι αγάπησαν την ποίησή μου μέσα από τις μελοποιήσεις τους.  Εγώ δεν φανταζόμουνα ποτέ οτι τα ποιήματά μου θα είχαν τέτοια απήχηση.  Από κοντά τούς συνάντησα μόνο μια φορά, στα καμαρίνια, μετά από μια συναυλία τους, Μου απέπνεαν  μια ευγένεια και μια ποιότητα. Δεν θα μπορούσαν να έχουν άλλο πρόσωπο.  Θυμάμαι οτι είχα πολύ άγχος και άλλα ήθελα να τους πω και άλλα τους είπα.  Όταν πρωτοάκουσα το τραγούδι «Του έρωτα» που έχει παραδοσιακούς ήχους, δεν μου άρεσε. Και αυτό γιατί είχα  μια «απέχθεια» προς τα ηπειρωτικά τραγούδια καθώς ο  πατέρας μου ήταν Ηπειρώτης και όταν ήμουν μικρή κάναμε συχνά γλέντια ακούγοντάς τα.  Όμως  μετά τη δεύτερη και την τρίτη ακρόαση ενθουσιάστηκα, με συνεπήρε η μελοποίηση. Μάλιστα υποθέτω οτι όπως και εγώ έγραψα το ποίημα αυθόρμητα, με τον ίδιο τρόπο και οι Κατσιμίχα έγραψαν τη μελωδία. Αλλιώς δεν εξηγείται η αμεσότητα και η μαγεία της.  Ακούγοντας, επίσης, το «Δωμάτιο» και τα «Παλιά καλοκαίρια» σκέφτομαι πόσο η μελωδία τα ομορφαίνει. Μάλιστα αναρωτιέμαι: «εγώ έγραψα αυτά τα ποιήματα»; Έχουν ταιριάξει απολύτως τα πνεύματά μας. Χαίρομαι όταν μιλάνε για αυτούς και είμαι σίγουρη ότι δεν θα ξεχαστούν ποτέ όπως άλλοι καλλιτέχνες που είχαν πρόσκαιρη επιτυχία. Και αυτό γιατί οι αληθινοί δημιουργοί, όπως αυτοί, είναι σαν τους μεταξοσκώληκες. Βγάζουν το σάλιο τους και αυτό γίνεται μετάξι....»
 
Κατά δεύτερον είναι ο τρόπος της μελοποίησής τους.  Μακριά από την επική και εμβληματική μελοποίηση όπως αυτή αναδείχτηκε τη δεκαετία του '70 και πιο κοντά στο είδος που ονομάζεται «λυρική μπαλάντα» χωρίς όμως να ολισθαίνει στη ρηχότητα και την άνευ ορίων «γλυκύτητα». Ο Χάρης Κατσιμίχας αναφέρει σχετικά με τη μελοποιημένη ποίηση στο ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Παπούλια με θέμα τη ζωή της ποιήτριας Λένας Παππά, το οποίο θα παρουσιαστεί σε προσεχή φεστιβάλ, σε Ελλάδα και Ευρώπη: «Εγώ με την μελοποιημένη ποίηση είχα πάντα μια δική μου άποψη, λάθος, σωστή, δεν ξέρω. Με αφορούσε πάρα πολύ να μην είχε αυτό το μεγαλόστομο των προηγούμενων μεγάλων συνθετών, γιατί αυτό τρομάζει κιόλας τους ανθρώπους.»  Οι Κατσιμιχαίοι, λοιπόν, μένουν όσο το δυνατόν πιο κοντά στο αρχικό ποίημα πραγματοποιώντας σε μερικές περιπτώσεις ορισμένες αλλαγές για τις ανάγκες της μελοποίησης, επιτυγχάνοντας να μεταφέρουν το ποίημα στην «κατσιμιχαίκη» αισθητική και παράλληλα να φωτίσουν τα ίδια τα ποιήματα προσφέροντας -ως οφείλει να κάνει μια μελοποίηση- κι άλλες πλευρές «ανάγνωσής» του μέσω της ακρόασης. Το ερωτικό ποίημα της Λένας Παππά, «Του έρωτα» ή όπως είναι πιο γνωστό «Της αγάπης μαχαιριά» εξελίσσεται σε ένα ροκ παραδοσιακό άκουσμα με το επιβλητικό κλαρίνο του Θύμιου Παπαδόπουλου να δίνει το ρυθμό. Στο δε «Ωραίο καλοκαίρι» του Χιόνη, η μουσική παλέτα των Κατσιμίχα (και η ενορχήστρωση του Γιώργου Ανδρέου) προσφέρει μια πανσπερμία μουσικών ρυθμών: μπαλάντα, τζαζ, βάλς, λαικό. Μπουζούκι, βιολί, σαξόφωνο , δηλαδή, σε μια ανεπανάληπτη συνδιαλλαγή τους. 
 
Για την ιστορία να αναφέρουμε πως ενώ με ρητή του εντολή ο Ανδρέας Εμπειρίκος είχε απαγορεύσει τη μελοποίηση -μετά θάνατον- στίχων του εξ' ου και το υπέροχο ορχηστρικό «Εχεμύθεια» στο δεύτερο δίσκο «Όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις» (με την αφιέρωση που υπάρχει των δύο αδελφών: «Πέρσυ τον Αύγουστο αργά, με τη θερμή δροσιά του απογεύματος η «Εχεμύθεια» του Αντρέα Εμπειρίκου μας ψιθύρισε την κρυμμένη της μουσική. Την αφιερώνουμε στον ποιητή»)  η σύζυγος όμως του ποιητή επέτρεψε τη μελοποίηση του ποιήματος, αναγνωρίζοντας την αισθητική των Κατσιμιχαίων, και έτσι στην επόμενη δισκογραφική τους δουλειά «Απρίλη ψεύτη» υπάρχει η μελοποίηση συν ένα ακόμα ποίημα του Εμπειρίκου, το «Θεόφιλος Χατζημιχαήλ». 
 
Κλείνω αυτό το θέμα με τις μελοποιήσεις ποιημάτων από το ουσιαστικότερο και σημαντικότερο εγχώριο δίδυμο καλλιτεχνών με τα σοφά λόγια και το πικρό ερώτημα του Χάρη Κατσιμίχα όπως τα εξέφρασε κάποτε από σκηνής:
«Μας πονάνε τα νεφρά, πάμε στον νεφρολόγο. Μας πονάει η καρδιά, πάμε στον καρδιολόγο. Μας πονάνε τα αρ..... μας πάμε στον ουρολόγο. Μας πονάει η ψυχή. Γιατί δεν πάμε στους ποιητές;»